Ανάμεσα στη γενική καταδίκη της «πολακιάδας» (που σε μεγάλο βαθμό απηχεί και εύλογη κούραση ως προς μια ορισμένη πολιτική αισθητική) και την εύκολη ηρωοποίηση του τέως αναπληρωτή υπουργού Υγείας από τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό που έχει λείψει είναι μια ουσιαστική συζήτηση πάνω στο ποιο ακριβώς είναι το διακύβευμα τέτοιων πολιτικών και κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων.

Το πρώτο πράγμα που παραβλέπουν πολλοί στη δημόσια συζήτηση για την «υπόθεση Πολάκη» είναι το γιατί συζητιέται το συγκεκριμένο θέμα. Οι μηνύσεις κατά του Παύλου Πολάκη αφορούσαν δύο ζητήματα. Η πρώτη ήταν από τον Σταμάτη Πουλή, πρόεδρο των εργαζομένων στο ΚΕΕΛΠΝΟ και αφορούσε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του τέως αναπληρωτή υπουργού Υγείας που χαρακτήριζε τον κ. Πουλή ως «τσογλάνι» και ζητούσε να πει «τι έχει κλέψει». Και η δεύτερη από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και αφορούσε τη δημοσιοποίηση συνομιλίας που είχε ο κ. Πολάκης, κίνηση που ο κ. Στουρνάρας θεώρησε ως απόδειξη παράνομης καταγραφής. Για να προχωρήσει η δικαστική διερεύνηση αυτών των υποθέσεων ήρθη η ασυλία του κ. Πολάκη. Το σημειώνουμε αυτό γιατί είναι ανεξαρτήτως ρητορικών κομματικών τοποθετήσεων ο κ. Πολάκης δεν διώκεται γιατί είπε ότι υπάρχει σκάνδαλο στο ΚΕΕΛΠΝΟ ούτε για έκανε κριτική στα πεπραγμένα του διοικητή της ΤτΕ, ούτε για κάποια ενέργειά του ως υπουργός.

Ωστόσο, ΣΥΡΙΖΑ, όπως και ίδιος ο κ. Πολάκης, υποστήριξε ότι εφόσον και οι δύο αφορούν την περίοδο που ήταν αναπληρωτής υπουργός Υγείας και τη δράση του εκεί, άρα και την έννοια των «υπουργικών καθηκόντων», οι υποθέσεις έπρεπε να πάνε με τη διαδικασία του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Πέραν του τυπικού ζητήματος, ο κ. Πολάκης υποστήριξε ότι με αυτό τον τρόπο θα είχε και μεγαλύτερο περιθώριο να αναδείξει την πολιτική σημασία των ζητημάτων.

Η επιλογή αυτής της τακτικής, συμπεριλαμβανομένης της αποχώρησης από τη Βουλή πριν από τη σχετική ψηφοφορία (που είχε βέβαια προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα) αντιστοιχούσε στην επιθυμία να δοθεί ένας τόνος «πολιτικής δίωξης».

Ωστόσο, γεννιέται το ερώτημα γιατί δεν επιλέχτηκε η στάση «καθαρός ουρανός, αστραπές δεν φοβάται», που θα έστελνε και το μήνυμα ότι δεν υπάρχει κανένας φόβος και ότι στο τέλος θα βγουν νικητές.

 

Μπορεί ένας υπουργός να απαγγέλλει καταδίκες;

Στην ομιλία του στη Βουλή ο Παύλος Πολάκης κυρίως έδωσε έμφαση στο να αποδείξει ότι υπάρχουν σκάνδαλα στο ΚΕΕΛΠΝΟ και καταδείξει την εμπλοκή του κ. Πουλή στην όλη υπόθεση.

Αρκετά από τα στοιχεία αυτά έχουν ακουστεί, έχουν σταλεί στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, εξετάζονται στο πλαίσιο δικαστικών υποθέσεων, ενώ απασχόλησαν και την αρμόδια εξεταστική επιτροπή της Βουλής.

Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: προφανώς και ειδικά σε έναν ευαίσθητο χώρο όπως η υγεία, είναι σημαντικό να υπάρξει η μέγιστη διαφάνεια και οποιοδήποτε έστω και ίχνος σκανδάλου να εξεταστεί στο μέγιστο δυνατό βάθος. Και για να αντιμετωπιστούν προβλήματα κακοδιαχείρισης και για μπορέσουν φορείς όπως το ΚΕΕΛΠΝΟ να κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Με αυτή την έννοια κανένα πρόβλημα δεν θα υπήρχε με την ανάδειξη προβληματικών πλευρών στη διαχείριση του ΚΕΕΛΠΝΟ, στη δημοσιοποίηση των στοιχείων και στην αποστολή τους σε εισαγγελικές αρχές στο βαθμό που θα ήταν τεκμηριωμένες οι υποθέσεις.

Όμως, αυτό δεν δίνει δικαίωμα σε κανέναν υπουργό, όπως και σε οποιονδήποτε δημόσιο παράγοντα να ανακοινώνει ως άλλος πρόεδρος δικαστηρίου το ποιοι είναι οι κλέφτες. Αυτό αφορά τη δικαιοσύνη, εάν τουλάχιστον θέλουμε να κρατήσουμε κάποια εκδοχή «χωρισμού των εξουσιών».

Ο κ. Πολάκης είχε κάθε δικαίωμα να αναδεικνύει αυτά που θεωρούσε σκάνδαλα και να δίνει στοιχεία στη δημοσιότητα. Δεν είχε δικαίωμα για χαρακτηρισμούς προς οποιονδήποτε που θα έδιναν τόνο προκαταβολικής καταδίκης. Αυτό, όντως, ήταν υπόθεση των δικαστηρίων.

 

Ας αποφεύγονται τα δύο μέτρα και δύο σταθμά

Ο κ. Πολάκης ήδη από την εποχή που ήταν απλώς γιατρός και συνδικαλιστής και πριν αναμειχθεί στην κεντρική πολιτική είχε επιδείξει ένα ενδιαφέρον για την ανάδειξη κακοδαιμονιών στο χώρο της υγείας. Αυτό προσπάθησε να κάνει και σε σχέση με τα πεπραγμένα που βρήκε στο υπουργείο στο οποίο πήγε.

Ως εδώ καλά. Μόνο που θα περίμενε κανείς την ίδια δυσανεξία απέναντι σε όλες τις μορφές κακοδιαχείρισης και διασπάθισης δημόσιου χρήματος να την επιδείκνυε και απέναντι στις πρακτικές της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε.

Γιατί για να φανεί συνεπής σε μια πολιτική διαφάνειας και όχι απλώς κάποιος «εργαλειοποιεί» τα όποια πολιτικά αμαρτήματα της προηγούμενης κυβέρνησης, θα έπρεπε π.χ. να είχε πει κάτι για τις σχέσεις με τον διαβόητο κ. Καλογρίτσα, τις κατατμήσεις μεγάλων έργων από τον κ. Σπίρτζη, τις παρεμβάσεις του κ. Καμμένου στη δικαιοσύνη, τις απόπειρες πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία με την παρεμβολή διαφόρων «μεσαζόντων», ή τον τρόπο που ο κ. Βασιλειάδης χρησιμοποίησε τα χρήματα της ΕΡΤ ως μοχλό οικονομικής  ενίσχυσης συγκεκριμένων ΠΑΕ.

Τελικά ποια είναι τα όρια της νομιμότητας ακόμη και για έναν υπουργό;

Ως προς την άλλη υπόθεση, αυτή που αφορά την καταγγελία για παράνομη καταγραφή της τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε ο κ. Πολάκης με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Στουρνάρα, το πρόβλημα βρίσκεται αλλού.

Ο κ. Πολάκης θεώρησε ότι ήταν επιλεκτική η διαρροή που έγινε σε βάρος του για το δάνειο που είχε λάβει ενόσω ήταν υπουργός. Προφανώς και ήταν δικαίωμά του να θεωρεί ότι υπήρξε στόχος μιας επιλεκτικής διαρροής. Όμως, σε αυτή την περίπτωση δύο είναι οι τρόποι άμυνας. Ο πρώτος είναι η προληπτική διαφάνεια, δηλαδή μπορούσε ο ίδιος να είχε ενημερώσει την κοινή γνώμη για το δάνειο που σύναψε. Και ο άλλος είναι να ζητήσει να υπάρξει έρευνα για το πώς διέρρευσε μια τέτοια πληροφορία.

Για όλα αυτά είχε δικαίωμα να απευθυνθεί και στον διοικητή της ΤτΕ. Μόνο που ακόμη και όταν υπουργός παίρνει τηλέφωνο τον κεντρικό τραπεζίτη, η συνομιλία αυτή προστατεύεται. Ο κ. Πολάκης μπορούσε εάν ήθελε ακόμη και δελτίο τύπου να έβγαζε που να περιέγραφε το διάβημά του (ενημερώνοντας τον διοικητή της ΤτΕ ότι προτίθεται να βγάλει ανακοίνωση). Η λογική ότι έστω και από μνήμης καταθέτει μια πλήρη συνομιλία, χωρίς μάλιστα τη συναίνεση του συνομιλητή του, όπως και να το δει κανείς δεν αποτελεί ακριβώς «βέλτιστη πρακτική».

Πέραν αυτών, όμως, και εδώ ισχύει η ανάγκη αποφυγής των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Γιατί μπορεί να υπήρξαν όντως πλήθος δανείων που χορηγήθηκαν με προβληματικούς όρους, όμως τέτοιες πρακτικές συνεχίστηκαν και επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα για το πώς χορηγούσε πιστώσεις η Attica Bank;

 

Συνεπής γραμμή διόρθωσης «κακώς κειμένων» ή επιδείξεις «μαγκιάς» για το κομματικό ακροατήριο;

Ο κ. Πολάκης  έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται στοχοποιημένος. Για τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας «ήταν αυτός που αγαπούσαν να μισούν». Σε μεγάλο βαθμό άλλωστε το επεδίωξε αυτό. Σε μεγάλο βαθμό επίσης αυτός ήταν και ο λόγος που αντιμετωπίζεται με τόση συμπάθεια από το κομματικό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι επίσης δικαίωμα του κ. Πολάκη να θεωρεί ότι είναι αθώος και να υποστηρίζει ότι ούτε συκοφάντησε ούτε υπέκλεψε, αλλά προσπάθησε και στις δύο περιπτώσεις να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον.

Μόνο που αυτό δεν αναιρεί το ουσιαστικό πρόβλημα που αναδεικνύεται εδώ και που δεν αφορά μόνο τον τέως αναπληρωτή υπουργό Υγείας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ όντως υποσχέθηκε ότι θα ξεσκέπαζε τα σκάνδαλα των προηγούμενων κυβερνήσεων και ταυτόχρονα θα διόρθωνε τους μηχανισμούς που τα γεννούν. Όμως, στην πράξη πολύ λίγα έκανε σε αυτή την κατεύθυνση.

Ακόμη και σε υπαρκτά σκάνδαλα που ανέδειξε, όπως ήταν αυτό της Novartis, η έμφασή του δεν ήταν στο να αναδειχτούν οι μηχανισμοί που το γέννησαν, αλλά στην αναζήτηση δυνατοτήτων παραπομπής πολιτικών αντιπάλων. Μόνο που μια τέτοια αντιμετώπιση στο τέλος καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο: στη συγκάλυψη και όχι στη διόρθωση.

Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα όταν μια χώρα μπει στο φαύλο κύκλο της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής με εργαλειακά και κοντόθωρα κριτήρια και όχι με ορίζοντα τον πραγματικό θεσμικό εκσυγχρονισμό.

Ο κ. Πολάκης, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, έγινε τμήμα αυτής της μεθόδευσης. Ήταν αυτός που τα έλεγε χοντρά, που υποσχόταν στο κομματικό ακροατήριο ότι «εάν κάνουμε κοινωνική πολιτική και στείλουμε και μερικούς μέσα» θα κερδίσουμε τις εκλογές, που τον θαύμαζε ο κομματικός μηχανισμός γιατί «έδινε πόνο» από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όμως, την ίδια στιγμή δεν είχαμε μεγάλη πρόοδο ως προς τη θεσμική θωράκιση απέναντι σε μελλοντικά σκάνδαλα. Και γι’ αυτό φέρει και αυτός ευθύνη.

Ο κ. Πολάκης υπεραμύνθηκε της ατομικής του εντιμότητας και αγωνιστικότητας. Δεν έχουμε κανένα λόγο να την αμφισβητήσουμε. Όμως, αυτό δεν αναιρεί ότι αποτέλεσε τμήμα μιας κυβέρνησης που φάνηκε ασυνεπής στην υπόσχεσή της να φέρει τελικά άλλο ήθος στην άσκηση της εξουσίας.