Θα είμουν πρόθυμος να πω ότι ο Βιζυηνός είναι από τους αδικημένους εκπροσώπους της νέας μας παιδείας, αγνοημένος ως προς τα καίριά του, μελετημένος ανεπαρκέστατα, αντικείμενο ανεκδοτολογίας και γενικοτήτων· ωστόσο, αν το καλοσκεφθεί κανείς, αυτή είναι η κανονική μοίρα όσων θητεύουν στα γράμματά μας: η ισοπέδωση είναι το πρώτο κακό, και η λογοκοπία (σ.σ. μεγαλοστομία, βερμπαλισμός) γύρω σε θέματα και ανθρώπους το δεύτερο. Από την άποψη αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νεοελληνική κριτική στις μεγάλες της γραμμές εστάθηκε πρόδρομος του κριτικού τρόπου ο οποίος τείνει αυτήν την ώρα να επικρατήσει έξω: η συγκεκριμένη ύλη μελέτης είναι απλώς αφορμή για να επιδείξει ο κριτικός τα ρητορικά του χαρίσματα και την δεξιοτεχνία του. Έτσι και ο Βιζυηνός ίσως να μην εμφανίζεται πολύ πιο αδικημένος από τον μέσον όρο των Ελλήνων λογίων της εποχής του. Άλλωστε, στην περίπτωση αυτήν έχουμε να κάνουμε μιαν άλλη βαθιά τομή: να ξεχωρίσουμε τους συγγραφείς όσους επρόσεξε και εμελέτησε ο Παλαμάς, φωτίζοντάς τους ιστορικά και κριτικά, και εκείνους τους οποίους είτε δεν επρόσεξε είτε δεν επρόλαβε να γνωρίσει κριτικά· αυτοί έπεσαν έτσι κατά μεγάλη πλειοψηφία σε κριτικήν αφάνεια.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 11.7.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τον Βιζυηνό τον επρόσεξε ο Παλαμάς· επίσης έχουμε γι’ αυτόν ολίγους αλλά αποφασιστικούς λόγους από τον Ξενόπουλο, εξαίρετον κριτικό, όταν αποφάσιζε να είναι πραγματικά κριτικός. Μα, όπως ωραία λέει ο Σαίξπηρ, «τίποτε δεν είναι καλό χωρίς σύγκριση»· ολοένα και περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι η δουλειά του κριτικού είναι η σύγκριση: η τοποθέτηση του ειδικού αντικειμένου μέσα στην οργανική του θέση στον χώρο του, στον χρόνο του, στο είδος του. Εμίλησα, αρχίζοντας, για την ισοπέδωση, πρώτο κακό: η σύγκριση είναι ακριβώς εκείνη η οποία μπορεί και εξουδετερώνει το κακό τούτο· αλλά για να επιτευχθεί, είναι απαραίτητος και ο συντελεστής του χρόνου, η προοπτική η οποία πάντως λείπει από τους συγχρόνους. Όσο καλός κι αν είναι ο Παλαμάς ή ο Ξενόπουλος, σπάνια γίνονται εντελώς καλοί όταν μιλούν για τους συγχρόνους τους, ακόμη και ξένους με τους οποίους δεν τους συνδέει ούτε έχθρα, ούτε φιλία, ούτε κοινή θεωρητική τοποθέτηση. Από τις απόψεις αυτές, καθώς και από κάποιες άλλες, ο ιστορικός βρίσκεται καλύτερα τοποθετημένος από τον κριτικό, προκειμένου να κρίνει, ενώ αντίστοιχα ο κριτικός κερδίζει όταν ασκεί το έργο του στα περασμένα.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 11.7.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο κριτικός που ασκεί το έργο του στα περασμένα· Σαιντ Μπεβ (σ.σ. ο γάλλος συγγραφέας Σαρλ-Ωγκυστέν Σαιντ-Μπεβ, 1804-1869, ο θεωρούμενος θεμελιωτής της νεότερης λογοτεχνικής κριτικής), ο προστάτης της συντεχνίας μας. Ωστόσο, έχω την υποψία ότι, ανεξάρτητα από εξαιρέσεις, ο γενικός κανόνας είναι στον μέσο κριτικόν, αν μπορώ να πω έτσι, να γίνεται κάποτε, σταδιακά, μία μετάβαση προς την ιστορική τοποθέτηση. Είναι η στιγμή όπου ολοκληρώνεται ο κριτικός, συμπληρώνεται με την τρίτη του διάσταση· ευτυχία του είναι, και ευτυχία για το έργο του και για την φιλολογική επιστήμη, αν βρεθεί οπλισμένος εκείνην την ώρα με τις γνώσεις και την τεχνική οι οποίες επιτρέπουν την αξιοποίηση της διαχρονικής προοπτικής. Στην περίπτωση του σημερινού θέματός μου, νομίζω ότι μπορούμε να διακρίνουμε αυτό το πέρασμα, με αποτελέσματα λαμπρά, στην εργασία την οποία μας δίνει ο Απόστοχος Σαχίνης (σ.σ. κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός δάσκαλος και ακαδημαϊκός, 1918-1997) για τον Βιζυηνό, με τον τίτλο «Το διήγημα του Γ. Βιζυηνού». Εργασία η οποία και ωριμότητα εκφράζει, και συνάμα φανερώνει απόλυτη κατοχή και του θέματος και της απαιτουμένης ειδικής τεχνικής για την επεξεργασία της φιλολογικής ύλης: αυτό που μας αρέσει να ονομάζουμε μέθοδο.


Το μελέτημα αυτό έχει και ένα άλλο προτέρημα, που νομίζω σωστό να επισημανθεί, γιατί στους καιρούς μας είναι ιδιαιτέρως απαραίτητο: συνδυάζει την καθαρά ερευνητική πλευρά, άγνωστες πληροφορίες, άγνωστο υλικό, με την επιχειρουμένη σύνθεση, και έτσι προσφέρει νέα στοιχεία και στα δύο επίπεδα, και στην γνώση, δηλαδή, του υλικού και στην εκμετάλλευσή του. Εδώ σημειώνω ότι, ως προς το πρώτο, παρουσιάζει μία ανέκδοτη επιστολή του Βιζυηνού, και αθησαύριστες σημαντικές κρίσεις για το διηγηματικό του έργο· ως προς το δεύτερο, δίνει καλή ανάλυση, συνοδευομένη με κριτικές παρατηρήσεις, του διηγηματικού του έργου. Πολύ χρήσιμη, νομίζω, και πολύ διδακτική θα κριθεί η συγκέντρωση και παράθεση γνωμών των συγχρόνων του σχετικά με τον Βιζυηνό· κάποιοι από αυτούς δεν δίνουν το όνομά τους: «Αντίλαλος» είναι ο Παύλος Νιρβάνας· ο «Λ. Α.» θα μπορούσε να είναι ο Λάμπρος Αστέρης· θα άξιζε να μάθουμε ποιος είναι ο «Παρατηρητής». Γνωρίζω ότι ένας άξιος νέος ασχολείται με το ζήτημα των νεοελληνικών ψευδωνύμων· ας μας τα δώσει, στην ατέλεια της εργασίας του: είναι ο μόνος τρόπος για να συμπληρωθεί κάποτε ένα ιδανικό λεξικό των ψευδωνύμων, που μας είναι απαραίτητο.


Δεν συμφωνώ με όλα όσα γράφει ο Απόστολος Σαχίνης, και μάλιστα για την ανυπαρξία βορείων επιδράσεων στα διηγήματα του Βιζυηνού· απλώς η έρευνα δεν έχει γίνει ακόμη όπου και όπως πρέπει. Μα διαφωνίες αυτού του είδους δύσκολο είναι να λείπουν εντελώς, και μάλιστα στο στάδιο όπου βρίσκεται σήμερα η φιλολογική μας επιστήμη, όπως την περιέγραψα αρχίζοντας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να γίνονται δουλειές με γνώσεις, με ήθος και με λογική· τέτοια κατεξοχήν είναι η εργασία του Αποστόλου Σαχίνη, την οποία σχολιάζω σήμερα εδώ, και για τούτο την εχάρηκα ανεπιφύλακτα.

*Επιφυλλίδα του Κ. Θ. Δημαρά, που έφερε τον τίτλο «Γεώργιος Βιζυηνός» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Παρασκευή 11 Ιουλίου 1969.


Ο διηγηματογράφος και ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός (ψευδώνυμο του Γεωργίου Μιχαηλίδη) απεβίωσε στις 15 Απριλίου 1896, σε ηλικία μόλις 47 ετών.


Αναλυτικές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του θα βρείτε εδώ.