Τη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου μια παρόμοια αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν σαν την σημερινή, δεν θα ήταν τόσο πιθανό ενδεχόμενο, καθώς τους Αμερικανούς ιθύνοντες θα τους ανησυχούσε η σοβιετική αντίδραση. Σήμερα όμως, οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ δείχνουν ότι μπορούν να επιδεικνύουν ένα γεωπολιτικό «καουμποϊσμό». Η έλλειψη όμως στρατιωτικού αντίπαλου δέους ίσως είναι παγίδα για την Ουάσιγκτον.

«Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς η απουσία στρατιωτικής παρουσίας της Κίνας στη διευρυμένη Μέση Ανατολή που έχει παρασύρει τις ΗΠΑ στον πόλεμο» σημειώνει ο ειδικός συνεργάτης στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Αμυντικών Μελετών Γιού Ίνγκε Μπέκεβολ.

Σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy ο Μπέκεβολ εξηγεί ότι στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον ανησυχούσε για μια σοβιετική στρατιωτική αντίδραση που θα στόχευε αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.

«Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η τεράστια γεωγραφική εμβέλεια του σοβιετικού μπλοκ από την Κεντρική Ευρώπη έως τον Ειρηνικό Ωκεανό σήμαινε ότι η Μόσχα αποτελούσε άμεση απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα σε πολλαπλές περιοχές της Ευρασίας—συμπεριλαμβανομένων της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, της Νότιας Ασίας και της Ανατολικής Ασίας».

Σήμερα, όμως, η Ουάσιγκτον ανησυχεί για την Κίνα όσον αφορά τη Μέση Ανατολή, δεδομένης της περιορισμένης στρατιωτικής ισχύος του Πεκίνου.

«Η Κίνα ελέγχει μια πολύ πιο περιορισμένη χερσαία έκταση. Ελλείψει σημαντικών υπερπόντιων στρατιωτικών βάσεων, η στρατιωτική εμβέλεια του Πεκίνου περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στον Δυτικό Ειρηνικό» σημειώνει.

«Με άλλα λόγια, η γεωγραφική κατάσταση της Κίνας δημιουργεί έναν έντονο ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ στην Ανατολική Ασία, αλλά δεν υποστηρίζει έντονη αντιπαράθεση σε άλλες περιοχές. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πολυθεατρική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο».

Οι κίνδυνοι της υπερεπέκτασης

Παρ΄όλα αυτά, ο Μπέκεβολ, ο οποίος είναι πρώην διπλωμάτης, προειδοποιεί ότι η ικανότητα -και συνεπώς ο πειρασμός- να επιδεικνύει τη δύναμή της πέρα από την περιφερειακή σφαίρα επιρροής της Κίνας ενέχει δύο κινδύνους για τις ΗΠΑ.

Ο πρώτος κίνδυνος είναι η στρατηγική υπερέκταση, λέει.

«Η εμπλοκή σε έναν ή περισσότερους παρατεταμένους πολέμους που βρίσκονται στην περιφέρεια του ανταγωνισμού της με την Κίνα θα αποστραγγίσει οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους από την κύρια στρατηγική προτεραιότητα των ΗΠΑ, δηλαδή την εξισορρόπηση της Κίνας».

Έτσι, συνεχίζει ότι «ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράν ενδέχεται να έχει ακριβώς αυτή τη δυναμική, ιδίως εάν η σύγκρουση παραταθεί και η Ουάσιγκτον αναπτύξει χερσαία στρατεύματα».

Επιπλέον, προσθέτει ότι η Κίνα μπορεί μελλοντικά την απόσπαση προσοχής των ΗΠΑ, ώστε να προωθήσει τα συμφέροντά της στην Ανατολική Ασία.

Δεύτερος κίνδυνος

Ένας δέυτερος κίνδυνο, συνεχίζει ο Μπέκεβολ είναι ότι η παρατεταμένη χρήση βίας σε δευτερεύοντα θέατρα θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με βασικούς συμμάχους και εταίρους.

Ο πόλεμος στο Ιράν «απομακρύνει την προσοχή των ΗΠΑ από τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, ο οποίος είναι σημαντικότερος για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους λόγω της ενισχυόμενης σχέσης Μόσχας-Πεκίνου, και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν βαθαίνει ήδη το διατλαντικό ρήγμα» σημειώνει ο Μπέκεβολ υπενθυμίζοντας το περιστατικό με τον Τραμπ που ζήτησε βοήθεια από το NATO όταν κατάλαβε ότι ο πόλεμος δεν εξελισσόταν όπως ήθελε.

Ωστόσο, αλλά αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες του απάντησαν ότι αυτός δεν είναι πόλεμος του ΝΑΤΟ.

«Εκείνος αντέδρασε κατηγορώντας το ΝΑΤΟ ότι διαπράττει σοβαρό λάθος μη υποστηρίζοντάς τον, υποδηλώνοντας ότι ενδέχεται να μην σπεύσει σε βοήθεια του ΝΑΤΟ όταν τα άλλα μέλη χρειαστούν την αμερικανική συνδρομή».

Γι αυτό και ο Νορβηγός ειδικός καταλήγει πως οποιοδήποτε πιθανό πλεονέκτημα θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι ΗΠΑ έναντι της Κίνας μέσω του πολέμου στο Ιράν αντισταθμίζεται σαφώς από τον κίνδυνο στρατηγικής υπερέκτασης και το αυξανόμενο διατλαντικό ρήγμα.

«Εάν ο πόλεμος είναι τόσο περιφερειακός σε σχέση με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας όσο φαίνεται, τότε εγείρονται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το τι είδους λογική καθοδηγεί την Ουάσιγκτον—όσον αφορά τον πόλεμο στο Ιράν, τη στρατηγική της απέναντι στην Κίνα και το πού μπορεί να χρησιμοποιήσει βία την επόμενη φορά» καταλήγει ο Νορβηγός πρώην διπλωμάτης.