Υπόθεση Πολάνσκι: Τη βίασε όταν ήταν 13 ετών, τώρα η Σαμάνθα Γκάιμερ λέει τη δική της ιστορία
Μια νέα ταινία βασισμένη στο πολύκροτο βιβλίο της Σαμάνθα Γκάιμερ φέρνει το πολύκροτο σκάνδαλο ξανά στην επικαιρότητα και αναδεικνύει περισσότερα layers από τα προφανή
Η ταινία με τίτλο The Girl [Το Κορίτσι] θα εξερευνήσει το διαβόητο σκάνδαλοβιασμού του Ρομάν Πολάνσκι από την οπτική γωνία του 13χρονου κοριτσιού, Σαμάνθα Γκάιμερ.
Βασισμένη στα απομνημονεύματα της Γκάιμερ, The Girl: A Life in the Shadow of Roman Polanski [Το κορίτσι: Μια ζωή στη σκιά του Ρομάν Πολάνσκι] η ταινία θέλει να επανεξετάσει «ένα από τα πιο πολύκροτα και σκοτεινά κεφάλαια στην ιστορία του Χόλιγουντ μέσα από τα μάτια του ατόμου που παρερμηνεύτηκε περισσότερο» σημειώνει ο The Guardian.
H ταινία θα αφηγηθεί την ιστορία από την οπτική της Γκάιμερ, ενός κοριτσιού που η ζωή του άλλαξε για πάντα όταν η ζωή της διασταυρώθηκε με αυτή του διάσημου σκηνοθέτη τη δεκαετία του 1970, βιάστηκε στα 13 της και βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα των μέσων ενημέρωσης. Η περιπέτεια της μετά τη σύλληψη του Πολάνσκι, τότε 43 ετών, το 1977 με την κατηγορία του βιασμού, συνεχίστηκε για χρόνια.
Πλέον, μισό αιώνα μετά το έγκλημα που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, η Σαμάνθα Γκάιμερ αποφασίζει να πάρει πίσω τα ηνία της ιστορίας της, μετατρέποντας το προσωπικό της τραύμα σε μια πράξη συλλογικής κάθαρσης.
Ενώ ο Ρομάν Πολάνσκι συνεχίζει να οχυρώνεται πίσω από εξωδικαστικούς συμβιβασμούς, η νέα ταινία της Μαρίνας Ζιολκόφσκι υπόσχεται να αποδώσει την ηθική δικαιοσύνη που οι δικαστικές αίθουσες αδυνατούν να επιβάλουν εδώ και δεκαετίες.
Διαβάζοντας τα απομνημονεύματα της Γκάιμερ, η σκηνοθέτιδα Μαρίνα Ζιολκόφσκι εντυπωσιάστηκε από τη «φωνή της – καθαρή, θαρραλέα και εδώ και καιρό σβησμένη από τη δημόσια αφήγηση».
«Αυτή η ταινία δεν αφορά τον Ρομάν Πολάνσκι, αφορά την επιστροφή της ιστορίας της Σαμάνθα σε αυτήν, μετά από χρόνια που διαμορφώθηκε από άλλους» είπε η σκηνοθέτιδα σε δήλωσή της.
«Το δικαστικό σύστημα και τα ΜΜΕ με χρησιμοποίησαν σαν ρόπαλο για να χτυπήσουν κάποιον άλλον, χωρίς να νοιάζονται αν πλήγωναν εμένα»
Προσωπική και καθηλωτική, η ταινία Το Κορίτσι θέλει να είναι «μια βαθιά ανθρώπινη πράξη ανάκτησης καθώς αναδεικνύει πώς η εξουσία, η δόξα και ο παραμορφωτικός καθρέφτης των μέσων ενημέρωσης έσβησαν την αλήθεια ενός παιδιού. Είναι μια ταινία που θέλει να τιμήσει την ανθεκτικότητά της».
Αυτή η ριζοσπαστική μετατόπιση της οπτικής γωνίας θέλει να επιστρέψει την ιστορία στην πρωταγωνίστρια του με την παραγωγή να θέλει να εστιάζει στην 13χρονη που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ανελέητης εκμετάλλευσης από τους πάντες.
Στον κεντρικό ρόλο, η 13χρονη Κάρολιν Κάτσεν καλείται να ενσαρκώσει τη συντριβή της παιδικής αθωότητας από την κατάχρηση εξουσίας.
Η ίδια η Σαμάνθα Γκάιμερ, η οποία συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, δηλώνει πως η ταινία αποτελεί για την ίδια ένα «δώρο», επιτρέποντάς της να μετατρέψει ένα ισόβιο βάρος σε κάτι δημιουργικό και όμορφο που της φέρνει την ιστορία της εκεί που δικαιωματικά ανήκει -πίσω στην ίδια.
Ένοχο μοτίβο
Η χρονική στιγμή της παραγωγής συμπίπτει με νέες δικαστικές εξελίξεις που αφορούν τον 92χρονο πλέον δημιουργό. Πρόσφατα, ο Πολάνσκι απέφυγε μια ακόμη δίκη στο Λος Άντζελες, καταλήγοντας σε εξωδικαστική συμφωνία για μια υπόθεση βιασμού που χρονολογείται από το 1973.
Η ενάγουσα, γνωστή ως Τζέιν Ντόε, κατήγγειλε ότι ο σκηνοθέτης την παρέσυρε σε δείπνο όταν ήταν 16 ετών, τη μέθυσε με τεκίλα και στη συνέχεια την κακοποίησε σεξουαλικά στο σπίτι του.
Παρά τη σοβαρότητα των καταγγελιών, η υπόθεση ρυθμίστηκε το καλοκαίρι του 2025 προς «αμοιβαία ικανοποίηση των μερών», προσθέτοντας έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των νομικών διευθετήσεων που επιτρέπουν στον Πολάνσκι να παραμένει μακριά από τη φυλακή.
Η ταινία λειτουργεί ως υπενθύμιση ενός ευρύτερου και σκοτεινού μοτίβου. Από το 2017 έως το 2019, τέσσερις ακόμη γυναίκες κατηγόρησαν τον Πολάνσκι για σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, με τις περισσότερες εξ αυτών να ήταν ανήλικες.
Μεταξύ αυτών, η Μαριάν Μπαρνάρντ κατήγγειλε επίθεση σε ηλικία 10 ετών, ενώ η ηθοποιός Σάρλοτ Λιούις ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε στα 16 της.
Παρά τις αλλεπάλληλες αρνήσεις του σκηνοθέτη και τις δικαστικές του επιτυχίες στη Γαλλία, η κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας της Γκάιμερ έρχεται επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο αναρίθμητες συζητήσεις.
Ιερό τέρας ή σκέτο τέρας;
Μια από αυτές είναι η συζήτηση για τον διαχωρισμό του καλλιτέχνη από το έργο του.
Η καθηγήτρια κινηματογραφικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, Δρ. Ελέιν Σόουαλτερ, επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο όπου η «αύρα» της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας δεν επαρκεί πλέον για να συγκαλύψει παραβατικές συμπεριφορές. Η βιομηχανία δεν κρίνει πια μόνο το κάδρο, αλλά και το χέρι που κρατά την κάμερα».
Αν έχει δίκιο η Σόουαλτερ, η τάση αντανακλά μια βαθύτερη κοινωνική ανάγκη για λογοδοσία, όπου η αισθητική αρτιότητα παύει να λειτουργεί ως ελαφρυντικό για πράξεις που πλήττουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Οι αντιδράσεις στην επερχόμενη ταινία διχάζουν τους κριτικούς. Ορισμένοι θεωρούν ότι η εστίαση στη Σαμάνθα Γκάιμερ είναι η μοναδική έντιμη διέξοδος για το Χόλιγουντ.
«Η μετατόπιση του αφηγηματικού κέντρου βάρους από τον θύτη στο θύμα αποτελεί μια πράξη διορθωτικής δικαιοσύνης» σχολιάζει ο Πίτερ Μπράντσο στον The Guardian. «Είναι η στιγμή που η κινηματογραφική γλώσσα σταματά να εξυμνεί τον ‘καταραμένο δημιουργό’ και αρχίζει να αφουγκράζεται τον ανθρώπινο πόνο».
«Η συγχώρεση προς τον Πολάνσκι ήταν το δικό μου κλειδί για την ελευθερία, όχι ένα συγχωροχάρτι για την πράξη του»
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η διαγραφή του έργου του Πολάνσκι θα αποτελούσε πολιτισμική απώλεια. «Η καταδίκη του ανθρώπου είναι επιβεβαιωμένα επιβεβλημένη, αλλά η εξορία του έργου του είναι μια μορφή πνευματικού ακρωτηριασμού που δεν βοηθά την κοινωνία να ωριμάσει» έχει δηλώσει η βραβευμένη Γαλλίδα ηθοποιός Λεά Σεϊντού, εκφράζοντας μια άποψη που συμμερίζονται πολλοί στην πατρίδα της.
Ο τρόπος με τον οποίο η βιομηχνία του θεάματος διαχειρίζεται πλέον καλλιτέχνες με σκοτεινό παρελθόν έχει αλλάξει ριζικά μετά το 2017. «Τα στούντιο δεν φοβούνται πια μόνο την κατακραυγή, αλλά και την οικονομική απαξίωση» σχολιάζει ο αναλυτής Μάικλ Φλέμινγκ. «Η ηθική καθαρότητα έχει μετατραπεί σε εμπορική αξία».
Η περίπτωση του Πολάνσκι, ο οποίος στα 92 του χρόνια συνεχίζει να κλείνει υποθέσεις με εξωδικαστικούς συμβιβασμούς, αποτελεί μια πρόκληση για τους νέους κανόνες δεοντολογίας.
«Οι συμβιβασμοί αγοράζουν χρόνο και σιωπή, αλλά η τέχνη έχει τη δύναμη να ανασύρει την αλήθεια από το αρχείο και να την τοποθετήσει κάτω από το φως του προβολέα» τονίσε η νομική σύμβουλος και ακτιβίστρια Μάριελεν Γκάρνερ στη Liberation.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της γαλλικής κινηματογραφικής κοινότητας, η οποία επί δεκαετίες υπήρξε το ασφαλές καταφύγιο του Πολάνσκι.
«Η Γαλλία σταδιακά απομακρύνεται από το δόγμα της ‘ιερότητας του δημιουργού’. Η αθώωση του Πολάνσκι για δυσφήμιση το 2024 μπορεί να ήταν μια νομική νίκη, αλλά ηθικά η απομόνωσή του εντείνεται» παρατηρεί η κοινωνιολόγος Ζεραλντίν Μπεκέρ με την ταινία The Girl να μοιάζει με το τελικό χτύπημα σε μια κουλτούρα που επέτρεπε την ατιμωρησία στο όνομα της υψηλής τέχνης.
Όπως καταλήγει ο αρθρογράφος των New York Times, Α.Ο. Σκοτ: «Το μέλλον του κινηματογράφου δεν ανήκει σε εκείνους που απαιτούν την υποταγή μας στο μεγαλείο τους, αλλά σε εκείνους που έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους».
Υπόθεση Πολάνσκι
«Αν είχα σκοτώσει κάποιον, δεν θα είχε τόση απήχηση στον Τύπο, καταλαβαίνετε; Αλλά… το γ@μήσι, βλέπετε, και τα νεαρά κορίτσια… Οι δικαστές θέλουν να γ@μάνε νεαρά κορίτσια. Οι ένορκοι θέλουν να γ@μάνε νεαρά κορίτσια. Όλοι θέλουν να γ@μήσουν νεαρά κορίτσια!»
Το 1977 ο διάσημος Πολωνός σκηνοθέτης, Ρόμαν Πολάνσκι, κατηγορήθηκε για τον βιασμό ενός 13χρονου τότε κοριτσιού, της Σαμάνθα Γκέιλι (νυν Γκάιμερ), κατά τη διάρκεια μίας φωτογράφισης που θα γινόταν, υποτίθεται, για την γαλλική έκδοση της Vogue, με την οποία εκείνος συνεργαζόταν ως guest, μέσα στην έπαυλη του Τζακ Νίκολσον, στο Λος Άντζελες.
Σύμφωνα με τις κατηγορίες, τις έδωσε ναρκωτικά και στη συνέχεια τη βίασε. Ο Πολάνσκι μετά τα γεγονότα συνελήφθη και μπήκε στη φυλακή για μόλις 42 ημέρες, στο πλαίσιο ενός εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Ο ίδιος παραδέχτηκε την ενοχή του για την τέλεση σεξουαλικής πράξης με ανήλικη και η εισαγγελία απέσυρε άλλες πέντε βαρύτατες κατηγορίες. Η εξωδικαστική συμφωνία επιτεύχθηκε μάλιστα, με τη συγκατάθεση της ανήλικης.
Το 1978 ο Πολάνσκι διέφυγε οριστικά στην Γαλλία, φοβούμενος πως θα καταδικαστεί πιο βαριά, παρά της διευθέτησης που είχε γίνει, λόγω της πίεσης των media.
«Δραπέτευσε για να διαφύγει από ένα απίστευτα διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα, που έχει προαποφασίσει να τον καταδικάσει», υποστήριξαν οι δικηγόροι του.
Άφεση αμαρτιών
Ο Πολάνσκι είναι μια διχαστική φιγούρα. Παραδέχθηκε τον εκ του νόμου βιασμό της 13χρονης Σαμάνθα Γκέιμερ το 1977 για να αποφύγει μια δίκη για πιο σοβαρές κατηγορίες. Μετά τη διαφυγή του στη Γαλλία τον επόμενο χρόνο, θεωρείται φυγάς στις ΗΠΑ.
Ο Ρομάν Πολάνσκι κέρδισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας το 2003 για την ταινία Ο Πιανίστας (The Pianist). Αν και δεν παρέστη στην τελετή, η βράβευση αναγνώρισε την εξαιρετική σκηνοθετική του δουλειά.
Αργότερα, το 2018, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου τον διέγραψε λόγω παλαιότερων καταδικαστικών αποφάσεων, παρά το κύρος του βραβείου του.
«Το να πρέπει συνέχεια να επαναλαμβάνω ότι ό,τι συνέβη δεν ήταν μεγάλο πρόβλημα, είναι ένα τρομερό [συναισθηματικό] φορτίο για εμένα»
Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν την απονομή, η Σαμάνθα Γκάιμερ και ο δικηγόρος της εμφανίστηκαν στην εκπομπή του Λάρι Κινγκ με την ίδια να λέει πως συγχώρεσε τον Πολάνσκι.
Η εξομολόγηση της σόκαρε πολλούς. Κάποιοι μίλησαν για ημέρα ντροπής για την ίδια, άλλοι αναρωτήθηκαν τι μεσολάβησε από τότε. Ήθελε η Σαμάνθα να σταματήσει να είναι γνωστή ως το κορίτσι που βιάστηκε από τον σκηνοθέτη; Υπήρξε κάποιος μυστικός χρηματισμός από το 1977;
«Ο Πολάνσκι έχει πληρώσει το χρέος του»
To 2023 η Γκέιμερ υπερασπίστηκε για μία ακόμη φορά τον αμφιλεγόμενο σκηνοθέτη, λέγοντας ότι όσα συνέβησαν μεταξύ τους «δεν ήταν ποτέ μεγάλο πρόβλημα» για εκείνη.
«Ήμουν και είμαι ακόμη μια χαρά» είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε στη σύζυγο του Πολάνσκι, Εμανουέλ Σενιέ, για λογαριασμό του γαλλικού Le Point.
«Θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρη: αυτό που συνέβη με τον Πολάνσκι δεν ήταν ποτέ μεγάλο πρόβλημα για εμένα» είπε. «Δεν ήξερα καν ότι ήταν παράνομο, ότι κάποιος θα μπορούσε θα συλληφθεί για κάτι τέτοιο. Ήμουν και είμαι ακόμη μια χαρά. Το γενονός ότι το έχουμε κάνει [τόσο μεγάλο ζήτημα] με βαραίνει τρομερά. Το να πρέπει συνέχεια να επαναλαμβάνω ότι δεν ήταν μεγάλο πρόβλημα, είναι ένα τρομερό [συναισθηματικό] φορτίο για εμένα».
«Η απόπειρα έκδοσης, το γεγονός ότι ο Ρόμαν συνελήφθη με αυτόν τον τρόπο, ήταν κάτι πολύ άδικο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δικαιοσύνη… Όλοι θα έπρεπε να ξέρουν ότι ο Ρόμαν έχει εκτίσει την ποινή του, η οποία ήταν… μεγάλη, αν θες την άποψή μου» πρόσθεσε.
«Κανείς δεν ήθελε να πάει στη φυλακή, αλλά πήγε και αυτό ήταν αρκετό. Πλήρωσε το χρέος του στην κοινωνία… Έκανε όλα όσα του ζητήθηκαν μέχρι που η κατάσταση ξέφυγε τελείως και η μόνη του επιλογή ήταν να διαφύγει. Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι του αξίζει να βρίσκεται στη φυλακή κάνει λάθος. Αυτό δεν ισχύει σήμερα, ούτε ίσχυε τότε» συνέχισε η Γκάιμερ.
Στη συνέντευξή της, η Γκάιμερ επισήμανε ότι τη δεκαετία του ’70 υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις για το σεξ, που αντιμετωπιζόταν ως τρόπος διασκέδασης ή και μέσο συναλλαγής.
«Θυμάμαι πως ήταν τα πράγματα όταν ξεκινούσα τη δουλειά, έγινα μοντέλο στα 14 μου χρόνια… Όλα τα κορίτσια, τα μοντέλα, πλάγιαζαν με τους φωτογράφους και εγώ δεν αποτελούσα εξαίρεση. Όμως το σεξ ήταν κάτι φυσιολογικό, μια φυσιολογική πτυχή της ζωής. Δεν υπήρχε όλη αυτή η ένταση, όλο αυτό το σκοτάδι γύρω από το σεξ» πρόσθεσε.
«Το σύστημα με κακοποίησε περισσότερο από τον βιαστή μου»
Σε άλλη συνέντευξη με την Αμάντα Νοξ, την Αμερικανίδα ακτιβίστρια και συγγραφέα που έγινε διεθνώς γνωστή μετά την ψευδή κατηγορία και τη φυλάκισή της για τη δολοφονία της συγκάτοικού της, Μέρεντιθ Κέρτσερ, τον Νοέμβριο του 2007 στην Περούτζια της Ιταλίας, η Σαμάνθα Γκάιμερ σπάει το στερεότυπο του «αιώνιου θύματος» και περιγράφει πώς η δικαστική εξουσία και τα μέσα ενημέρωσης μετέτρεψαν το τραύμα της σε ένα παγκόσμιο θέαμα προς κατανάλωση.
Στη συνέντευξή της η Γκάιμερ δίνει ένα εξαιρετικά αναλυτικό πλαίσιο σκέψης για τη στάση της μετά το διαβόητο συμβάν με τον Ρομάν Πολάνσκι απαντώντας σε όλους όσοι αναρωτήθηκαν για τη συγχώρεση του βιαστή της.
Όσο τραυματική κι αν ήταν η σεξουαλική επίθεση που υπέστη σε ηλικία 13 ετών από τον Ρομάν Πολάνσκι, η μεταχείρισή της από το δικαστικό σύστημα και τα ΜΜΕ ήταν «ακόμα χειρότερη» είπε η Γκάιμερ περιγράφοντας μια διαδικασία στην οποία η αλήθεια της παιδικής της ηλικίας θυσιάστηκε στον βωμό των επαγγελματικών φιλοδοξιών δικαστών και εισαγγελέων.
«Θυμάμαι πως ήταν τα πράγματα όταν ξεκινούσα τη δουλειά, έγινα μοντέλο στα 14 μου χρόνια… Όλα τα κορίτσια, τα μοντέλα, πλάγιαζαν με τους φωτογράφους και εγώ δεν αποτελούσα εξαίρεση. Όμως το σεξ ήταν κάτι φυσιολογικό, μια φυσιολογική πτυχή της ζωής. Δεν υπήρχε όλη αυτή η ένταση, όλο αυτό το σκοτάδι γύρω από το σεξ»
H Σαμάνθα Γκάιμερ φωτογραφημένη από τον Ρομάν Πολάνσκι στις 10 Μαρτίου, 1977
Η Γκάιμερ εστιάζει ιδιαίτερα στον δικαστή Ρίτενμπαντ, τον οποίο χαρακτηρίζει «διεφθαρμένο», υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποίησε την υπόθεσή της για να κερδίσει δημοσιότητα, μετατρέποντας τη δικαιοσύνη σε ψυχαγωγία.
Για την Γκάιμερ, η σύλληψη του Πολάνσκι σήμανε ταυτόχρονα και τη δική της «σύλληψη». Από τη στιγμή που η υπόθεση είδε το φως της δημοσιότητας, έπαψε να είναι η Σαμάνθα και έγινε «το κορίτσι» – ένα αντικείμενο ανάλυσης, αμφισβήτησης και μίσους.
Στη συνέντευξή της η Γκάιμερ περιγράφει το κλίμα της εποχής στο Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’70, όπου η ερωτικοποίηση των ανήλικων κοριτσιών ήταν σχεδόν κυρίαρχη τάση, κάτι που οδήγησε τα ΜΜΕ να τη χαρακτηρίσουν ακόμα και ως «Λολίτα που παγίδευσε τον σκηνοθέτη». Η Γκάιμερ καταγγέλλει ότι οι δημοσιογράφοι την «κυνηγούσαν ακόμη και στην αποφοίτησή της, αδιαφορώντας πλήρως για το τραύμα και την οδύνη της».
«Είναι εντάξει να είσαι καλά»
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της αφήγησής της είναι η σημερινή της σχέση με τον Πολάνσκι. Η Γκάιμερ εξηγεί ότι η κοινή τους εμπειρία ως στόχοι ενός συστήματος που τους χρησιμοποίησε για ίδιον όφελος, τους έφερε παραδόξως στην ίδια πλευρά. «Είναι ευκολότερο να συγχωρήσω τον Ρομάν γιατί ζήτησε συγγνώμη και ξέρω ότι λυπάται», αναφέρει, προσθέτοντας ότι περιμένει ακόμα μια αντίστοιχη συγγνώμη από το δικαστικό σύστημα.
Για εκείνη, η συγχώρεση δεν είναι παραίτηση, αλλά ένα εργαλείο επιβίωσης. «Το να κρατάς την οργή μέσα σου πονάει μόνο εσένα, δεν πονάει τον άλλον» είπε στη Νοξ.
Η Γκάιμερ με τη στάση της στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα κατά της κοινωνικής απαίτησης να παραμένουν τα θύματα σε μια διαρκή κατάσταση πόνου και μίσους.
«Η κοινωνία θέλει τέρατα και θύματα σε άσπρο και μαύρο· η αλήθεια μου όμως είναι πολύ πιο περίπλοκη»
Στη συζήτησή της καταγγέλλει ότι όταν ένα θύμα δηλώνει πως είναι πλέον καλά και δεν επιθυμεί την περαιτέρω τιμωρία του δράστη, η κοινωνία συχνά του «γυρίζει την πλάτη» και το κατηγορεί ως απολογητή του βιασμού.
«Είναι εντάξει να είσαι καλά», λέει διεκδικώντας το δικαίωμα να ζήσει μια κανονική ζωή μακριά από τη σκιά του σκανδάλου, ως μια «κανονική γυναίκα με κανονικά προβλήματα», και όχι ως το πρόσωπο ενός αιώνιου διεθνούς σεξουαλικού σκανδάλου.
Ο Πολάνσκι, μιλώντας για το περιστατικό σε αμφιλεγόμενη συνέντευξη το 1979, είπε:
«Αν είχα σκοτώσει κάποιον, δεν θα είχε τόση απήχηση στον Τύπο, καταλαβαίνετε; Αλλά… το γ@μήσι, βλέπετε, και τα νεαρά κορίτσια… Οι δικαστές θέλουν να γ@μάνε νεαρά κορίτσια. Οι ένορκοι θέλουν να γ@μάνε νεαρά κορίτσια. Όλοι θέλουν να γ@μήσουν νεαρά κορίτσια!»
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.