Όσο πληθαίνουν οι αποκαλύψεις για την υπόθεση Παναγόπουλου και τη φερόμενη διασπάθιση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων σε προγράμματα κατάρτισης ανέργων γίνεται σαφές ότι η υπόθεση έχει ευρύτερο ενδιαφέρον, με υπουργούς και στελέχη των υπουργείων να διαμορφώνουν το πλαίσιο με το οποίο φτάσαμε στην έρευνα σε βάρος του Προέδρου της ΓΣΕΕ. Δημοσιεύματα και στοιχεία που έχουν έρθει στη δημοσιότητα εμπλέκουν όχι μόνο την πρώην γενική γραμματέα του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη και τον σύντροφό της, Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος άλλωστε περιλαμβάνεται στα 5 ελεγχόμενα φυσικά πρόσωπα μαζί με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, αλλά τον τότε αρμόδιο υπουργό Εργασίας Κωστή Χατζηδάκη, την νυν υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Νίκο Παπαθανάση, τον τότε γραμματέα ΕΣΠΑ Δημήτρη Σκάλκο, αλλά και την τότε ειδική γραμματέα διαχείρισης προγραμμάτων Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) και νυν επικεφαλής της Οργανικής Μονάδας Οικονομικής Πολιτικής της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην ΕΕ, Νίκη Δανδόλου.

Όλα δείχνουν ότι δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με μια κακοδιαχείριση που αφορά στενά τη ΓΣΕΕ και τον πρόεδρό της, αλλά με ένα θεσμικό πλαίσιο που τη διευκόλυνε και πολιτικές αποφάσεις υπουργών της κυβέρνησης που επέτρεπαν – ή πιο σωστά συντόνιζαν;- ένα πάρτι εκατομμυρίων με ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους. Η πλήρης διερεύνηση αυτής της υπόθεση και η αναζήτηση των ευθυνών που μπορεί να έχουν πολιτικά πρόσωπα και στελέχη της κυβέρνησης αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του Μεγάρου Μαξίμου που είχε – στο πλαίσιο και του «επιτελικού κράτους»- πλήρη επίγνωση των σχετικών χειρισμών και αποφάσεων.

Το «νέο πλαίσιο» για τα προγράμματα κατάρτισης και ο ρόλος της ΓΣΕΕ

Όμως, για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στις κατηγορίες σε βάρος του Γιάννη Παναγόπουλου, πρέπει να πάμε μερικά χρόνια πίσω. Σύμφωνα με όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας το 2021 επί υπουργίας Χατζηδάκη στο υπουργείο Εργασίας, σχεδιάστηκε ένα νέο πακέτο έργων επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων και νέο πλαίσιο διαχείρισης. Η πρόβλεψη ήταν να συγχρηματοδοτηθεί από το ΕΣΠΑ 2014-2020 και ο συνολικός προϋπολογισμός ήταν 300 εκατομμύρια ευρώ.

Το «νέο πλαίσιο» που εισηγήθηκαν ο τότε γενικός γραμματέας Επενδύσεων και ΕΣΠΑ του υπουργείου Ανάπτυξης Δημήτρης Σκάλκος και η γενική γραμματέας του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη προέβλεπε ότι η υλοποίηση έργων συμβουλευτικής/ κατάρτισης/ πιστοποίησης ανέργων από την αρμόδια Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ Απασχόλησης και Κοινωνικής Οικονομίας, θα γινόταν σε σύμπραξη με άλλους φορείς. Στους φορείς αυτούς που θα συνέπρατταν στη διαχείριση αυτών των έργων συμπεριλήφθηκαν οι «θεσμικοί κοινωνικοί εταίροι, που υπογράφουν Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις και τα επιστημονικά Ινστιτούτα αυτών», άρα και η ΓΣΕΕ και το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Το σύστημα αυτό των «κοινωνικών εταίρων», των επιμελητηρίων και των ομοσπονδιών ήταν καινοφανές, καθώς μέχρι τότε η αρμόδια υπηρεσία έκανε έναν διαγωνισμό στην οποία συμμετείχαν διάφορα ΚΕΚ-ΚΔΒΜ. Πληροφορίες αποδίδουν την «έμπνευση» στην κ. Στρατινάκη.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι σε αυτή την αρχική φάση δεν περιλαμβάνεται η υπογραφή της κ. Δανδόλου, καίτοι ήταν η αρμόδια ειδική γραμματέας για τη διαχείριση των σχετικών κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.

Γιατί ήταν προβληματικό το νέο πλαίσιο; Την απάντηση δίνει γνωμοδότηση της Ειδικής Υπηρεσίας Κρατικών Ενισχύσεων της Γενικής Γραμματείας Επενδύσεων και ΕΣΠΑ, με ημερομηνία 29 Ιουλίου 2021 που επισημαίνει ότι αυτές οι συμπράξεις με τους «κοινωνικούς εταίρους» για τη διαχείριση των σχετικών προγραμμάτων θα πρέπει να αποφύγουν να προσκρούσουν στην ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις, που απαγορεύουν κάθε επιλεκτική μεταχείριση και νόθευση του ανταγωνισμού. Αυτό θα σήμαινε να γίνει επίκληση της έννοιας των «υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος» (ΥΓΟΣ), που προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Μόνο που και αυτό με τη σειρά του απαιτούσε να τεκμηριώσει σαφώς το ελληνικό δημόσιο γιατί επιλέγει αυτό το πλαίσιο σύμπραξης για να αναθέσει την υλοποίηση των συγκεκριμένων κοινωφελών υπηρεσιών. Ωστόσο, φαίνεται ότι παρότι η τεκμηρίωση δεν έγινε όπως έπρεπε, το πλαίσιο άρχισε να εφαρμόζεται.

Τα καμπανάκια από την Ευρώπη και η προσπάθεια να περάσει στους «εθνικούς πόρους»

Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν έγινε προσπάθεια μέρος αυτών των προγραμμάτων που ήταν συγχρηματοδοτούμενα από ΕΣΠΑ να μεταφερθούν στην επόμενη προγραμματική περίοδο. Εκεί οι υπηρεσίες της ΕΕ και ιδίως της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ήγειραν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας στην πρόταση της ελληνικής πλευράς, επισημαίνοντας τον κίνδυνο να παραβιάζονται κανονισμοί, καθώς δεν ακολουθείτο μια πλήρως ανταγωνιστική διαδικασία και οι προβλέψεις ελέγχου για τη μεταφορά. Κοινώς υπήρχε κίνδυνος επιλεκτικής μεταχείρισης.

Η ελληνική πλευρά θα επανέλθει, με νέο έγγραφο που υπογράφουν οι Σκάλκος, Στρατινάκη και αυτή τη φορά και η Δάνδολου, στο οποίο προσφέρουν αποσαφηνίσεις και δηλώνουν ότι για τα έργα που είχαν δικαιούχο, σε συνεργασία με συμπράττοντες φορείς, την Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ Απασχόλησης και Κοινωνικής Οικονομίας – δηλαδή τα έργα που θα συμμετείχαν φορείς όπως η ΓΣΕΕ και το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ – οι ελληνικές αρχές δεν υποβάλλουν αίτημα για συγχρηματοδότηση. Κοινώς αντιλαμβάνονταν ότι δεν μπορούσαν να το «περάσουν» από την ΕΕ. Ο συμβιβασμός αυτός φάνηκε να γίνεται αποδεκτός από την ΕΕ.

Αυτό άφηνε απέξω προγράμματα ύψους περίπου 120 εκατομμυρίων ευρώ για τα οποία έπρεπε να αναζητηθούν εθνικοί πόροι.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι ένας από τους φορείς που αφορούσε το νέο πλαίσιο, ο ΣΕΒ μέσω της Ανώνυμης Εταιρείας Αναπτυξιακών Δράσεων Στέγη της Ελληνικής Βιομηχανίας, αποφάσισε τελικά να μη ζητήσει ένταξη στις νέες χρηματοδοτήσεις, ενημερώνοντας την αρμόδια Επιτελική Δομή του ΕΣΠΑ του υπουργείου Εργασίας τον Σεπτέμβριο του 2024, κίνηση που πιθανώς αντανακλούσε προβληματισμούς για τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.

Νομοθεσίες ειδικού σκοπού

Βεβαίως το πέρασμα στη χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, δηλαδή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων δεν ήταν τόσο απλό. Χρειαζόταν ειδική νομοθετική ρύθμιση, με πρωτοβουλίες που πήραν η κ. Κεραμέως και ο κ. Παπαθανάσης – ας μην ξεχνάμε ότι ο τελευταίος έχει στις αρμοδιότητές του τόσο το ΕΣΠΑ όσο και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Η πρώτη ρύθμιση συμπεριλήφθηκε στο άρθρο 54 του νόμου 5255/2025, με τη σχετική ρύθμιση να περιλαμβάνεται στις ρητές διατάξεις άλλων υπουργείων, εν προκειμένω του υπουργείου Εργασίας, και προέβλεπε ότι «κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, περί εξουσιοδοτικών διατάξεων, το σύνολο του προϋπολογισμού των ενταγμένων στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» της Προγραμματικής Περιόδου ΕΣΠΑ 2014-2020 έργων με εναρίθμους 022ΣΕ33410000, 2022ΣΕ33410002, 2022ΣΕ33410006 και 2022ΣΕ33410013 βαρύνει το εθνικό σκέλος του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και ειδικά του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης 2021-2025 του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στο ύψος του προϋπολογισμού κάθε έργου, όπως αυτός είχε ενταχθεί στο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων».

Κατά μία ιδιότυπη ειρωνεία ο νόμος αφορούσε τη σύσταση και λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασία του Καταναλωτή, στην οποία επρόκειτο να τοποθετηθεί ως υποδιοικήτρια η κ. Στρατινάκη πριν την πρόσφατη παραίτησή της.

Η δεύτερη ήταν στο άρθρο 97 του νόμου 5264/2025, του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, όπου αναπληρωτής υπουργός είναι ο κ. Παπαθανάσης, όπου προβλέπεται ότι το «σύνολο του προϋπολογισμού των ενταγμένων στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» της Προγραμματικής Περιόδου ΕΣΠΑ 2014-2020, έργων με εναρίθμους 2022ΣΕ33410012 και 2022ΣΕ33410024 βαρύνει το εθνικό σκέλος του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και ειδικά του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030 του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στο ύψος του προϋπολογισμού κάθε έργου, όπως αυτός είχε ενταχθεί στο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων».

Και οι δύο νομοθετικές προβλέψεις προβλέπουν ότι αυτό θα γίνει «χωρίς να απαιτείται επανάληψη της διαδικασίας αξιολόγησης».

Με αυτό τον τρόπο ίσως να ήθελαν να απαντήσουν τα κυβερνητικά στελέχη στο γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο γνωμοδοτώντας για συμβάσεις εφαρμογής αυτών των προγραμμάτων το 2023 επισήμανε ρητά και κατ’ επανάληψη ότι «αυτονόητη προϋπόθεση υλοποίησής της συνιστά η μεταφορά της οικείας συγχρηματοδοτούμενης πράξης σε Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της νέας προγραμματικής περιόδου 2021-2027». Κοινώς υπήρχαν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας στον όλο χειρισμό.

 

Μια συνεργάτιδα με προϊστορία

Όσο ήταν γενική γραμματέας στο υπουργείο Εργασίας η κ. Στρατινάκη είχε ως συνεργάτιδά της την Ευγενία Παπαβασιλείου- Αντωνίου. Είχε τοποθετηθεί εκεί με απόφαση του τότε υπουργού Εργασίας Γιάννη Βρουτση.

Στις 5 Φεβρουαρίου 2026 η κ. Κεραμέως την προσέλαβε ως σύμβουλο υποστήριξης για μια σειρά έργων που αφορούν την επαγγελματική ενδυνάμωση και ένταξη στην αγορά εργασίας. Βεβαίως η κ. Παπαβασιλείου είναι και συγγενικό πρόσωπο ιδιοκτήτη του ΚΔΒΜ «Ευκλείδης» που υλοποιεί μέρος αυτών των προγραμμάτων, κάτι που εγείρει ερωτήματα για ενδεχόμενη «σύγκρουση συμφερόντων». Το ζήτημα αυτό είχε αναδειχτεί από δημοσιεύματα και πριν μερικά χρόνια στην εποχή των προγραμμάτων «Σκόιλ ελικικού».

 

Και έτσι φτάνουμε στη ΓΣΕΕ

Όλα αυτά δείχνουν ότι για να φτάσουμε στις υποθέσεις που διερευνά η Αρχή για το Ξέπλυμα σε βάρος του Γιάννη Παναγόπουλου και άλλων προσώπων υπήρξε μια συγκεκριμένη οικονομική και θεσμική διαδρομή.

Ουσιαστικά, φτιάχτηκε ένα θεσμικό πλαίσιο ώστε να φτάνει σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής δαπάνης στο ΙΝΕ-ΓΣΕΕ ως συμπράττοντα φορέα και όχι απλώς ως έναν ακόμη φορέα που θα διεκδικούσε ένα πρόγραμμα σε ένα διαγωνισμό. Με τη σειρά του το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ μπορούσε σε αυτό το πλαίσιο να αναθέσει μέρος του έργου σε άλλες εταιρείες.

Και φαίνεται ότι με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Αρχή για το Ξέπλυμα, η όλη διαχείριση δεν ήταν ακριβώς χρηστή. Το πόρισμα αναφέρεται σε απευθείας αναθέσεις στις ίδιες εταιρείες ή σε εναλλάξ συμμετοχή σε διαγωνισμούς έτσι πάντα κάποια από αυτές να επιλέγεται ως ανάδοχος, σε εταιρείες που δεν εμφάνιζαν σχετική δραστηριότητα και άρα παραπέμπουν σε «εταιρείες- οχήματα» για τη διακίνηση κεφαλαίων και σε παροχή δήθεν υπηρεσιών για να συγκαλύπτονται πρακτικές πλουτισμού.

Επιπλέον, το όλο σύστημα που είχε διαμορφωθεί με βάση το καινοφανές πλαίσιο που είχε καθιερωθεί σήμαινε ότι τα παραδοτέα δίνονταν στην αναθέτουσα αρχή και τον έλεγχο τον έκανε η ίδια. Έτσι που αναθέτουσα αρχή, ελεγκτικό όργανο και πιστοποιούσα αρχή συνέπιπταν. Αυτό σε συνδυασμό με το ύψος των υπό διαχείριση κονδυλίων εξηγεί και γιατί η προκαταρκτική εξέταση αφορά τόσο σοβαρές κατηγορίες. Και όντως μια ματιά στις εταιρείες που ερευνώνται σήμερα είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική. Για παράδειγμα οι δύο εταιρείες που διαχειρίζεται ο κ. Αχιλλέας Μητσικούδης υποτίθενται ότι δραστηριοποιούνται ενεργά στην επικοινωνία, όμως έχουν δυσανάλογα μικρό αποτύπωμα όντως στη δημόσια σφαίρα και την επικοινωνία, ενώ η μια από αυτές κυρίως ειδικεύεται στην προώθηση διαφημιστικών φυλλαδίων, ενώ σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς το προφίλ του στο facebook δεν παραπέμπει ακριβώς σε άνθρωπο της επικοινωνίας.

Υπενθυμίζεται ότι λίγο μετά αφότου ξέσπασε το σκάνδαλο υπέβαλλε την παραίτησή της από τη νέα θέση για την οποία προοριζόταν η πρώην γ.γ. του υπουργείου Εργασίας Άννα Στρατινάκη. Αρχικά η παραίτηση αποδόθηκε σε λόγους υγείας, εν συνεχεία, όμως, η ίδια η κ. Στρατινάκη με δήλωσή της άφησε συγκεκριμένες αιχμές κατά των πολιτικών προϊσταμένων της στο υπουργείο. Ιδιαίτερο βάρος στην απόφασή της φέρεται να έπαιξε το γεγονός ότι ένας από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση Παναγόπουλου, ο οποίος επίσης ελέγχεται από την Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, είναι σύντροφός της. Πληροφορίες μάλιστα αναφέρουν ότι ο κ. Γεωργίου δεν είχε μέχρι σχετικά πρόσφατα μεγάλη σχέση με τον ευρύτερο κλάδο της κατάρτισης. Προφανώς, καθώς συνεχίζεται η έρευνα, διάφορα ερωτήματα για το τι ακριβώς συνέβαινε θα απαντηθούν.

Η κυβέρνηση στο στόχαστρο της διερεύνησης του σκανδάλου

Όμως, είναι σαφές ότι στον πυρήνα βρίσκεται ένα σύστημα διαχείρισης που διευκολύνει τέτοιες πρακτικές το οποίο διευκολύνθηκε μέσα από πολιτικές αποφάσεις στελεχών των εμπλεκόμενων υπουργείων και των πολιτικών τους προϊσταμένων. Με αυτή την έννοια η αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη «η κυβέρνηση δεν θα χρεωθεί και τον κ. Παναγόπουλο», μπορεί να είναι ακριβής ως προς την πολιτική τοποθέτηση του προέδρου της ΓΣΕΕ, όμως η κυβέρνηση χρεώνεται την ευθύνη για το θεσμικό και διαχειριστικό πλαίσιο που επέτρεψε τις πρακτικές κακοδιαχείρισης που αποδίδονται στον κ. Παναγόπουλο.

Καθόλου τυχαία, δικαστικές πηγές ανέφεραν ότι η έρευνα της Αρχής για το Ξέπλυμα αναφορικά με την υπόθεση του προέδρου της ΓΣΕΕ συνεχίζεται προς κάθε κατεύθυνση. Υπό αυτό το πρίσμα κατά πάγια τακτική της Αρχής θα ερευνηθούν στενά συγγενικά πρόσωπα των ήδη εμπλεκομένων, ενώ στο στόχαστρο θα μπουν και μικρότερες εταιρείες που φέρονται να είχαν σχέση με τέτοιου είδους προγράμματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει όμως ότι σε δεύτερο επίπεδο η έρευνα της Αρχής αναμένεται να στραφεί και σε πρόσωπα τα οποία είχαν διαδραματίσει συγκεκριμένο ρόλο στην έγκριση αυτών των προγραμμάτων. Πρόσωπα τα οποία μπορεί να είχαν ακόμα και πολιτική ιδιότητα.

PS. Επειδή ο διάολος κρύβεται – πάντα – στις λεπτομέρειες έχει ενδιαφέρον ότι άνθρωπος από τον «σκληρό πυρήνα» του συστήματος διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και που απομακρύνθηκε πριν από τρία χρόνια από το Μέγαρο Μαξίμου έχει την κακή συνήθεια τις τελευταίες μέρες να παίρνει τηλέφωνο δημοσιογράφους και να τους απειλεί επειδή ψάχνουν σε βάθος την υπόθεση Παναγόπουλου.