Σε δίκη η Continental Airlines για τη συντριβή του γαλλικού Concorde το 2000
Η Continental Airlines και πέντε φυσικά πρόσωπα οδηγούνται από τη γαλλική Δικαιοσύνη σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας για το ρόλο που διαδραμάτισε αεροσκάφος της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας στη συντριβή του Concorde της Air France το 2000.
Η Continental Airlines και πέντε φυσικά πρόσωπα οδηγούνται από τη γαλλική Δικαιοσύνη σε δίκη με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας για το ρόλο που διαδραμάτισε αεροσκάφος της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας στη συντριβή του υπερυχητικού Concorde της Air France το 2000, με απολογισμό 113 νεκρούς.
Τα φυσικά πρόσωπα που θα δικαστούν για το αεροπορικό δυστύχημα είναι δύο υπάλληλοι της Continental Airlines, δύο υπάλληλοι της κατασκευάστριας εταιρείας του Concorde, Aerospatiale, και ένα πρώην στέλεχος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Γαλλίας.
Η δίκη αναμένεται να αρχίσει σε περίοδο δύο έως τριών μηνών.
Η έρευνα που διεξήχθη για το δυστύχημα έδειξε ότι η έκρηξη στις δεξαμενές καυσίμων του Concorde συνδέεται με τη ρήξη ελαστικού εξαιτίας ενός ελάσματος τιτανίου περίπου 10 εκατοστών που είχε χάσει νωρίτερα αεροπλάντο τύπου DC-10 της Continental Airlines στο διάδρομο απογείωσης.
Το έλασμα που είχε απομείνει στην πίστα προκάλεσε το σκάσιμο ενός εκ των ελαστικών του υπερηχητικού αεροπλάνου. Στη συνέχεια, κομμάτια του ελαστικού δημιούργησαν ρήγμα στο τοίχωμα της δεξαμενής των καυσίμων του αεροπλάνου και προκλήθηκε ανάφλεξη λιγότερο από 120 δευτερόλεπτα μετά την απογείωσή του στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκολ του Παρισιού.
Από τη συντριβή του αεροσκάφους στις 25 Ιουλίου του 2000 σκοτώθηκαν οι 109 επιβαίνοντες και τέσσερα άτομα στο έδαφος.
Τα υπερηχητικά αεροσκάφη Concorde καθηλώθηκαν στο έδαφος το 2003. Το τέλος της 27χρονης ιστορίας των θρυλικών Concorde γράφτηκε τον Οκτώβριο του 2003 με την άφιξη της τελευταίας υπερηχητικής πτήσης της British Airways στο αεροδρόμιο Χίθροου του Λονδίνου.
Τα Concorde αποτελούσαν μέρος των στόλων της British Airways και της Air France, αλλά αποφασίστηκε να διακοπεί η χρήση τους λόγω του υψηλού κόστους συντήρησης και εκσυγχρονισμού τους.