Ο σκηνοθέτης της ταινίας «Η Πριγκίπισσα του Μονπενσιέ» -ταινία που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Καννών το 2010- εξομολογείται…

Υπόθεση και συντελεστές εδώ.

Τι ήταν αυτό που έλκυσε εσάς και τον Ζαν Κόσμος, τον δεύτερο σεναριογράφο, στο μυθιστόρημα της Μαντάμ Ντε Λα Φαγιέτ;

Η δυνατότητα να διηγηθούμε μια ερωτική ιστορία που διέθετε λυρισμό και περιθώρια ανάπτυξης. Όταν ξεκινήσαμε την προσαρμογή, το κύριο μέλημά μας ήταν να αποδώσουμε την ατμόσφαιρα της εποχής, το βάθος των συναισθημάτων και του πάθους του μυθιστορήματος και όλη την ωμή βία του. Μετά από τα «Life and Nothing But”, “Captain Conan” και “Safe Conduct”, ο Ζαν κατάφερε για ακόμα μία φορά να με εκπλήξει με την ευρηματικότητά του, το χιούμορ του και την απόλυτη γοητεία της πένας του.
Οι διάλογοί του καταφέρνουν να δώσουν ζωή σε μια ολόκληρη εποχή. Καθοδήγησαν τη φαντασία τόσο τη δική μου όσο και των ηθοποιών, οι οποίοι κατάφεραν να τους κάνουν κτήμα τους με έναν πολύ σύγχρονο και συγκλονιστικό τρόπο.

Δουλέψατε με ένα καστ που απαρτιζόταν κυρίως από νεαρούς ηθοποιούς…

Ήταν ένας ακόμα από τους λόγους που ήθελα να κάνω αυτή την ταινία. Μου δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστώ για πρώτη φορά με πολλούς από τους πρωταγωνιστές μου. Κατά τη διάρκεια των οκτώ εβδομάδων που διήρκεσαν τα γυρίσματα, καθημερινά βίωνα αυτό που τόσο ωραία έχει εκφράσει ο Μάικλ Πάουελ για τους ηθοποιούς: οι λέξεις παύουν να είναι ένα παραπέτασμα πίσω από το οποίο κρύβεται ο συγγραφέας. Γίνονται το μουσικό όργανο με το οποίο ο κάθε ηθοποιός παράγει έναν γοητευτικό ήχο.
Παίρνουμε μια γεύση από τη χαρά και τη δυστυχία που μέχρι τότε αγνοούσαμε. Ο σκηνοθέτης παύει να ανησυχεί για τα κοστούμια και για το πρόγραμμα των γυρισμάτων. Αφήνει τα ηνία και τον πλήρη έλεγχο στη φαντασία του. Και για μια στιγμή, είναι απλά ευτυχισμένος. Εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Πολύ ευτυχισμένος. Δεν ένιωσα ούτε στιγμή ότι σκηνοθετώ τους ηθοποιούς. Απλά τους παρακολουθούσα. Με ενέπνεαν, με παρέσερναν μαζί τους, με ενθουσίαζαν. Ήταν κάτι το συγκλονιστικό.

Η πριγκίπισσά σας είναι μια επαναστάτρια που αμφισβητεί τον κόσμο στον οποίο ζει…

Η Μαρί ντε Μονπενσιέ είναι μια νεαρή γυναίκα που πρέπει να μάθει με τον δύσκολο τρόπο τι σημαίνει ζωή. Πρέπει να μάθει να τιθασεύει και να ελέγχει τα αισθήματά της και ταυτόχρονα να κάνει δύσκολες και επώδυνες επιλογές παρόλο που ακόμα είναι πολύ μικρή σε ηλικία. Σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Μελανί Τιερί με ενθουσίασε και με συγκίνησε με την ερμηνεία της, την ομορφιά της και φυσικά με την ένταση των συναισθημάτων που προσέδωσε στον χαρακτήρα. Μετά από μια παράσταση του «Baby Doll» με την Μελανί, η Μονίκ Σομέτ μου είπε: «Η κοπέλα είναι σαν ένα Στραντιβάριους. Μπορεί να κάνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί κανείς να της ζητήσει.» Και είχε απόλυτο δίκιο.

Όπως και η Πριγκίπισσα, ο Σαμπάν αρνείται να δεχτεί κατεστημένες ιδέες…

Ο Σαμπάν αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ταινίας. Είναι ο συναισθηματικός καταλύτης και μας επιτρέπει να δούμε τις διαφορετικές πτυχές της Μαρί. Μου θυμίζει τους μεγάλους ήρωες της κλασσικής λογοτεχνίας – είναι καθηγητής και πολεμιστής, μαθηματικός και φιλόσοφος που αντιμάχεται τη μισαλλοδοξία σε όλες της τις μορφές. Για να αντιληφθούμε τον ουμανισμό και την αφοσίωσή του στην ειρήνη, πρέπει να τον δούμε αντιμέτωπο με τη βιαιότητα του πολέμου. Ο Λάμπερτ Γουίλσον διαχειρίστηκε άρτια κάθε πτυχή του χαρακτήρα και μέσα από τα δικά του μάτια τελικά καταλαβαίνουμε τις σπαραξικάρδιες αποφάσεις του σχετικά με την Μαρί.

Προσφέρετε μια εντελώς νέα απεικόνιση του Δούκα του Ανζού, του μελλοντικού Βασιλέα Ερρίκου Γ΄.

Ήθελα να ξεφύγω από την καρικατούρα που προσέφερε η Ιστορία. Ο Δούκας του Ανζού ήταν ένας εξαιρετικός στρατηγός που διακρινόταν για την ευστροφία και την οξύνοιά του. Κάποιος κάποτε είπε ότι θα γινόταν σπουδαίος βασιλιάς αν ζούσε σε μια καλύτερη εποχή. Ο Ραφαέλ Περσονάζ τον ενσάρκωσε με κύρος, χάρη και γοητεία αποτυπώνοντας εξαιρετικά την ευφυΐα, την ασάφεια και το καυστικό του πνεύμα.

Ενώ ο Γκιζ και ο Μονπενσιέ είναι στρατιώτες…

Ο Γκιζ είναι ένας κατεξοχήν πολεμιστής. Είναι κυνηγός. Αντιπροσωπεύει την ωμή δύναμη, το θάρρος και την θρησκευτική απολυτότητα με συγκινητικές στιγμές ειλικρίνειας και αμφιβολίας. Ο Γκασπάρ Ουλιέλ εκφράζει όλη τη δύναμη, τη βία, τον αισθησιασμό και την περιστασιακά ειλικρινή αγάπη. Από την άλλη ο Φιλίπ ντε Μονπενσιέ είναι βαθύτατα ειλικρινής και λιγότερο πολιτικά φιλόδοξος. Ερωτεύεται τη σύζυγό του μετά τον γάμο τους και παρασύρεται από αυτό το πάθος, τη στιγμή που ο Γκιζ κατακλύζεται από τη φιλοδοξία του. Ο Γκρεγκουάρ Λεπρίνς-Ρενγκέ προσέδωσε αυτή την εσωτερική δύναμη στον Μονπενσιέ, με εντυπωσιακές βίαιες εκρήξεις. Από την πρώτη μέρα, μπορούσα να δω ότι είχε κατακτήσει σε βάθος τον χαρακτήρα του.

Σε γενικές γραμμές όμως, η ματιά σας είναι αρκετά φεμινιστική.

Είναι σαφές ότι είμαι με το μέρος της Μαρί. Βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στην εκπαίδευσή της και αυτά που περιμένουν οι άλλοι από την ίδια και το πάθος της. Αρνείται να γίνει η υποταγμένη σύζυγος. Θέλει να μορφωθεί και να κατανοήσει τον κόσμο. Η επιθυμία της για μάθηση την καθιστά ικανή να αντισταθεί.

Δεν δίνετε όμως, ούτε για μια στιγμή την εντύπωση ότι πρόκειται για μια ταινία εποχής.
Ήθελα να είναι όσο σύγχρονη και φυσική όσο η ιστορία που διηγούμαστε, όπως ακριβώς έκανα και στα “Safe Conduct” και “In The Electric Mist». Δεν ήθελα να αναβιώσω μια εποχή. Ήθελα να αποτυπώσω το πνεύμα της. Για παράδειγμα, δεν ήθελα μουσική τύπου 16ου αιώνα.
Παρόλο που ο Φιλίπ Σάρντ άντλησε την έμπνευσή του από συνθέτες της εποχής, όπως ο Ρολάν Ντε Λασούς, φροντίσαμε όλες οι ενορχηστρώσεις και οι αρμονίες να είναι πολύ σύγχρονες. Για την ακρίβεια, καταλήξαμε με ένα εντελώς πρωτότυπο μουσικό σχήμα που αποτελείτο από τρεις μπαρόκ μουσικούς, τέσσερα τρομπόνια, επτά διπλά μπάσα και τσέλο και πέντε κρουστά. Και καθόλου βιολιά!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο