Τις πρώτες μέρες του δεύτερου lockdown πολλοί, βλέποντας τα αυτοκίνητα στους δρόμους, αναρωτιούνταν «που πάει τόσος κόσμος;». Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και η ερώτηση: «Στη δουλειά του».

Η παραγωγή δουλεύει κανονικά

Στην πραγματικότητα αυτό που αποκαλούμε lockdown στην πράξη σημαίνει ότι με εξαίρεση, την εστίαση και τη διασκέδαση καθώς και ένα μέρος των εμπορικών καταστημάτων, όλη η υπόλοιπη οικονομική και παραγωγική αλυσίδα δουλεύει κανονικά. Και μάλιστα στο δεύτερο lockdown είναι πολύ μικρότερο το ποσοστό της τηλεργασίας που σημαίνει ότι οι εργασίες γίνονται στο φυσικό τους χώρο.

Ουσιαστικά το σύνολο των εργαζομένων πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, κάνει τα ψώνια του για τα απολύτως απαραίτητα αγαθά και πηγαίνει να κλειστεί στο σπίτι του. Η βασική επί της ουσίας κινητικότητα που έχει περιοριστεί είναι η κινητικότητα που σχετίζεται με τις διάφορες μορφές αναψυχής και εκτόνωσης του ανθρώπου, όπως είναι οι βόλτες.

Αυτό ακριβώς δίνει και μια εξήγηση γιατί στο δεύτερο lockdown που συμπληρώνει έξι ολόκληρες εβδομάδες, το δεύτερο κύμα της πανδημίας αναδεικνύεται τόσο φονικό για την Ελλάδα η οποία μετράει 3.418 νεκρούς, όταν από την αρχή της πανδημίας έχει συνολικά 4044 θανάτους.

Οι 8 στους 10 θάνατοι από κοροναϊό εν μέσω …lockdown

Με απλά λόγια, το 84,5% των θανάτων από κοροναϊό έχει προκύψει εν μέσω ενός lockdown με απαγόρευση κυκλοφορίας τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες και με κλειστή την εστίαση, τη διασκέδαση και ένα μέρος του λιανεμπορίου, όταν το υπόλοιπο 15,5% των θανάτων συντελέστηκαν σε βάθος 8μηνου και με το ένα εξάμηνο χωρίς τους σκληρούς απαγορευτικούς περιορισμούς, αν και χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές καιρικές συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση όμως τα στοιχεία είναι συντριπτικά και η κύρια τάση δεν θα μπορούσε να αλλάξει από την εναλλαγή των εποχών.

Ο συνωστισμός στους χώρους εργασίας ζει και βασιλεύει. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η οπτική που θα εστιάζει στους χώρους εργασίας απουσιάζει από τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο αλλά και από την προσέγγιση των αρμόδιων αρχών και η προσοχή δεν είναι στραμένη εκεί. Ακόμα και τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοπιούνται από τον ΕΟΔΥ και τις αρμόδιες αρχές δεν βοηθούν στην στατιστική αποτύπωση του προβλήματος και στον ανάλογο προσανατολισμό ως προς τη λήψη των αντίστοιχων υγειονομικών μέτρων.

Συνωστισμός στους χώρους εργασίας

Ακόμα και τα τεστ που διενεργούνται με μικρές εξαιρέσεις σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων δεν γίνονται με προσανατολισμό τους εργασιακούς χώρους, ιδίως τους μεγάλους, αλλά με αποκλειστικά εδαφικά κριτήρια. Πχ ο ΕΟΔΥ μπορεί να διενεργεί δειγματοληπτικά τεστ σε γειτονιές του κέντρου της Αθήνας ή σε συγκεκριμένες περιοχές και νομούς όπου διαπιστώνεται έξαρση στη διασπορά του ιού, αλλά λείπουν ως επί το πλείστον ανάλογες πρωτοβουλίες για μεγάλες βιομηχανικές μονάδες ή περιοχές με μεγάλες εμπορικές αγορές ειδών πρώτης ανάγκης που εξακολουθούν να βρίσκονται σε λειτουργία.

Το προηγούμενο διάστημα ήταν πολλές οι καταγγελίες του συλλόγου εμποροϋπαλλήλων στην Αθήνα για πρωτόκολλα «λάστιχο» που ποίκιλαν από supermarket σε supermarket όπου τα κρούσματα ήταν δεκάδες και εκατοντάδες με βάση τις καταγγελίες που υπάρχουν. Πολλές φορές δε, δεν υπήρχαν σαφείς οδηγίες από τον ΕΟΔΥ για το πότε μπαίνει σε εφαρμογή η προληπτική καραντίνα για εργαζόμενους, για το ποιος θεωρείται επαφή με ύποπτο κρούσμα κλπ.

Στην Ελλάδα έπρεπε να χτυπήσει κόκκινο η πανδημία σε μια κατεξοχήν βιομηχανική περιοχή όπως η Δυτική Αττική όπου συγκεντρώνονται σε μεγάλα εργοστάσια και άλλες επιχειρήσεις εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες για να διαπιστωθεί το πρόβλημα στην πραγματική του έκταση.

Καταγγελίες

Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η περιοχή που παγκοσμίως έγινε σημείο αναφοράς στο πρώτο κύμα της πανδημίας ήταν η Βόρεια Ιταλία και κυρίως η κατεξοχήν βιομηχανική περιοχή της Λομβαρδίας (Μπρέσια και Μπέργκαμο) που συγκέντρωσε το 1/4 των κρουσμάτων κοροναϊού στην Ιταλία και το 1/3 των θανάτων από κοροναϊό στην γειτονική χώρα.

Μάλιστα το τελευταίο διάστημα είναι πλήθος οι καταγγελίες που έχουν γίνει από εργατικά σωματεία και συνδικαλιστές στην Δυτική Αττική για ελλιπή υγειονομικά μέτρα, για εργοδοτική αυθαιρεσία και παραβίαση των υγειονομικών πρωτοκόλλων, μέτρα όπως η καραντίνα μετά από επαφή με κρούσμα δεν τηρούνταν κάτω από το φόβο της απόλυσης, ενώ δεν λείπουν και καταγγελίες ότι υπάρχουν εργαζόμενοι που ενώ βρίσκονται σε αναστολή σύμβασης εργασίας υποχρεώνονται από τους εργοδότες να δουλεύουν κανονικά πηγαίνοντας στην επιχείρηση, όπως αντίστοιχες καταγγελίες γίνονται μέσω των σωματείων και την περίπτωση της τηλεργασίας.

Επιπλέον σε αυτά, έχουμε φτάσει σε τραγελαφικά επίπεδα όπου σύμφωνα καταγγελία του Συλλόγου Τεχνικών και Υγειονομικών Επιθεωρητών Υγείας, ζητήθηκε από τα στελέχη του υπουργείου Εργασίας να επιβάλλονται πρόστιμα όχι στους εργοδότες αλλά στους εργαζόμενους επειδή βρίσκονταν στο φυσικό χώρο εργασίας ενώ είχαν δηλωθεί σε καθεστώς τηλεργασίας.

Φυσικά αυτό δεν αφορά μόνο τη Δυτική Αττική αλλά ολόκληρη τη χώρα. Άλλωστε και στη Μακεδονία και ιδίως στην Θεσσαλονίκη δεν θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την επιδημιολογική της εικόνα τα όσα κατά καιρούς έχουν καταγγελθεί για απουσία ελεγκτικών μηχανισμών όπως της Επιθεώρησης Εργασίας και έλλειψη συντονισμού των αρμόδιων αρχών για να διενεργήσουν ελέγχους στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου.

Πινγκ πονγκ

Με έναν τρόπο όλα τα παραπάνω είχαν περιγραφεί πολύ κομψά από την Βάνα Παπαευαγγέλου στην επίσημη ενημέρωση του υπουργείου Υγείας στις αρχές Δεκεμβρίου όταν είχε μιλήσει για «ένα συνεχές πινγκ πονγκ μεταξύ των εργασιακών χώρων και της ενδοοικογενειακής διασποράς» προσπαθώντας να εξηγήσει τα τόσα πολλά κρούσματα εν μέσω lockdown και προσδιορίζοντας ακόμα περισσότερο αυτή τη διάσταση του προβλήματος είχε συμπληρώσει:

«Δηλαδή, εκεί που πάει να ηρεμήσει μία περιοχή, ξεσπά μία συρροή κρουσμάτων σε ένα εργασιακό περιβάλλον, σε μία κλειστή δομή, που λειτουργεί σαν μία πηγή υπερμετάδοσης και έχει σαν αποτέλεσμα τη διασπορά μέσα στα σπίτια όλων αυτών των ανθρώπων, στις οικογένειές τους».

Επιπλέον σε αυτό, η καθηγήτρια Επιδημιολογίας Αθηνά Λινού μιλώντας ειδικά για τη Δυτική Αττική έχει εστιάσει στην ταξική διάσταση του προβλήματος τονίζοντας ότι «στη Δυτική Αττική έχουμε πολλούς κατοίκους που ζουν σε μικρά διαμερίσματα με κάποιο συνωστισμό. Έχουμε πολλούς εργαζόμενους που το είδος της εργασίας δεν επιτρέπει την εξ αποστάσεως εργασία και συνωστίζονται εξ ανάγκης στο χώρο εργασίας, και πιθανόν να έχουμε ομάδες ανθρώπων που χρησιμοποιούν πολύ τα ΜΜΜ, δηλαδή δεν έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να εφαρμόσουν τα μέτρα».

Απουσιάζουν οι έλεγχοι σε εργοστάσια και βιομηχανίες

Αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένες νύξεις πριν από κάποιους μήνες για τις επιχειρήσεις είχε κάνει ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας Νίκος Χαρδαλιάς με αφορμή την έξαρση κρουσμάτων στο κέντρο της Αθήνας ενώ αποκαλυπτική είναι η σημερινή «επαγγελματική κατανομή» των κρουσμάτων στην Δυτική Αττική στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Χαρδαλιάς, και σύμφωνα με την οποία πάνω από τα μισά κρούσματα είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εργάτες.

Συγκεκριμένα, το 24,31% των κρουσμάτων της Δυτικής Αττικής είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι και το 29,22% είναι εργάτες σχετιζόμενοι με φορτοεκφορτώσεις ή καλλιέργεια γης, οικοδόμοι, πλανόδιοι μικροπωλητές, συλλέκτες ανακυκλώσιμων υλικών, αυτοαπασχολούμενοι μηχανικοί αυτοκινήτων και πωλητές φρούτων.

Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας αλλά και το ΚΚΕ ασκούν δριμεία κριτική στην κυβέρνηση ειδικά για τη Δυτική Αττική ότι κρύβεται πίσω από το lockdown την ώρα που απουσιάζουν οι έλεγχοι για την τήρηση των μέτρων στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και τα εργοστάσια της περιοχής και ευρύτερα στις επιχειρήσεις όλης της χώρας.

Αποκαλυπτικές είναι και οι καταγγελίες που έγιναν στην κάμερα του MEGA, όπου σήμερα περίπου 250 εργαζόμενοι σε εργοτάξιο στον Ασπρόπυργο, υποβάλλονται σε rapid test από τον ΕΟΔΥ και όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι στο εργοτάξιο τα μέτρα είναι ανύπαρκτα. Δεν υπάρχει θερμομέτρηση στην είσοδο ενώ και τα πούλμαν που τους μεταφέρουν στην εργασία τους, ο αριθμός που μπαίνει μέσα είναι υπεράριθμος.

Έρευνα του Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας

Η παραπάνω δραματική κατάσταση με την πλήρη απουσία ελέγχων για την τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων στους χώρους είχε αποτυπωθεί σε στατιστικές έρευνες το προηγούμενο διάστημα όπου καταγράφονταν και οι ευθύνες της εργοδοσίας.

Σύμφωνα με έρευνα (ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο σε 1288 άτομα ) του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛΙΝΥΑΕ), που πραγματοποιήθηκε σε πανελλαδικό επίπεδο πριν από το δεύτερο lockdown (8 Σεπτέμβρη – 13 Οκτώβρη), προκύπτει στην καλύτερη περίπτωση ελλιπής τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων στους χώρους εργασίας.

Ελλιπή ακόμα και τα βασικά μέτρα

Βασικά μέτρα προστασίας, όπως ο επαρκής αερισμός και ο τακτικός καθαρισμός των χώρων εργασίας, η τοποθέτηση οδηγιών σε εμφανή σημεία και η παροχή μέσων ατομικής προστασίας, δεν εφαρμόζονται καθολικά στους χώρους εργασίας, αφού περίπου 3 στους 10 ερωτηθέντες δεν απάντησαν ότι αυτά ελήφθησαν στο χώρο εργασίας τους.

Ποσοστό κάτω του 50% απάντησε ότι απολυμαίνονται οι χώροι εργασίας, ότι αυξήθηκε η απόσταση μεταξύ των θέσεων εργασίας ή ότι συντηρούνται τακτικά τα συστήματα εξαερισμού – κλιματισμού.

Μόνο 2 με 3 στους 10 ερωτηθέντες απάντησαν ότι εφαρμόζονται στο χώρο εργασίας τους μέτρα όπως π.χ. η τακτική θερμομέτρηση των εργαζομένων, η διενέργεια τεστ κοροναϊού, η αποφυγή χρήσης κλιματιστικών που ανακυκλώνουν τον αέρα, η παροχή ξεχωριστών εργαλείων και εξοπλισμού εργασίας σε κάθε εργαζόμενο κ.ά.

Επαγγελματικός κίνδυνος

Την ευθύνη της εργοδοσίας για τη συνολικότερη απουσία διαδικασιών για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων αποτυπώνουν μια σειρά αποτελέσματα της έρευνας:

Λιγότεροι από το 40% απάντησαν ότι επικαιροποιήθηκε η εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου. Επίσης λιγότεροι από το 40% απάντησαν ότι δόθηκαν οδηγίες στους εργαζόμενους από τον τεχνικό ασφάλειας ή ότι πραγματοποιήθηκε εκπαίδευση εργαζομένων στη χρήση μέσων ατομικής προστασίας. Μόλις λίγο πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες που εργάζονται σε δραστηριότητες με πάνω από 50 εργαζόμενους (όπου υπάρχει υποχρέωση απασχόλησης γιατρού Εργασίας) απάντησαν ότι δόθηκαν οδηγίες από το γιατρό Εργασίας.

Ειδικότερα για τις ευπαθείς ομάδες εργαζομένων, για τις οποίες απαιτείται ειδική μέριμνα, λιγότεροι από τους μισούς απάντησαν ότι λαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας για αυτές τις ομάδες. Συγκεκριμένα, στους χώρους όπου η δραστηριότητα απαιτεί επαφή με το κοινό, μόνο το 25,2% απάντησε θετικά στην ερώτηση αν υπάρχει μέριμνα για απασχόληση των ευπαθών ομάδων σε θέσεις εργασίας που δεν θα έχουν άμεση επαφή με το κοινό (back office).