Δεν είναι φαινόμενο άγνωστο μέσα στην ιστορία να πηγαίνουμε ολοταχώς προς τα πίσω και να νομίζουμε πως καλπάζουμε προς τα μπρος, ή να βαδίζουμε προς κάτι αντικειμενικά καλύτερο και ουσιαστικότερο σε σχέση με εκείνο που πιστεύουμε και να αισθανόμαστε πως οπισθοδρομούμε. Οταν σε μια οποιαδήποτε κοινωνία αποκαλύπτονται ακραίες συμπεριφορές που συμβαίνει να συνδέονται με πρόσωπα γνωστά ή πασίγνωστα, με συνέπεια να σκοτεινιάζει ή να μαυρίζει εντελώς ο περιβάλλων χώρος, σάμπως να μην έχουν υπάρξει οπωσδήποτε στον κόσμο αντίστοιχες συμπεριφορές, μοιάζει εξίσου να θολώνεται και η σκέψη και ο καθένας να θέλει να πλειοδοτήσει όσον αφορά τη δική του άτεγκτη ηθική.

Επομένως δεν μπορεί να μην αναλογίζεται κανείς παρά με ευγνωμοσύνη τη δεκαετία του ’60 – πριν από σωστά εξήντα χρόνια που τα πράγματα δεν έδειχναν ένα μέλλον με αναποδογυρισμένες όλες τις προοπτικές για μια ουσιαστική εξέλιξη – καθώς ακούγονταν ή συνιστούσαν ένα κυριαρχικό μότο φωνές που έλεγαν ότι «κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος, κανείς δεν μπορεί να είναι χορτάτος και κανείς δεν μπορεί να είναι έντιμος ως τη στιγμή που θα είναι όλοι έντιμοι και ελεύθεροι, ως τη στιγμή που κανείς δεν θα πεινάει αλλά θα έχει χορτάσει».

Χρειάστηκε λοιπόν να περάσουν εξήντα χρόνια – το ξαναγράφουμε – για να ανακαλύψουμε πως ό,τι συμβαίνει αφορά τον καθένα που το διαπράττει και όλοι οι υπόλοιποι δεν αναγνωρίζουμε για τον εαυτό μας παρά τον ρόλο του θεατή, του αμέτοχου και ουδέτερου σε σχέση με τα τεκταινόμενα επί σκηνής. Ασχέτως αν με όσα έχουμε δείξει πως μας ενδιαφέρουν έχουμε στην πραγματικότητα δρομολογήσει τα τεκταινόμενα, που όσο πιο ακραία και προκλητικά θα μας παρουσιαστούν τόσο πιο απόλυτοι θα είμαστε στην κρίση μας για αυτά. Δεν υπάρχουν τόσο αφελείς αναγνώστες ώστε έστω και ένας θα ήταν δυνατόν να πιστέψει πως αθωώνονται ή δεν θεωρούνται βαριά ένοχοι όσοι κατηγορούνται για αυτόχρημα εγκληματικές πράξεις, όπως οι πάσης φύσεως βιασμοί.

Το πρόβλημα όμως το μοιράζεται μια ολόκληρη κοινωνία όταν δεν καταλαβαίνει πως για να φτάσουμε στους βιασμούς αυτούς και ο παπάς, και ο δάσκαλος, και ο πολιτικός, και ο καλλιτέχνης, και ο γονιός δεν έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους.

Βέβαια μια μεμονωμένη πράξη και μάλιστα αποκρουστική δεν μπορεί να τη χρεώνεται συλλογικά μια κοινωνία, αλλά δεν θα φτάναμε ποτέ στην πράξη αυτή αν η κοινωνία δεν έπειθε τους πάντες καθημερινά με χιλιάδες τρόπους ότι μπορεί να σταθεί, να υπάρξει και να σταδιοδρομήσει με ανθρώπους που τους είναι δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην απαίτηση για ηθική αποκατάσταση και την έκφραση της απύθμενης χαιρεκακίας τους γιατί υψηλά ιστάμενα πρόσωπα γκρεμοτσακίστηκαν. Προπαντός δεν μπορούν να καταλάβουν ότι με τη γενικότερη απάθεια ή βαριεστημάρα τους για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός θεάματος που κάνει τις ανθρωποφαγικές τάσεις να ηχούν ως κάτι φυσιολογικό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο