Ήταν μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περασμένης κινηματογραφικής σεζόν. Ένα χαμηλού προϋπολογισμού, ασπρόμαυρο κομψοτέχνημα, με καλές ερμηνείες και επίκαιρα πολιτικά μηνύματα. Είχε δηλαδή όλα τα προσόντα για να κερδίσει κάποια βραβεία σε δευτερεύοντα φεστιβάλ, να εγκωμιαστεί από τους «ψαγμένους» κριτικούς και να περάσει μετά πολλών επαίνων στη λήθη, όμοια με εκατοντάδες άλλες ταινίες που […]
Ήταν μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις της περασμένης κινηματογραφικής σεζόν. Ένα χαμηλού προϋπολογισμού, ασπρόμαυρο κομψοτέχνημα, με καλές ερμηνείες και επίκαιρα πολιτικά μηνύματα. Είχε δηλαδή όλα τα προσόντα για να κερδίσει κάποια βραβεία σε δευτερεύοντα φεστιβάλ, να εγκωμιαστεί από τους «ψαγμένους» κριτικούς και να περάσει μετά πολλών επαίνων στη λήθη, όμοια με εκατοντάδες άλλες ταινίες που δεν ανήκουν στο αυστηρά εμπορικό κύκλωμα. Η συγκεκριμένη όμως ταινία διέθετε και ένα επιπλέον προσόν: το όνομα του σκηνοθέτη της, ενός μεγάλου σταρ μπροστά από την κάμερα, ο οποίος, όταν συνειδητοποίησε πως οι γκρίζοι κρόταφοι είναι το μόνο θετικό που ένας ηθοποιός μπορεί να περιμένει από το πέρασμα του χρόνου, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του και πίσω από αυτήν. Έτσι, το «Καληνύχτα και Καλή Τύχη» βρήκε όλες τις πόρτες ανοιχτές και, αφού πέρασε από το Φεστιβάλ της Βενετίας και κέρδισε διθυραμβικές κριτικές, έφτασε να διεκδικήσει μέχρι και τα βραβεία Όσκαρ. Όχι πάντως ότι δεν του άξιζε… Και αυτό γιατί ο Τζορτζ Κλούνεϊ -στη δεύτερη μόλις σκηνοθετική του απόπειρα έπειτα από το κάπως ασύμμετρο «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού»- αποδεικνύει πρώτον ότι διαθέτει πολύ μεγάλο ταλέντο και δεύτερον ότι εκμεταλλεύεται τη δημοτικότητά του όχι για να θησαυρίσει αλλά για να προωθήσει τις σοβαρές πολιτικές του θέσεις. Κεντρικός ήρωας της ταινίας είναι ο τηλεοπτικός σχολιαστής Έντουαρτ Μάροου, o οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν δίστασε να κοντραριστεί δημόσια με τον παντοδύναμο γερουσιαστή Μακάρθι, υπερασπίζοντας την ελευθερία του λόγου, απέναντι στο αντικομουνιστικό κυνήγι μαγισσών που ο τελευταίος είχε εξαπολύσει. Όλη η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε εσωτερικούς χώρους: στα τηλεοπτικά στούντιο, στα γραφεία των δημοσιογράφων, στα ασανσέρ και στους διαδρόμους. Παράλληλα, οι ήρωες κινηματογραφούνται συνήθως σε κοντινά πλάνα και ο ηθικολόγος γερουσιαστής εμφανίζεται αποκλειστικά μέσα στους τηλεοπτικούς δέκτες, από τα αυθεντικά φιλμ αρχείου. Ήταν λοιπόν υπαρκτός ο κίνδυνος η ταινία να καταντήσει από κλειστοφοβική έως βαρετή. Αυτός όμως ξεπεράστηκε χάρη στην ικανότητα του Κλούνεϊ, που, κεντώντας σταυροβελονιά με τα λιτά εκφραστικά του μέσα, έφτιαξε τελικά ένα σύνολο που κυλάει αβίαστα, μένοντας πάντα προσηλωμένο στο πολιτικό του μήνυμα. Η κάμερα κινείται με χάρη, οι φωτισμοί παραπέμπουν στις καλύτερες στιγμές του φιλμ νουάρ, η τζαζ σχολιάζει μουσικά τα τεκταινόμενα, ενώ τα προσεγμένα ντεκόρ και τα κοστούμια αναβιώνουν άψογα την εποχή. Εξίσου επιτυχημένο είναι και το ερμηνευτικό μέρος. Εδώ μάλιστα, δίπλα στο Ντέιβιντ Στράθερν που κερδίζει αμέσως το θεατή με το κοφτερό του βλέμμα, εμφανίζεται και ο ίδιος ο Τζορτζ Κλούνεϊ, με αρκετά παραπάνω κιλά και με εμφανή τη θέλησή του να μην κλέψει την παράσταση από τον πρωταγωνιστή του.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας