Η «επιστροφή στην κανονικότητα», μπορεί να είναι περισσότερο συμβολισμός ή ευσεβής πόθος, ωστόσο αποτυπώνεται σε πλευρές της πολιτικής συζήτησης. Μία από αυτές είναι και ο τρόπος που διαμορφώνεται η πόλωση στην κεντρική πολιτική σκηνή. Από το 2010 μέχρι το 2015 η διαιρετική γραμμή αφορούσε τη στάση απέναντι στη Μνημόνια και οριζόταν ως «μνημόνιο-αντιμνημόνιο». Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε να είναι η –κατά δήλωσή της– ριζοσπαστική αριστερά που θα εκπροσωπούσε καλύτερα το αντιμνημόνιο. Αυτό έφερνε μια πρωτότυπη πολιτική διαίρεση όπου ήταν η αριστερά εναντίον όλων των άλλων. Μόνο που η διαίρεση αυτή είχε νόημα όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αντιπολίτευση και τη διακυβέρνηση ασκούσε μια συμμαχία της κεντροδεξιάς, της κεντροαριστεράς και της μεταρρυθμιστικής αριστεράς υπό τον Αντώνη Σαμαρα. Όμως, μετά το καλοκαίρι του 2015 και την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου αυτή η διαίρεση έχασε τη βασική της διαιρετική γραμμή: πλέον και ο ΣΥΡΙΖΑ είχε γίνει «μνημονιακός.

Οι εκλογές του 2019 ολοκλήρωσαν αυτή τη μετατόπιση. Η τυπική έξοδος από τα μνημόνια συνδυάστηκε με την υποχρεωτική παραμονή σε ένα καθεστώς αυστηρής δημοσιονομικής επιτήρησης και δεσμευτικής οικονομικής πολιτικής που θεωρήθηκε και από τους δύο μονομάχους αναπόδραστος πολιτικός ορίζοντας. Σε αυτό το έδαφος ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ  συντονίστηκαν στην αναπαραγωγή ενός νέου δικομματισμού, ανάμεσα στην κεντροδεξιά, όπως την εκπροσωπεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και την απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ να καλύψει το κενό της κεντροαριστεράς.

Ωστόσο, πέραν φιλοδοξιών και συμβολισμών, η ταυτότητα αυτής της νέας κεντροαριστεράς και των πολιτικών προσδιορισμών της παραμένει περισσότερο ζητούμενο παρά δεδομένο. Αυτό εξηγεί και την ιδιότυπη έριδα  μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ για την πολιτική κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ.

 

Οι δυσκολίες της κεντροαριστεράς στη νέα εποχή

Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ ερίζουν για την κληρονομιά της κεντροαριστεράς, την ώρα που διεθνώς είναι μια είναι ένας χώρος σε αναζήτηση ταυτότητας.

Ήδη από τη δεκαετία του 2000, αν όχι νωρίτερα, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της ταύτισης ως προς τον πυρήνα των απόψεων με τα φιλελεύθερα και τα συντηρητικά κόμματα. Αυτό οδήγησε και σε σημαντικές πολιτικές και εκλογικές υποχωρήσεις και συχνές κυβερνητικές συμμαχίες με κεντροδεξιά κόμματα.

Απέναντι σε αυτή την κρίση ταυτότητας δύο απαντήσεις δόθηκαν σχηματικά. Η πρώτη ήταν αυτή της μετατόπισης προς το κέντρο, με απεμπόληση ακόμη και των  όποιων συμβολικών αριστερών αναφορών είχαν απομείνει. Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης. Η άλλη ήταν η προσπάθεια ενός ανοίγματος στην κοινωνία και περισσότερο αριστερής στροφής. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν εκπροσωπεί μια τέτοια προσπάθεια.

Ενδιάμεσα βλέπουμε διάφορα κόμματα να ταλαντεύονται σε αναζήτηση ταυτότητας και ακροατηρίου, συχνά με σοβαρά προβλήματα, όπως δείχνει η κρίση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμη και κόμματα που δείχνουν να ενισχύονται όπως το Ισπανικό, επίσης ταλαντεύονται ως προς τις συμμαχίες (η Ισπανία πάει σε εκλογές γιατί το PSOE δεν ήθελε να δώσει υπουργείο στον ηγέτη του Podemos), ενώ στην Ιταλία η διάσπαση της συμμαχίας του Κινήματος των 5 Αστεριών και της Λέγκα, διαμόρφωσε μεν κυβέρνηση «κεντροαριστεράς», όμως ο Ρέντσι υποστηρίζει ότι χρειάζεται νέος φορέας του Κέντρου.

 

Το ΚΙΝΑΛ και ο κίνδυνος επανάπαυσης στο «γλυτώσαμε τα χειρότερα»

Μέχρι τώρα ο ΚΙΝΑΛ, παρότι είναι ο χώρος που διεκδικεί δικαιωματικά την κληρονομιά της κεντροαριστεράς στο χώρο μας, δεν έχει καταφέρει να δώσει ένα πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στο πώς ορίζει σήμερα μια προοδευτική πολιτική πρόταση.

Μπορεί να έχει επιμείνει στη λογική ενός ιδιότυπου διμέτωπου, «ούτε ΝΔ – ούτε ΣΥΡΙΖΑ», όμως εξακολουθεί να μη δίνει σαφές πολιτικό στίγμα. Σε αρκετές στιγμές το ΚΙΝΑΛ μοιάζει να λέει στους ψηφοφόρους ότι κακώς πηγαίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα πρέπει να εμπιστευτούν τον «αυθεντικό» εκπρόσωπο της κεντροαριστεράς. Όμως, αυτό δεν το τεκμηριώνουν πάνω σε κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις.

