Ο Μπομπ Όντενκιρκ δεν ακολούθησε ποτέ «λογική» πορεία καριέρας. Για δεκαετίες ήταν μια φιγούρα-σύμβολο της εναλλακτικής κωμωδίας, με τη σειρά Mr. Show with Bob and David να θεωρείται μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς.

Η μεγάλη ανατροπή ήρθε με τον ρόλο του στο Breaking Bad, όπου ως Σολ Γκούντμαν πέρασε στο mainstream, για να φτάσει στην πλήρη καταξίωση μέσα από το Better Call Saul.

Και ενώ όλα έδειχναν ότι είχε βρει τη «θέση» του, έκανε άλλη μία στροφή — αυτή τη φορά προς την action κινηματογραφία, με το Nobody και τη νέα ταινία Normal, όπου υποδύεται έναν σερίφη που μπλέκει σε βίαιες συγκρούσεις ακόμη και με τη γιακούζα.

Το καρδιακό επεισόδιο που δεν «έδειξε» τίποτα

Στη συνέντευξή του στους New York Times, ο Μπομπ Όντενκιρκ επιστρέφει σε μια εμπειρία που άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα: την κατάρρευσή του στα γυρίσματα του Better Call Saul.

Αντί για κάποια «αποκάλυψη», όπως συχνά περιγράφεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ίδιος θυμάται… τίποτα.

«Ήταν ένα κενό», λέει. Δεν υπήρξε ούτε φως ούτε αναδρομή ζωής — απλώς χάθηκε η συνείδηση και επανήλθε ουσιαστικά μία εβδομάδα αργότερα.

Αυτό που τον δυσκόλευε έκτοτε ήταν να εξηγήσει τι του άφησε αυτή η εμπειρία.

REUTERS/Fred Prouser (UNITED STATES – Tags: ENTERTAINMENT)

Ένα βιβλίο που του έδωσε λέξεις

Την απάντηση τη βρήκε απροσδόκητα, διαβάζοντας το μυθιστόρημα On the Calculation of Volume.

Η ηρωίδα του βιβλίου ζει την ίδια μέρα ξανά και ξανά — και μέσα από αυτή την ιδέα, ο Μπομπ Όντενκιρκ αναγνώρισε κάτι πολύ προσωπικό: την αίσθηση ότι ζούσε χωρίς στόχο, χωρίς βιασύνη, χωρίς την ανάγκη να «κυνηγήσει» κάτι.

Περιγράφει εκείνη την περίοδο ως έναν τρόπο ύπαρξης όπου κάθε λεπτομέρεια του κόσμου είχε ένταση και καθαρότητα — μια κατάσταση απόλυτης παρουσίας που, όμως, δεν μπορούσε να κρατήσει.

Η παγίδα της «επιτυχίας»

Μιλώντας στους New York Times, ο ηθοποιός αποδομεί και την ιδέα ότι η επιτυχία λύνει τα πάντα.

Παραδέχεται ότι τα χρήματα προσφέρουν ασφάλεια — δεν ανησυχείς για την υγεία ή το σπίτι σου. Όμως μέχρι εκεί.

«Δεν σε βοηθούν όσο νομίζεις», λέει.

Αντίθετα, αυτό που του έδωσε πραγματική αίσθηση σκοπού ήταν η οικογένεια. Τα χρόνια που τα παιδιά του ήταν μικρά, όπως λέει, ήταν η πιο πλήρης περίοδος της ζωής του — γιατί τότε δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το τι είχε σημασία.

Η «ιδανική» δόση φήμης

Ο Μπομπ Όντενκιρκ περιγράφει και κάτι σπάνια ειπωμένο: ότι υπάρχει ένα σημείο όπου η επιτυχία είναι «αρκετή».

Θυμάται την περίοδο πριν το Breaking Bad, όταν μπορούσε να κυκλοφορεί χωρίς να τον αναγνωρίζουν όλοι — και όσοι τον ήξεραν, τον ήξεραν πραγματικά, από τη δουλειά του στην κωμωδία.

Μετά τη μεγάλη επιτυχία, αυτό άλλαξε. Οι περισσότεροι τον γνώριζαν ως έναν χαρακτήρα, όχι ως τον ίδιο.

Και αυτό, όπως αφήνει να εννοηθεί, έχει το τίμημά του.

Γιατί οι action ρόλοι λειτουργούν

Η στροφή του στις ταινίες δράσης δεν είναι τυχαία. Όπως εξηγεί, αυτές οι ιστορίες λειτουργούν σαν εκτόνωση: προσφέρουν έναν κόσμο όπου το κακό είναι ξεκάθαρο και μπορείς να αντιδράσεις χωρίς συνέπειες.

Και ίσως γι’ αυτό έχουν απήχηση — γιατί στην πραγματική ζωή αυτό σπάνια συμβαίνει.

Η κωμωδία ως «καθρέφτης» του ανθρώπου

Παρά τη στροφή του σε άλλα είδη, επιμένει ότι η κωμωδία —και ειδικά το sketch— λέει περισσότερα για τον άνθρωπο από οποιαδήποτε «σοβαρή» τέχνη.

Είναι, όπως υποστηρίζει, ο πιο άμεσος τρόπος να δείξεις πόσο περιορισμένοι και αντιφατικοί είμαστε.

«Η ζωή είναι σκληρή — και το θέαμα μας βοηθά να κοιτάμε αλλού»

Η πιο σκληρή του θέση αφορά τον ίδιο τον ρόλο της τέχνης. Στους New York Times δηλώνει ότι το σινεμά και η κωμωδία δεν αλλάζουν τον κόσμο.

Είναι, ουσιαστικά, ένας τρόπος να αποσπάσαι από αυτόν.

Να μετατρέπεις κάτι δύσκολο σε κάτι ανεκτό — ή ακόμη και σε κάτι αστείο.

Και τι μένει στο τέλος;

Ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν έχει μια «ενιαία θεωρία» για τον εαυτό του. Η καριέρα του κινήθηκε προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς σαφές σχέδιο.

Αυτό που μένει, όμως, είναι η διάθεση να συνεχίσει.

Όχι επειδή υπάρχει κάποιο μεγάλο νόημα στο τέλος — αλλά γιατί, όπως λέει, αν δεν προσπαθείς να γίνεις κάτι καλύτερο από αυτό που είσαι τώρα, τότε τι απομένει;

Ίσως τελικά, μέσα σε αυτή τη «μάταιη φάρσα», το μόνο που έχει σημασία είναι να συνεχίζεις.