37

του ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

H τελετή απονομής των βραβείων Οσκαρ για τις καλύτερες ταινίες του 1967 πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου του 1968 στο Civic Auditorium της Σάντα Μόνικα – και ήταν εξ αναβολής: η τελετή είχε μετατεθεί κατά λίγες ημέρες για να δηλωθεί πως η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου συμμετείχε, και αυτή, στο πένθος της προοδευτικής Αμερικής για τη δολοφονία του μαύρου ακτιβιστή πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ λίγες ημέρες πριν, στις 4 Απριλίου. Αλλά δεν επρόκειτο για τη μόνη συνέπεια της δολοφονίας: η αναστάτωση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι συγκρούσεις για την παραχώρηση δικαιωμάτων στους μαύρους Αφροαμερικανούς αποτυπώθηκε έντονα και στα Οσκαρ που απένειμε η Ακαδημία, δύο ταινίες που έθιγαν με διαφορετικό τρόπο το πρόβλημα των φυλετικών διακρίσεων τιμήθηκαν με βραβεία.

Η πρώτη ήταν «Η ιστορία ενός εγκλήματος» («In the heat of the night») του Νόρμαν Τζούισον με θέμα την προσπάθεια ενός μαύρου «πρωτευουσιάνου» αστυνομικού (Σίντνεϊ Πουατιέ) να ξεπεράσει τις αντιξοότητες που προκαλούσε το χρώμα του δέρματός του σε ένα χωριό του αμερικανικού Νότου όπου είχε κληθεί να εξιχνιάσει μια δύσκολη υπόθεση φόνου. Κέρδισε το Οσκαρ καλύτερης ταινίας και α ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία όχι του Πουατιέ αλλά του Ροντ Στάιγκερ, ο οποίος υποδύθηκε τον αθυρόστομο και εκρηκτικό λευκό τοπικό σερίφη o οποίος εν τέλει παραδέχεται την ανωτερότητα του μαύρου, πλην επιστήμονα, συναδέλφου του.

Η δεύτερη ταινία που διακρίθηκε στην ίδια απονομή ήταν η δροσερή κομεντί «Μάντεψε ποιος θα ρθει το βράδυ» («Guess whos coming to dinner») του Στάνλεϊ Κρέιμερ όπου – και πάλι – ο Πουατιέ υποδυόταν τον υποψήφιο σύζυγο λευκής (Κάθριν Χόουτον), ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπίσει τα μελλοντικά πεθερικά του, ένα από το πιο χαρακτηριστικά ζευγάρια της ιστορίας του αμερικανικού κινηματογράφου, τον Σπένσερ Τρέισι και την Κάθριν Χέπμπορν. Ασφαλώς το ξάφνιασμα ήταν μεγάλο. Οχι μόνο για τα «πεθερικά» Τρέισι – Χέπμπορν, αλλά και για το οπισθοδρομικό κοινό της εποχής που ξίνισε στην ιδέα ότι τα πράγματα είχαν αρχίσει πλέον να αλλάζουν. Ωστόσο το φιλμ απέσπασε δέκα υποψηφιότητες και έφυγε με τα Οσκαρ σεναρίου και α γυναικείου ρόλου για τη Χέπμπορν, η οποία έναν χρόνο αργότερα θα βραβευόταν για τέταρτη φορά σε αυτή την κατηγορία (για το «Λιοντάρι του χειμώνα»).

Οι δύο ταινίες θεωρούνται εμβληματικές σε ό,τι αφορά τη θέση των μαύρων στον αμερικανικό κινηματογράφο, που ως τα μέσα της δεκαετίας του 60 είχε υποτιμηθεί κραυγαλέα. Επιτέλους οι μαύροι ηθοποιοί εισχωρούσαν – έστω δειλά δειλά – στο τερέν των πρωταγωνιστών. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι από το 1929, χρονιά της πρώτης απονομής των βραβείων Οσκαρ, ως τις αρχές της δεκαετίας του 60 μόνο δύο μαύροι ηθοποιοί του Χόλιγουντ είχαν βραβευθεί με Οσκαρ: η Χάτι Μακ Ντάνιελ το 1939 (β ρόλου για το «Οσα παίρνει ο άνεμος») και ο Πουατιέ το 1964 (α ρόλου για το «Κάτω από το βλέμμα του Θεού»).

Ας σημειώσουμε τέλος ότι εκείνη την εποχή βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη το φαινόμενο «Σίντνεϊ Πουατιέ» γιατί παιζόταν και τρίτη ταινία στην οποία είχε ξεχωρίσει, το περίφημο «Στον κύριό μας με αγάπη» («To sir with love»), που αναφερόταν στη σχέση μαύρου αμερικανού καθηγητή με τους μαθητές του σε σχολείο φτωχικής συνοικίας του Λονδίνου.

Σαράντα χρόνια μετά από όλα αυτά βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το φαινόμενο Μπάρακ Ομπάμα.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