Οι προτεινόμενες λύσεις αναφορικά με τις αρχές της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών, για τις οποίες κάναμε λόγο και στην κατακλείδα του τελευταίου άρθρου μας, διαφέρουν από απόψεως τοπικής αλλά και χρονικής, δηλαδή τόσο ως προς το ζήτημα της αρχικής κοιτίδας όσο και ως προς το ζήτημα του χρόνου διασποράς της «πρωτογλώσσας» της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας.

Μάλιστα, η δεύτερη αυτή παράμετρος, ο χρόνος της διασποράς, είναι καίριας σημασίας, καθώς η επίλυση του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος απαιτεί τον ακριβή προσδιορισμό όχι μόνο του τόπου αλλά και του χρόνου της εξάπλωσης. Με άλλα λόγια, πέραν τού πού μιλιόταν μια προϊστορική γλώσσα, πρέπει να γνωρίζουμε παράλληλα και το πότε μιλιόταν.

Εξ όσων γνωρίζουμε, οι παλαιότερες γλωσσικές μαρτυρίες για την ινδοευρωπαϊκή οικογένεια προέρχονται από την Ανατολία. Η ύπαρξη ονομάτων στις καταγραφές των ασσυριακών εμπορικών σταθμών του 2000 π.Χ. πιστοποιεί ότι η διαφοροποίηση στους κόλπους της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών ήταν μια πραγματικότητα ήδη από εκείνη την εποχή.

Σε γενικές γραμμές, οι γλωσσολόγοι αποδέχονται ότι η ινδοευρωπαϊκή διασπορά και η γλωσσική διαίρεση συντελούνταν ήδη περί το 2500 π.Χ. ή και λίγο νωρίτερα. Ωστόσο, η ακριβής χρονολόγηση της έναρξης της εν λόγω διασποράς είναι σαφώς δυσκολότερη, εάν ληφθεί υπόψη ότι η γλωσσική αλλαγή είναι στην πραγματικότητα μια διαδικασία και όχι ένα χρονικά και τοπικά προσδιορισμένο γεγονός.

Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, η έναρξη της διαφοροποίησης μεταξύ των ομιλητών της ινδοευρωπαϊκής πρέπει να σχετίζεται με την αύξηση του χώρου κατανομής τους. Η επακολουθήσασα ολοένα και μεγαλύτερη τοπική διαφοροποίηση ήταν απόρροια της ανάγκης για επικοινωνία ανάμεσα στους ομιλητές. Βεβαίως, στο πλαίσιο της διεργασίας αυτής, που διήρκεσε κατά πάσαν πιθανότητα πολλούς αιώνες, ο βαθμός διαφοροποίησης δεν ήταν ο ίδιος σε όλες τις περιοχές.

Όπως συνάγεται από τα ανωτέρω, η υπό εξέταση διαδικασία της διαφοροποίησης δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί επακριβώς. Εκκινώντας από αυτήν την παραδοχή, δεν απομένει παρά να εξετάσουμε το πολιτισμικό περιεχόμενο των λέξεων εκείνων που ανάγονται μετά βεβαιότητας στην «πρωτογλώσσα» της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, μια και εμφανίζονται σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα του φάσματος των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

Βάσει των πληροφοριών που μας παρέχει η λεγόμενη ιστορικοσυγκριτική μέθοδος, το ινδοευρωπαϊκό λεξιλόγιο είναι εναρμονισμένο με το πολιτισμικό επίπεδο της Ύστερης Νεολιθικής Περιόδου ή της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Περιελάμβανε τα ονόματα των κυριότερων εξημερωμένων ζώων και φυτών, καθώς και λέξεις που αφορούσαν την τεχνολογία της καλλιέργειας. Επιπροσθέτως, παρέχει σοβαρές ενδείξεις για γνώση του τροχού και του τροχήλατου οχήματος.

Δοθέντος ότι το τροχήλατο όχημα δεν ήταν γνωστό στην Ευρασία πριν από το 4000 π.Χ., μπορούμε να ισχυριστούμε ότι διαθέτουμε ένα κατά προσέγγιση χρονικό σημείο μετά το οποίο (terminus post quem) θα μπορούσε να έχει συντελεστεί η εξάπλωση των Ινδοευρωπαίων. Εάν δε συνυπολογίσουμε ότι η εξάπλωση αυτή μπορεί να είχε προηγηθεί των χαρακτηριστικών διαλεκτικών διαφορών, θα έπρεπε ίσως να τοποθετήσουμε τη χρονολογία έναρξής της κάπως νωρίτερα, περί το 4500 π.Χ.

Συγκεφαλαιώνοντας, η έναρξη της ινδοευρωπαϊκής διάσπασης ανάγεται περίπου στο χρονικό διάστημα 4500-2500 π.Χ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο