Η Ταϊβάν που θέλει να ονομάζεται Κίνα και η Κίνα που θεωρεί την Ταϊβάν επαρχία της
91 Η διαμάχη της Κίνας με την Ταϊβάν ξεκινά το 1949, όταν οι κομμουνιστικές δυνάμεις απομάκρυναν τους εθνικιστές από την ηπειρωτική χώρα στη Φορμόζα, όπως ονομαζόταν η νήσος.Η μικρή νησιωτική κρατική οντότητα δημιουργήθηκε όταν η νίκη του απελευθερωτικού στρατού του Μάο Τσε Τουνγκ ανάγκασε τους 30.000 στρατιώτες του Τσαγκ Κάι Σεκ να καταφύγουν στο νησί […]
Η διαμάχη της Κίνας με την Ταϊβάν ξεκινά το 1949, όταν οι κομμουνιστικές δυνάμεις απομάκρυναν τους εθνικιστές από την ηπειρωτική χώρα στη Φορμόζα, όπως ονομαζόταν η νήσος.
Η μικρή νησιωτική κρατική οντότητα δημιουργήθηκε όταν η νίκη του απελευθερωτικού στρατού του Μάο Τσε Τουνγκ ανάγκασε τους 30.000 στρατιώτες του Τσαγκ Κάι Σεκ να καταφύγουν στο νησί μαζί με δύο εκατομμύρια μετανάστες.
Από εκείνη την περίοδο μέχρι σήμερα η Ταϊβάν έκανε πολλά βήματα για τον εκδημοκρατισμό της.
Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν επαρχία εν αποστασία. Από την πλευρά της η δεύτερη, που αυτοπροσδιορίζεται ως «Δημοκρατία της Κίνας» σε αντιπαραβολή με την ηπειρωτική «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας», επιθυμεί την ανεξαρτησία της, την οποία μάλιστα κατά το παρελθόν είχε απειλήσει ότι θα ανακηρύξει μονομερώς, έχοντας να αντιμετωπίσει τις απειλές για κήρυξη πολέμου από την πλευρά του Πεκίνου.
Εδώ και πολλά χρόνια η Κίνα επιμένει ότι μία χώρα δεν μπορούν να διατηρεί διπλωματικές σχέσεις και με το Πεκίνο και με την Ταϊπέι ταυτόχρονα, γεγονός που έχει οδηγήσει τις περισσότερες χώρες να επιλέξουν την ισχυρή Κίνα έναντι της πιο αδύναμης Ταϊβάν.
Αν και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι περισσότερες δυτικές χώρες αναγνώριζαν την Ταϊβάν, πλέον επίσημες σχέσεις με την Ταϊπέι διατηρούν 27 μόνο χώρες, κυρίως της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής και του Ειρηνικού. Αρκετές άλλες διατηρούν γραφεία συνδέσμων, τα οποία επισήμως διστάζουν να αναβαθμίσουν σε πρεσβείες. Επιπλέον η Ταϊβάν δεν διαθέτει θέση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών -την έχασε το 1971 από την Κίνα- ενώ και οι επόμενες προσπάθειες για εκπροσώπηση στον ΟΗΕ έχουν μπλοκαριστεί από το Πεκίνο.
Παρά τον διπλωματικό της αποκλεισμό, η Ταϊβάν έχει γίνει μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις της Ασίας. Πολλοί θεωρούν ότι έχει επιτύχει ένα «οικονομικό θαύμα», έχοντας μετατραπεί σε μια από τις μεγαλύτερες παραγωγούς τεχνολογίας ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Για πολλά χρόνια οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών μπορούσαν να χαρακτηριστούν τουλάχιστον ψυχροπολεμικές. Τα στενά ανάμεσα σε Ταϊβάν και Κίνα αποτελούν μάλιστα μια από τις βαρύτερα στρατιωτικοποιημένες ζώνες στον κόσμο.
Οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης ανάμεσα στις δύο πλευρές ξεκίνησαν το 1993, αλλά διακόπηκαν το 1999, όταν ο Τσεν Σούι Μπιαν, ξεκάθαρα ταγμένος υπέρ της ανεξαρτητοποίησης, εξελέγη πρόεδρος της Ταϊβάν.
Ωστόσο μετά την εκλογή του Μα Γινγκ Τζέου (τον Μάρτιο του 2008) στην προεδρία της Ταϊβάν, οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών έχουν βελτιωθεί αισθητά. «Η Ταϊβάν δεν θέλει απλά ασφάλεια και ευημερία. Θέλει την αξιοπρέπειά της. Μόνον όταν θα πάψουμε να είμαστε απομονωμένοι από τη διεθνή κοινότητα θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις διμερείς σχέσεις μας με την Κίνα με περισσότερη αυτοπεποίθηση» δήλωσε αμέσως μετά την εκλογή του ο νέος πρόεδρος.
Ακολούθησαν διμερείς επαφές και συμφωνία για την εγκατάσταση γραφείων συνδέσμωντης άλλης πλευράς στις δύο πρωτεύουσες, καθώς και η αεροπορική σύνδεση Ταϊβάν-Κίνας.
Ουσιαστικά οι επαφές αυτές έχουν ως πρώτο στόχο την επίλυση πρακτικών προβλημάτων, χωρίς αυτό να αλλάζει το γεγονός ότι το μέλλον της πολιτικής υπόστασης της Ταϊβάν παραμένει αβέβαιο. Το Πεκίνο τάσσεται υπέρ μιας κατάστασης ημι-αυτονομίας στα πρότυπα του Χονγκ Κονγκ, προοπτική που η Ταϊβάν δεν φαίνεται έτοιμη να αποδεχτεί.