Ο Tom Waits εξακολουθεί να έχει καλές ιδέες, αν και συχνά επαναλαμβάνεται. Παράλληλα, χάρη στην αποθησαυρισμένη εμπειρία 32 ετών καριέρας, έχει στη διάθεσή του ένα ζηλευτό οπλοστάσιο εκφραστικών μέσων με το οποίο είναι σε θέση να ζωγραφίζει με λαμπερά ή ζοφερά χρώματα πορτρέτα της ζωής λεπτομερή ή αφαιρετικά, ρεαλιστικά ή ποιητικά, άδολα ή κολασμένα. Στο […]
Ο Tom Waits εξακολουθεί να έχει καλές ιδέες, αν και συχνά επαναλαμβάνεται. Παράλληλα, χάρη στην αποθησαυρισμένη εμπειρία 32 ετών καριέρας, έχει στη διάθεσή του ένα ζηλευτό οπλοστάσιο εκφραστικών μέσων με το οποίο είναι σε θέση να ζωγραφίζει με λαμπερά ή ζοφερά χρώματα πορτρέτα της ζωής λεπτομερή ή αφαιρετικά, ρεαλιστικά ή ποιητικά, άδολα ή κολασμένα. Στο νέο του άλμπουμ εγκαταλείπει το -άλλοτε αγαπημένο του- πιάνο και προτείνει ένα χαρμάνι από εξομολογητικές μπαλάντες, αρχέτυπα blues, dub-reggae ρυθμούς, αιρετικές μελωδίες, jazz φινέτσα και avant-garde παρεκκλίσεις στα ντανταϊστικά πρότυπα του Captain Beefheart. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το εγχείρημα ποικίλλει. Πιο αξιόλογες είναι οι αλά-«Rain Dogs» μπαλάντες («Trampled Rose», «Dead And Lovely»), ενώ λιγότερο εύστοχες είναι οι συνθέσεις εκείνες που προσκολλώνται στη συζητήσιμου γούστου καινοτομία της υποκατάστασης των ντραμς από το «ανθρώπινο beatbox» (ένα συνονθύλευμα από μουρμουρητά, γρυλίσματα και βογκητά που έρχονται κατευθείαν από το νοτισμένο από το αλκοόλ και τη νικοτίνη λαρύγγι του 55χρονου Waits).