Η πρόταση της ΓΣΕΕ για αύξηση του κατώτατου μισθού το 2021 μπαίνει όπως φαίνεται στον «πάγο» καθώς τις αντιρρήσεις τους προβάλουν η ΤτΕ, ο ΣΕΒ, οι υπόλοιποι εργοδοτικοί φορείς αλλά και οι δημόσιοι ερευνητικοί φορείς που ελέγχονται από το κράτος.

Πρόκειται για το σύνολο των φορέων και των κοινωνικών εταίρων που μαζί με την ΓΣΕΕ διατυπώνουν εισηγήσεις για τον ορισμό του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Ακόμα και η σχετικά «φιλεργατική» ΓΣΕΒΕΕ εξέφρασε τη διαφωνία της στην αύξηση του κατώτατου μισθού, υποστηρίζοντας ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί σε μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων.

Ο ΣΕΒ υποστήριξε ότι με δεδομένες τις συνέπειες της πανδημίας δεν υπάρχει περιθώριο για καμία αύξηση του κατώτατου μισθού μέσα στο 2021.

Το πόρισμα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) όχι μόνο αντιτίθεται σε αυξήσεις, ιδιαίτερα μεγάλης κλίμακας, αλλά «μεσοπρόθεσμα κρίνεται σκόπιμο αυξήσεις του κατώτατου μισθού να συνυπολογίζουν τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας».

Η ΤτΕ από την πλευρά της αναφέρει ότι μια αύξηση του κατώτατου μισθού θα έχει αρνητικές επιπτώσεις ιδιαίτερα στους κλάδους με υψηλό ποσοστό αμειβομένων με κατώτατα όρια και άρα ευθεία επίπτωση στην αύξηση της ανεργίας.

Συνεπώς, αν και η τελικά απόφαση δεν έχει τυπικά ληφθεί, καθώς η προφορική διαβούλευση που θα καταλήξει στη διατύπωση της πρότασης για τον νέο κατώτατο μισθό είναι προγραμματισμένη για τις 24 Μαΐου, θεωρείται δεδομένο ότι ο κατώτατος μισθός θα παραμείνει τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 2022 στα σημερινά επίπεδα των 650 ευρώ.

Η πρόταση της ΓΣΕΕ – Τα 650 ευρώ κάτω από το όριο της σχετικής και απόλυτης φτώχειας

Η Η ΓΣΕΕ βάσει της μελέτης της προτείνει την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ εντός του 2021 και στη συνέχεια, να προσαρμοστεί στο 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού πλήρους απασχόλησης, βάσει των στοιχείων του ΟΟΣΑ, δηλαδή στα 809 ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί πως η τελευταία αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού συνέβη το Φεβρουάριο του 2019, όταν με απόφαση της τότε κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αυξήθηκε κατά 10,9%, φτάνοντας στα 650 ευρώ (μικτά) έναντι 586 ευρώ (μικτά) που είχε φτάσει με πράξη νομοθετικού περιεχομένου το Φεβρουάριο του 2012 (έναντι 751 ευρώ που ήταν έως τότε).

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ο ισχύων στην Ελλάδα κατώτατος μισθός των 650 ευρώ, έχει την πέμπτη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και αντιστοιχεί μόλις στο 48,2% του διάμεσου μισθού, παραμένοντας κάτω από το όριο της σχετικής και της απόλυτης φτώχειας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εξαιτίας των συνεπειών της πανδημίας έχει υπάρξει πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2020, για τον καθορισμό επαρκών κατώτατων μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Διαβάστε επίσης: «Μάχη» για τον κατώτατο μισθό στην Ευρώπη – Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά [πίνακες]

Αν και σε επίπεδο ΕΕ εκφράζονται διαφορετικές απόψεις για την ανάγκη «ύπαρξης» κατώτατου μισθού, οι περισσότερες χώρες που διαθέτουν βασικό μισθό, έχουν προχωρήσει σε αύξηση του εντός το 2021, ενώ τρεις χώρες τον έχουν κρατήσει σταθερό από το 2020 (Εσθονία, Ουγγαρία, Ισπανία).  Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που έχει αφήσει αμετάβλητο τον κατώτατο μισθό από τον Φεβρουάριο του 2019.

Η συζήτηση στην Ευρώπη

Αυτή τη στιγμή, 21 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θεσπίσει το μέτρο του κατώτατου μισθού, ενώ σε έξι χώρες (Αυστρία, Κύπρος, Δανία, Φινλανδία, Ιταλία και Σουηδία) το ποσοστό του κατώτατου μισθού καθορίζεται μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων, μια διαδικασία που κρίνεται αποδοτική μέχρι σήμερα.

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι αναπροσαρμογές των βασικών μισθών σε περίοδο δεκαετίας σε χώρες της ΕΕ αλλά και σε άλλες χώρες. Στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός δεν έχει φτάσει μετά από μία δεκαετία στα προ κρίσης επίπεδα.

Στην έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τονίζεται ότι η κρίση στην αγορά εργασίας που επιδεινώθηκε από την πανδημία έχει υποβαθμίσει το βιοτικό επιπέδο των εργαζομένων και ειδικά των πιο ευάλωτων ομάδων, θέτοντας πολλές οικογένειες σε κίνδυνο υλικής αποστέρησης και συρρίκνωσης του βιοτικού επιπέδου τους.

Παρόμοια συμπεράσματα περιγράφονται και στο υπόμνημα που κατέθεσε η ΓΣΕΒΕΕ, που παραδέχεται και αναδεικνύει τη σημαντική πτώση του εισοδήματος των εργαζομένων και των νοικοκυριών το 2020.

Υποστηρίζει ότι η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και η εισοδηματική πόλωση είναι από τις σημαντικές επιπτώσεις παραθέτοντας και τα εξής στοιχεία:

  • Περίπου 4 στα 10 νοικοκυριά (37,5%) δήλωσαν πως το εισόδημά τους μειώθηκε, έναντι ποσοστού μόλις 8,1% που δήλωσε πως το εισόδημά του αυξήθηκε. Για τα μισά περίπου (54,3%) νοικοκυριά το εισόδημα παρέμεινε αμετάβλητο.
  • Το εισόδημα των νοικοκυριών που στηρίζονται στα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα μειώθηκε το 2020 μεσοσταθμικά κατά 27,2%, έναντι μείωσης 11,5% στο σύνολο των νοικοκυριών. Για τα νοικοκυριά που κύρια πηγή εισοδήματος είναι ο μισθός καταγράφηκε μεσοσταθμική μείωση του εισοδήματός τους κατά 10,5%.
  • Μεγάλο ποσοστό νοικοκυριών παραμένει σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς 1 στα 4 νοικοκυριά (25,1%) δηλώνει πως διαβιοί με εισόδημα έως 10.000 ευρώ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο