Πριν πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό Γαλαξία, η Λιουκ Σκαϊγουόκερ, ο Χαν Σόλο και η πριγκίπισσα Λέια εναντιώθηκαν στην Αυτοκρατορία, τάχθηκαν με το μέρος των επαναστατών, έφεραν ξανά στο προσκήνιο τους ιππότες Τζεντάι και ένιωσαν τη Δύναμη να είναι με το μέρος τους. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια ένας όχι και τόσο διάσημος σκηνοθέτης χτυπούσε […]
Πριν πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό Γαλαξία, η Λιουκ Σκαϊγουόκερ, ο Χαν Σόλο και η πριγκίπισσα Λέια εναντιώθηκαν στην Αυτοκρατορία, τάχθηκαν με το μέρος των επαναστατών, έφεραν ξανά στο προσκήνιο τους ιππότες Τζεντάι και ένιωσαν τη Δύναμη να είναι με το μέρος τους. Πριν από τριάντα περίπου χρόνια ένας όχι και τόσο διάσημος σκηνοθέτης χτυπούσε τις πόρτες των εταιρειών, προτείνοντας εννέα συνολικά ταινίες (τρεις τριλογίες, δηλαδή) με θέμα τη σύγκρουση του Καλού και του Κακού στο Διάστημα. Κάποιοι τον πίστεψαν και τον βοήθησαν να στήσει δική του εταιρεία παραγωγής. Και παρά τις αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της αρχικής ταινίας, ο Τζορτζ Λούκας επιβλήθηκε στον κόσμο του θεάματος: Το παραμύθι του μίλησε στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων, έκανε ομότεχνούς του να ζηλέψουν ή να εμπνευστούν από το τελικό αποτέλεσμα, άνοιξε νέους δρόμους στα οπτικά εφέ των κινηματογραφικών παραγωγών και άλλαξε για πάντα τις ηχητικές μπάντες και τον τρόπο που ο κόσμος έβλεπε μέχρι τότε ταινίες. 1977. Το κοινό κάνει ουρές για την πρεμιέρα μιας ταινίας που τιτλοφορείται «Star Wars». Τα φώτα στην αίθουσα σβήνουν και στην οθόνη εμφανίζεται η φράση «a long time ago in a galaxy far, far away…». Ύστερα… πανικός. Η επική μουσική του Τζον Γουίλιαμς σείει την αίθουσα, ένα τεράστιο διαστημόπλοιο περνά πάνω από τα κεφάλια των θεατών και το νήμα του μύθου αρχίζει να ξετυλίγεται. Η υπόθεση στον «Πόλεμο των Aστρων» δεν είχε τίποτα πρωτότυπο: Αρχέτυπη σύγκρουση (επαναστάτες πολεμούν το ολοκληρωτικό καθεστώς της Αυτοκρατορίας, που έχει καταλύσει την Παλαιά Δημοκρατία), αρχέτυποι χαρακτήρες (γενναίοι ήρωες, ιππότες, πριγκίπισσες, εκπρόσωποι του Κακού και σοφοί γέροντες), στερεότυποι (αγγλοσαξονικοί) μύθοι (το Φως του Καλού εναντιώνεται στο Σκοτάδι του Κακού). Αυτό που μάγεψε το κοινό ήταν ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης διαχειρίστηκε το υλικό του και οι νέες τεχνικές που βοήθησαν ώστε να ζωντανέψουν πειστικά στην οθόνη πράγματα και πλάσματα της φαντασίας. Η ιδέα του Λούκας ήταν να γίνει μια ταινία εμπνευσμένη από τα λαϊκά σίριαλ που διαδραματίζονταν στο Διάστημα -το «Φλας Γκόρντον» λόγου χάρη-, καθώς και από άλλα είδη του λαϊκού σινεμά, όπως οι ταινίες με γκάνγκστερ ή οι ιαπωνικές παραγωγές