Εδώ και κάποια χρόνια η Ένωση Αθέων έχει καθιερώσει τον λεγόμενο «Φανερό Δείπνο», όπως η ίδια ονομάζει και το πραγματοποιεί τη Μεγάλη Παρασκευή. Το συγκεκριμένο βράδυ η Ένωση καλεί, όσους θέλουν να προσέλθουν και να φάνε ό,τι εκείνοι επιθυμούν. Και κρέας, κάτι που η χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία δεν επιτρέπει τη Μεγάλη Παρασκευή, αλλά όχι μόνο.

Η Ένωση Αθέων κάνει τον Φανερό της Δείπνο κάθε χρόνο, σε ένα εστιατόριο ή ταβέρνα, στο κέντρο της πόλης. Η εκδήλωση αυτή έχει χαρακτηριστεί ως «αντίδραση» στην ημέρα του απόλυτου πένθους, απόλυτης αργίας και νηστείας για τους χριστιανούς.

Το μήνυμα που επιχειρεί η Ένωση, κατά τη γνώμη μου είναι κάπως ασαφές, κάτι που δυσκολεύει την αναζήτηση ουσίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τους διοργανωτές, ο Φανερός Δείπνος είναι μια εκδήλωση που «δεν απαιτεί κρατικές σπατάλες και υποβάθμιση του κύρους της πολιτείας και της νοημοσύνης των πολιτών». Όπως οι ίδιοι λένε, αυτό που τους ενώνει είναι η προσωπική τους πεποίθηση ότι οι θρησκευτικές παραδόσεις της επίμαχης περιόδου είναι παράλογες και παράλογα ακριβές. Επομένως οι ίδιοι «αντιπροτείνουν» για όσους πιστεύουν το ίδιο, ένα κάλεσμα σε φαγητό, κουβέντα και γνωριμία.

Καμιά σχέση

Η σύγκριση που επιχειρείται μεταξύ του Φανερού Δείπνου της Ένωσης Αθέων και του καλέσματος σε μπάρμπεκιου και μπύρες έξω από προσφυγικά camps δεν υπάρχει. Για την ακρίβεια δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Είναι πρακτικά αβάσιμο να χαρακτηρίσει κανείς τους εκάστοτε Φανερούς Δείπνους ως προσβολή στο θρησκευτικό του συναίσθημα, εκτός αν βρεθεί στο ίδιο σουβλατζίδικο, συγκεκριμένη ώρα και καθίσει στο ίδιο τραπέζι με διοργανωτές και συμμετέχοντες.

Επίσης, παρότι το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει χτυπηθεί σφόδρα από την κρίση, η μέση ελληνική οικογένεια δεν συγκρίνεται με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία αντίστοιχη προσφυγική οικογένεια, μέσα ένα camp.

Επίσης η Ένωση Αθέων δεν ζητά την «απέλαση», την «εξαφάνιση» κανενός από τον τόπο.

Αντιθέτως, η ακροδεξιά ομάδα που διοργάνωσε το μπάρμπεκιου «για την καθαρότητα του έθνους», όπως και σειρά άλλων events όπως το «straight pride», ή το «paintball ως προσομοίωση πεδίου μάχης», προάγει τη ρητορική μίσους σε βάρος των προσφύγων, της LGBT κοινότητας, των αλληλέγγυων σε αυτούς κοινωνικών ομάδων και ατόμων. Και όλα αυτά στον βωμό της προστασίας του «έθνους» και της «ελληνικής οικογένειας».

Το μεγαλύτερό τους όπλο είναι η επίκληση στο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο έχει ειδικό βάρος για τον κάθε άνθρωπο.  

Ο μαγεμένος

Στο «Σπουργίτι» της Μαίρη Ντόρια Ράσελ ο πρωταγωνιστής, ένας Ιησουίτης ιερέας και επιστήμονας ταξιδεύει σε άλλον πλανήτη, μαγεμένος από τις μελωδίες των εξωγήινων τραγουδιστών, πιστεύοντας ότι του μιλάει ο Θεός. Φτάνοντας στον καινούργιο κόσμο που του φανέρωσε ο Μεγαλοδύναμος, μόνο σε αυτόν, συμμαχεί με την επιστημοσύνη του και νιώθει την απόλυτη αγάπη του Κυρίου, το μεγαλείο και τη σοφία Του. Τα τραγούδια του Θεού που άκουγε και τα οποία τον έφτασαν κοντά στη θέωση, ήταν αυτά που, στο τέλος, τον οδήγησαν στην απόλυτη καταστροφή.

Ο άνθρωπος συχνά πιστεύει ότι μπορεί να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο με τη δύναμη που του δίνει η πίστη του στον θεό. Πιστεύει ότι μπορεί να ταξιδέψει σε άλλους κόσμους, όπως στο Σπουργίτι, αλλά και να στραφεί κατά των πιο κατατρεγμένων, των πιο δυστυχισμένων αυτού του κόσμου. Αρκεί κάποιος να τραγουδήσει συγκεκριμένο σκοπό, στα αυτιά μιας κοινωνίας που αισθάνεται πως απειλείται. Οι τραγουδιστές του μίσους, βρίσκουν στις μέρες μας βήμα και χώρο. Το θέμα είναι να καταλάβει η κοινωνία τί λέει το τραγούδι τους.

Προσωπικά προτιμώ τους στίχους των Klezmatics. «Δεν φοβάμαι τον Ιεχωβά σας, δεν φοβάμαι τον Αλλάχ σας, δεν φοβάμαι τον Ιησού σας. Φοβάμαι αυτό που είστε ικανοί να κάνετε για χάρη του Θεού σας».

Γράψτε το σχόλιο σας