71

Οι πίνακες ζωγραφικής και τα γλυπτά του Κολομβιανού καλλιτέχνη Φερνάντο Μποτέρο κοσμούν μουσεία και δημόσιους εκθεσιακούς χώρους σε όλο τον κόσμο. Όμως, ο πασίγνωστος καλλιτέχνης αντιμετώπισε σχεδόν καθολική απόρριψη, όταν επιχείρησε να πραγματοποιήσει μια έκθεση στις ΗΠΑ. Διότι το θέμα της έκθεσης ήταν η φυλακή του Αμπου Γκράιμπ.

Η σειρά πινάκων ζωγραφικής που απεικονίζουν τα βασανιστήρια Ιρακινών στις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ από στρατιώτες των ΗΠΑ απορρίφθηκαν από όλα τα αμερικανικά μουσεία στα οποία προτάθηκε να εκτεθούν, πριν συμφωνήσει να τα δεχθεί η γκαλερί Μάρλμπορο στο κεντρικό Μανχάταν, όπου παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά την περασμένη εβδομάδα και θα παραμείνουν έως τις 18η Νοεμβρίου.

«Εδώ υπάρχει απόλυτη ελευθερία έκφρασης. Γι αυτό ήταν τόσο ανησυχητικό το ό,τι τα μουσεία δεν ήθελαν να εκθέσουν αυτά τα έργα» είπε ο Μποτέρο. Οι πίνακες, σχολίασε ο 74χρονος ζωγράφος, είναι εμπνευσμένοι από κείμενα που περιέγραφαν τα γεγονότα και δεν αποτελούν απομίμηση των διαβόητων φωτογραφιών των βασανιστηρίων. «Δεν αποκάλυπτα τίποτα που δεν ήταν ήδη γνωστό. Απογοητεύτηκα που το καλλιτεχνικό αυτό όραμα δεν μπορούσε να εκτεθεί» δήλωσε.

«Μου είπαν ότι δέχθηκαν πολλές οργισμένες τηλεφωνικές κλήσεις στην γκαλερί» λέει ο Μποτέρο και προσθέτει ότι δεν νοιάστηκε να ρωτήσει γιατί οι προτάσεις του προς τα μουσεία να εκθέσει τους συγκεκριμένους πίνακες απορρίπτονταν.

Ο κριτικός τέχνης Ντέιβιντ Ντ Αρσί εκτιμά ότι τα μουσεία αποφεύγουν να προκαλούν την κυβέρνηση. «Εάν επρόκειτο για άλλα έργα του Μποτέρο, θα τα δέχονταν αμέσως. Είναι ίσως ο πιο αναγνωρίσιμος σύγχρονος καλλιτέχνης» εξηγεί. «Αλλά» προσθέτει, «το τελευταίο πράγμα που θέλουν τα μουσεία είναι να στιγματισθούν. Υπήρξε μια εποχή που τα μουσεία ήθελαν να σοκάρουν τον κόσμο. Αυτή η εποχή έχει παρέλθει».

Ο Μποτέρο έχει φιλοτεχνήσει 42 πίνακες και 38 ελαιογραφίες για το θέμα. Ο ίδιος λέει ότι εργαζόταν «με μονομανία» επί 14 μήνες για να τους ολοκληρώσει. Αρχισε πέντε μήνες μετά την αποκάλυψη των γεγονότων από το δημοσιογράφο Σέιμουρ Χερς στο περιοδικό New Yorker, το Μάιο του 2004.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters