γράφει ο Κώστας Αρβανίτης

Σφοδρές είναι οι αντιδράσεις που προκαλεί η μονομερής απόφαση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προχωρώντας σε προσωρινή εφαρμογή της Συμφωνίας EU–Mercosur, παρότι αυτή δεν έχει κυρωθεί και έχει παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν πρωτοβουλίας της LEFT.

Η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα πολιτικής νομιμοποίησης και νομικής εγκυρότητας, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη θεσμική ισορροπία της ΕΕ.

Ας τα δούμε αναλυτικά:

• Εκκρεμεί ο έλεγχος συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο. Υπονομεύονται Κοινοβούλιο-Δικαστήριο ΕΕ

Αν το Δικαστήριο της ΕΕ κρίνει ότι απαιτούνται αλλαγές, η Επιτροπή θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης μιας συμφωνίας που ήδη εφαρμόζεται και έχει δημιουργήσει τετελεσμένα, εντείνοντας την πολιτική και νομική αβεβαιότητα. Η πρόωρη ενεργοποίηση ενός διεθνούς κειμένου πριν ολοκληρωθεί ο δικαστικός έλεγχος πάει αντίθετα στη θεσμική λογική της Ένωσης.

Η συναίνεση του Κοινοβουλίου δεν αποτελεί τυπική διαδικασία αλλά ουσιαστικό αντίβαρο στην εκτελεστική εξουσία. Όταν μια συμφωνία αρχίζει να παράγει έννομα και οικονομικά αποτελέσματα πριν από τη συναίνεση, η δυνατότητα πραγματικής απόρριψής  της περιορίζεται δραστικά, μετατρέποντας τη δημοκρατική διαδικασία σε επικύρωση τετελεσμένων.

• Τίθεται σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τις ίδιες τις Συνθήκες της ΕΕ

Η απόφαση του Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα εξουσιοδοτούσε την προσωρινή εφαρμογή ενδέχεται να παραβιάζει τις Συνθήκες της ΕΕ, λόγω μη τήρησης ουσιώδους διαδικαστικής προϋπόθεσης. Το βασικό νομικό επιχείρημα είναι ότι οι Συνθήκες προβλέπουν πως το Συμβούλιο μπορεί να προτείνει προσωρινή εφαρμογή κατόπιν αιτήματος του διαπραγματευτή (δηλαδή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Ωστόσο, η ίδια η Επιτροπή έχει παραδεχθεί ότι δεν υπέβαλε ποτέ σχετικό αίτημα, συνεπώς καταχρηστικά στο Συμβούλιο υπερβαίνει την αρμοδιότητά του.

• Οι Συμφωνίες δημιουργούν συνέπειες που δεν ανατρέπονται- Η εκκρεμότητα παράγει αβεβαιότητα

Άνοιγμα αγορών, επενδυτικές αποφάσεις, κανονιστικές προσαρμογές και νομικές δεσμεύσεις. Ακόμη και «προσωρινά», τα αποτελέσματα αυτά διαμορφώνουν πραγματικότητες που δύσκολα αναιρούνται χωρίς σοβαρό οικονομικό και πολιτικό κόστος.. Η εφαρμογή μιας συμφωνίας υπό καθεστώς νομικής εκκρεμότητας παράγει αβεβαιότητα για κράτη μέλη, επιχειρήσεις και διοικήσεις. Η νομική προβλεψιμότητα αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ΕΕ. Η προσωρινή εφαρμογή υπό αμφισβήτηση θολώνει το κανονιστικό τοπίο και αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των οικονομικών φορέων.

• Δημιουργείται επικίνδυνο θεσμικό προηγούμενο

Αν γίνει αποδεκτό ότι η εκτελεστική εξουσία μπορεί να ενεργοποιεί -ή και να απενεργοποιεί- διεθνείς συμφωνίες χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική συναίνεση, η πρακτική αυτή ενδέχεται να κανονικοποιηθεί. Έτσι διαβρώνεται σταδιακά ο ρόλος του Κοινοβουλίου στην εμπορική πολιτική, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες.

• Αγνοείται συστηματικά η πολιτική και κοινωνική αντίθεση που έχει εκφραστεί.

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΕΚ να ζητήσει γνωμοδότηση από το ΔΕΕ αποτυπώνει ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τη συμφωνία και τις επιπτώσεις στους πολίτες και τους αγρότες της ΕΕ και της Ελλάδας, το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων. Η παράκαμψη αυτού του μηνύματος ενισχύει την αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος και επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη σχέση πολιτών και ευρωπαϊκών θεσμών.

Σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές σύστημα δοκιμάζεται και οι κανόνες αμφισβητούνται, η ΕΕ οφείλει να διαφυλάσσει τις δικές της θεσμικές εγγυήσεις. Η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής συναίνεσης δεν ενισχύει την ευρωπαϊκή αξιοπιστία αλλά την αποδυναμώνει.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε την ουσία της Συμφωνίας: Μέσα σε αυτό το πλαίσιο που πλήττει βάναυσα την ελληνική γεωργία και τους πολίτες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υποτάσσεται στις επιδιώξεις της Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν και των γερμανικών μονοπωλιακών συμφερόντων, που θα ενισχύσουν τη θέση τους σε βάρος της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

* O Κώστας Αρβανίτης είναι αντιπρόεδρος της Left στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