Ενδεικτικό και το γεγονός ότι ουσιαστικά η όποια συζήτηση στο ΚΙΝΑΛ γίνεται περισσότερο με «μετωνυμίες» παρά με προγραμματικές τοποθετήσεις. Πιο χαρακτηριστική η αντιπαράθεση ως προς το εάν θα προηγηθεί η συνδιάσκεψη του ΚΙΝΑΛ ή το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Αυτό δείχνει και το γεγονός ότι οι αντιπαραθέσεις γίνονται κυρίως με έμμεσες αναφορές και υπαινιγμούς.

Πάντως, όπως η ίδια η αρμόδια επιτροπή διαπίστωσε το ΚΙΝΑΛ μπορεί να τα πήγε καλύτερα στις εκλογές αλλά έχει εξαιρετικά αρνητικά δημογραφικά στοιχεία. Η απήχησή του σε σχετικά πιο νέες ηλικίες είναι μικρή, ενώ έχει υπεραντιπροσώπευση στις μεγάλες ηλικίες. Και αυτό είναι σίγουρα πρόβλημα. Γιατί καλή η διεκδίκηση της κληρονομιάς του παρελθόντος, αλλά ακόμη καλύτερη η απήχηση σε γενιές που εκπροσωπούν το μέλλον.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να γίνει ΠΑΣΟΚ αλλά χωρίς τον προγραμματικό κόπο

Ο ΣΥΡΙΖΑ με την τελευταία συνεδρίαση της κεντρικής του επιτροπής αλλά και τη διακήρυξη που ενέκρινε ομόφωνα, επικύρωσε τη σαφή στροφή προς μια νέα κεντροαριστερά. Μπορεί για λόγους κομματικών ισορροπιών να διατηρείται η λέξη-κλειδί «αριστερά», αλλά εύκολα μπορεί να αντικατασταθεί από το «κεντροαριστερά». Αυτό, άλλωστε, δείχνουν και όλοι οι άλλοι συμβολισμοί. Προοδευτική διακυβέρνηση αντί της «ανατροπής» της «ρήξης», ο σοσιαλισμός ως πολύ μακρινή προοπτική και ένα πρόγραμμα που κατά βάση απλώς προεκτείνει την πρακτική της κυβέρνησης Τσίπρα μετά το τυπικό τέλος των μνημονίων. Απουσιάζουν οι συγκεκριμένες αποτιμήσεις για την περίοδο της διακυβέρνησης. Δεν γίνεται κάποια αυτοκριτική για το πώς έφτασε ένα αντιμνημονιακό κόμμα να εφαρμόζει μνημόνια. Δεν παρουσιάζεται ένα όραμα για τη χώρα, πέραν της γενικόλογης καταγγελίας του νεοφιλελευθερισμού.

Ουσιαστικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να πιστεύει ότι εφόσον είναι ο άλλος πόλος του δικομματισμού, το μόνο που μένει είναι να προσαρμόσει το στυλ και την αισθητική. Παραβλέπει ότι το ΠΑΣΟΚ κατέκτησε ηγεμονική θέση γιατί εκπροσώπησε κοινωνικά στρώματα στα οποία είχε οργανική γείωση, συνδικαλιστική και αυτοδιοικητική. Όπως επίσης παραβλέπει ότι το ΠΑΣΟΚ σε μια πρώτη φάση τουλάχιστον όντως βελτίωσε την κοινωνική θέση αυτών των στρωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων το 2015, αλλά δύσκολα μπορεί να πει ότι βελτίωσε σημαντικά τη θέση τους.

Βέβαια, την ίδια προγραμματική αμηχανία και απουσία κατάθεσης πολιτικού σχεδίου επιδεικνύουν και αυτοί που είναι κατά της «πασοκοποίησης». Με αυτό τον τρόπο κάνουν και αυτοί την όλη συζήτηση να φαντάζει ως σκιαμαχία.

 

Ο δύσκολος δρόμος για το αντίπαλο δέος στην κεντροδεξιά

Όλα αυτά αποτυπώνουν και μια άλλη πραγματικά που συχνά δεν ομολογείται. Τα προηγούμενα χρόνια ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ αποδέχτηκαν πολιτικές που μέχρι τώρα μόνο η πιο νεοφιλελεύθερη πτέρυγα της κεντροδεξιάς πρότεινε. Με αυτό τον τρόπο προλείαναν το έδαφος για το σημερινό συσχετισμό δύναμης υπέρ της ΝΔ. Επέτρεψαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη να εμφανίζεται ως ο εκπρόσωπος όχι μιας ιδιαίτερης πολιτικής αλλά της μόνης εφικτής.

Προφανώς και υπάρχει σημαντικό περιθώριο για να διατυπωθούν εναλλακτικές πολιτικές. Ας μην ξεχνάμε μπορεί να παρέμειναν ηγεμονικές οι νεοφιλελεύθερες λογικές παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία, αλλά η σκιά της κρίσης παρέμεινε.

Όμως, η επεξεργασία σύγχρονων προοδευτικών πολιτικών απαιτεί σκέψη, γνώση και δοκιμασία στην πράξη. Δεν είναι δηλαδή θέμα πολιτικής επικοινωνίας και ρητορικής.

Πάντως, προς το παρόν, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΙΝΑλ δείχνουν να θέλουν να κάνουν την προσπάθεια που απαιτείται. Όμως, σε τελική ανάλυση το στοίχημα για τη διαμόρφωση αντίπαλου δέους στην κεντροδεξιά εκεί θα κριθεί.