με σαμουράι. Όχι μόνο το πέτυχε, αλλά είδε το όραμά του να βρίσκει τεράστια απήχηση σε παγκόσμιο επίπεδο και τον εαυτό του να κατακτά περίοπτη θέση στο χρηματιστήριο του Χόλιγουντ. Η επιτυχία του πρώτου μέρους επέτρεψε να γυριστούν δυο ακόμα παραγωγές που ολοκλήρωσαν την πρώτη τριλογία. Το 1980 προβλήθηκε στις αίθουσες το φιλμ «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται» και τρία χρόνια αργότερα, το 1983, η «Επιστροφή των Τζεντάι». Σε αμφότερες τις ταινίες ο Λούκας κράτησε το ρόλο του παραγωγού αναθέτοντας τη σκηνοθεσία στο δάσκαλό του Ίρβιν Κέρσνερ και στον τότε ανερχόμενο Ρίτσαρντ Μάρκαντ, αντίστοιχα. Από τις καινοτομίες που εισήγαγαν τα δυο αυτά φιλμ αξίζει να σταθεί κανείς στον Γιόντα. Πρώτη φορά μια μαριονέτα είχε σημαντικό ρόλο σε ταινία και μάλιστα συμπεριφερόταν τόσο φυσικά που δύσκολα πίστευε κανείς ότι κάτω από τη μάσκα δεν κρυβόταν ηθοποιός. Όμως το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ήταν μόνο η μια πλευρά των αλλαγών που έφερε στον κινηματογράφο ο Λούκας με το «Star Wars». Το άλλο κομμάτι έχει να κάνει με την τεχνολογία που αναπτύχθηκε σε επίπεδο εικόνας και ήχου. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη δική του εταιρεία παραγωγής, τη Lucasfilm Ltd, ο «δαιμόνιος» Αμερικανός δημιουργός συνέστησε μια ακόμα εταιρεία, ειδικευμένη στις οπτικές ψευδαισθήσεις. Η Industrial Light and Magic (ILM) κλήθηκε να ανακαλύψει τρόπους κινηματογράφησης των μοντέλων ώστε να πείθουν για αληθινά και παράλληλα να επεξεργαστεί τα οπτικά εφέ. Σήμερα η ILM είναι πρωτοπόρος στην ψηφιακή τεχνολογία, αναλαμβάνει να υλοποιήσει ό,τι σκαρφίζονται οι σεναριογράφοι και οι παραγωγοί, προκειμένου να εντυπωσιάσουν τους θεατές, ενώ είναι γνωστό ότι από τους κόλπους της ξεπήδησε η Pixar, η εταιρεία που ειδικεύτηκε με επιτυχία στο ψηφιακό κινούμενο σχέδιο. Κλείνουμε τη σύντομη αναφορά στο τεχνικό μέρος με τον ήχο του «Πολέμου των Aστρων». Ήταν η πρώτη ταινία που προβλήθηκε με το σύστημα Dolby Stereo. Τον καιρό του αναλογικού ήχου τα εργαστήρια Dolby κατάφεραν να «κρύψουν» δυο ακόμα κανάλια ήχου στο στερεοφωνικό σήμα. Με τον κατάλληλο αποκωδικοποιητή η μπάντα της ταινίας ακουγόταν όχι μόνο από ένα αριστερό και ένα δεξί ηχείο, αλλά και από το κέντρο και περιφερειακά, χάρη σε ηχεία που ήταν σπαρμένα στην αίθουσα. Το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν άκρως εντυπωσιακό, καθώς ο θεατής αισθανόταν τον ήχο να τον «κυκλώνει». Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η ψηφιακή τεχνολογία είχε κατακτήσει τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Ήταν η εποχή που ο Λούκας αισθάνθηκε ότι έπρεπε να καταπιαστεί ξανά με τις τρεις πρώτες ταινίες του «Star Wars» και να τις παραδώσει στο κοινό όπως ακριβώς τις είχε φανταστεί. Η επεξεργασία της Ειδικής Έκδοσης ξεκίνησε το 1994. Στη συνολική διάρκεια των τριών φιλμ, που ξεπερνούν τις έξι ώρες, έγιναν πάνω από 60 ουσιαστικές για το τελικό αποτέλεσμα επεμβάσεις, δημιουργήθηκαν δεκάδες νέοι «χαρακτήρες» (εξ ολοκλήρου ψηφιακοί) και προστέθηκαν καινούργιες σκηνές, είτε αυτούσιες είτε ως «ουρές» σε λήψεις που τότε δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές και δεν χρησιμοποιήθηκαν. Οι αρχικές κόπιες καθαρίστηκαν, τα χρώματα και τα matte lines (ορατά περιγράμματα) διορθώθηκαν, πολλά φόντα πέρασαν από καινούργια επεξεργασία ή άλλαξαν εντελώς, ενώ η ηχητική μπάντα υπέστη νέα επεξεργασία έτσι ώστε να γίνει ψηφιακή εξακάναλη και να καλύπτει τις προδιαγραφές ΤΗΧ, ένα ακόμα λογότυπο που ανήκει στον Λούκας και δίδεται σε μηχανήματα που τηρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας. Αυτήν ακριβώς την Ειδική Έκδοση, με ελάχιστες επεμβάσεις-βελτιώσεις στα πλάνα και με ήχο Dolby Digital EX, περιλαμβάνει το κουτί με τα DVD της τριλογίας. Ο Λούκας μάς έδωσε σχεδόν όλα όσα ονειρευόμασταν: εξαιρετική ποιότητα και πλούσια έξτρα. Η Fox, όσον αφορά στην έκδοση που προορίζεται για την Ελλάδα, όχι. Η εικόνα καθεμιάς από τις ταινίες είναι αυτό που λέμε «να την πιεις στο ποτήρι». Κρυστάλλινη αίσθηση, κορυφαία υφή και λεπτομέρεια, λαμπρά χρώματα, φυσικοί τόνοι της σάρκας, στιλπνό μαύρο στο κράνος του Νταρθ Βέιντερ και εκτυφλωτικό λευκό στις πανοπλίες των στρατιωτών. Ο ήχος και των τριών φιλμ αποδίδει μια μοναδική αίσθηση περιβάλλοντος χώρου πότε με τα εφέ που σε κυκλώνουν και σε κάνουν να ζεις τη δράση και πότε με χαμηλές συχνότητες που προκαλούν δέος. Παρ΄ όλα αυτά η μπάντα διαφέρει ως προς τη χροιά από ταινία σε ταινία. Δεδομένου ότι έξι ολόκληρα χρόνια χωρίζουν την πρώτη από την τρίτη παραγωγή, ο ήχος του αρχικού «Star Wars» ακούγεται «παλιός» -κάπως «ξύλινος», αν θέλετε. Τα έξτρα του τέταρτου δίσκου παρέχουν άφθονες πληροφορίες σχετικά με τις παραγωγές (αρχική σύλληψη, υλοποίηση των εφέ, γυρίσματα κ.ά.), ειδικά το ντοκιμαντέρ μεγάλης διάρκειας «Empire of Dreams» που ακολουθεί τον Λούκας από το θρυλικό φιλμ «THX 1138» (1970) και το «American Graffiti» (1973) έως την ίδρυση της δικής του αυτοκρατορίας. Προσωπικά με ενόχλησαν οι εκθειαστικές δηλώσεις αναγνωρισμένων σκηνοθετών, όπως ο Ρίντλεϊ Σκοτ και ο Τζον Σίνγκλετον: μιλούν για το «Star Wars» σαν να επρόκειτο για το υπέρτατο αριστούργημα της Έβδομης Τέχνης. Περισσότερο, όμως, με ενόχλησε το γεγονός ότι τα έξτρα δεν έχουν ελληνικούς υπότιτλους. Μια ακόμα φορά (δεν έχουμε ξεχάσει τις μπάντες DTS στα γαλλικά) η Fox περιφρονεί τη -μικρή κατά την άποψή της- ελληνική αγορά. Μήπως πρέπει και ο αγοραστής να αντιδράσει αναλόγως;