Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε πολλά από το βήμα της ΔΕΘ. Περιέγραψε ένα σαφές κυβερνητικό σχέδιο, εξήγγειλε μέτρα και αναπτυξιακού και ανακουφιστικού χαρακτήρα, ενώ σε πολιτικό επίπεδο απέφυγε τις εντάσεις και τα διχαστικά, στα οποία δυστυχώς είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια.

Μένει να υλοποιήσει τα όσα λέει και να φανούν τα αποτελέσματα. Διαθέτει πολιτικό χρόνο, αλλά όχι για σπατάλη. Δεν έχει την πολυτέλεια της καθυστέρησης.

Μέσα σε όλες τις αναφορές του, ιδιαίτερη και πολλαπλή αξία έχει ο τρόπος με τον οποίο έκλεισε την ομιλία του, το Σάββατο το βράδυ στο Βελλίδειο.

Τίποτε στις τελευταίες αυτές φράσεις του δεν ήταν τυχαίο:

«Αισθάνομαι την ανάγκη να κλείσω αυτή την πρώτη μου ομιλία ως πρωθυπουργός στην Διεθνή Έκθεση με δυο αναφορές που έρχονται από το παρελθόν. Αλλά νομίζω ότι κρατούν όλη την ισχύ και την ζωντάνια τους. Η μία έρχεται από τα Χανιά. Και η άλλη από εδώ, απ’ την Θεσσαλονίκη», είπε και ανάγνωσε δύο αποσπάσματα:

«Γνωρίζομεν ότι ο αγών μας ούτος, είναι εκτάκτως δυσχερής. Αλλ’ όσον δυσχερής είνε ο αγών, τόσο υψηλά είνε τα έπαθλα του αγώνος τούτου. Και άλλο τόσον ακατάβλητος οφείλει να είναι -και θα είναι- η εις αυτόν εμμονή μας». Ήταν από το έτος 1903.

Και το επόμενο από το 1928 και από την  Θεσσαλονίκη. «Με δύο μόνον λέξεις δύναμαι να σας είπω, την στιγμήν αυτήν, ότι αναλαμβάνομεν να αναπτύξωμεν όλους τους κλάδους της εθνικής παραγωγής. Και να καταστήσωμεν πλέον ανεκτήν την τόσον δύσκολον σήμερον ζωήν του λαού. Θα… σπρώξωμεν την Ελλάδα εις τον δρόμον της προόδου. Και να την καταστήσωμεν αγνώριστον».

Και τα δύο αποσπάσματα ήταν από ομιλίες του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Μόνο τυχαία δεν ήταν αυτή η επιλογή του κ. Μητσοτάκη. Και το θέμα δεν είναι ότι μπορεί να επέλεξε τον Βενιζέλο και λόγω οικογενειακής συγγένειας (ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν ανηψιός του και για κάποια χρόνια υπήρξε μάλλον ο μοναδικός εν ζωή Ελληνας ο οποίος εικονιζόταν σε φωτογραφία με τον Βενιζέλο).

Επρόκειτο σαφώς για πολιτική επιλογή. Παρουσία του Σαμαρά και των Καραμανλήδων, ανηψιών του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στο προπύργιο του Καραμανλισμού, ο Μητσοτάκης ανέγνωσε Βενιζέλο.

Στην καρδιά της Μακεδονίας, επέλεξε να παραπέμψει όχι μόνο στον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, αλλά και στον άνθρωπο ο οποίος ελευθέρωσε την Θεσσαλονίκη.

Κάτι αντίστοιχες απόπειρες του Τσίπρα να οικειοποιηθεί τον Βενιζέλο, όσο χαριτωμένες και αν υπήρξαν στο πρόσφατο παρελθόν, μάλλον στο πεδίο της γραφικότητας εντάχθηκαν…

Όποιος υποστηρίξει ότι αυτό δεν ήταν πολιτικό μήνυμα του Μητσοτάκη, όχι απλώς θα κάνει λάθος, αλλά θα έχει αγνοήσει ένα σαφές δείγμα για τα όσα θα ακολουθήσουν.

Με την πολιτική ισχύ που διαθέτει, φαίνεται ότι είναι και αποφασισμένος για μία πολιτική ματαρρύθμιση του ίδιου του κόμματός του.

Ήδη κάποιοι γκρινιάζουν. Και μάλλον δικαιολογημένα, καθώς βλέπουν ότι το παιχνίδι θα αλλάξει.

Και πιθανώς αυτό να συμβεί με όρους και διαδικασίες που καμία σχέση δεν θα έχουν με το παρελθόν.

Μπορεί και να είναι κάτι σαν ιστορική αναγκαιότητα. Να γίνει και η ΝΔ «αγνώριστη σε σύγκριση με το κακό παρελθόν της»…

Γράψτε το σχόλιό σας