Mε αφορμή το έργο του Γιώργου Βέλτσου «Μεταγωγή», που ανεβαίνει στο Θέατρο Αργώ, συνάντησα τον συγγραφέα και πανεπιστημιακό στο σπίτι του στο Λυκαβηττό.

Είχαμε βρεθεί στο παρελθόν στα αμφιθέατρα –μιας και ξεκινήσαμε από τον ίδιο ερευνητικό πεδίο- αλλά πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να βρεθώ ουσιαστικά δίπλα του και ανάμεσα σε δεκάδες βιβλία και σημειώσεις να «κλέψω» λίγο από τη σοφία του.

Ο Γιώργος Βέλτσος μιλώντας για την αυτοβιογραφική «Μεταγωγή» συμπυκνώνει τα προβλήματα της μεταπολίτευσης και της εισόδου μας στον κόσμο του θεάματος χωρίς ποτέ να φεύγει από τον πολιτικό του άξονα. Την Αριστερά όπως εκείνος την ονειρεύεται και μιας πολιτικής σκακιέρας χωρίς βασιλιά και βασίλισσα.

Πως γεννήθηκε η «Μεταγωγή»;

Η Μεταγωγή προέκυψε από την ανησυχία μου για τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Είναι ένα έργο που γράφεται και ξαναγράφεται εδώ και πολλά χρόνια. Ένα είδος ημερολογίου για τις εξελίξεις στην πολιτική ζωή στην Μεταπολίτευση και αποκρυσταλλώθηκε με τη συνδρομή της Χρύσας Καψούλη σε ένα κείμενο με θεατρική οικονομία ώστε να μπορεί να κατέβει στο κοινό. Με διάλογους οι οποίοι ακούγονται και δεν διαβάζονται.

Η Μεταγωγή είναι καταρχήν ένα βιβλίο το όποιο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σοκόλη. Ένα από τα 49 βιβλία μου. Οτιδήποτε γράφω κατατίθεται σε βιβλίο. Για μένα η σκηνή του θεάτρου είναι η σκηνή της γραφής.

Είναι ένα βιβλίο που περνάει στο θέατρο με όλες τις δυσκολίες. Μία από αυτές, σκηνοθετικά μιλώντας, είναι ότι δεν θα έπρεπε να έχει μια γραφική ρεαλιστική μορφή σύγκρουσης δύο ζευγαριών, δύο ηλικιωμένων και δύο νέων. Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι τι που να μην το κάνει ψυχαγωγικό θέατρο που θα μπορούσε να γίνει και σήριαλ στην τηλεόραση.

Για να το αποφύγω αυτό, σκέφτηκε η Καψούλη κάτι που το αναφέρω και το εκτιμώ. Μια συνένωση των τεσσάρων σε δύο. Άρα παίζεται η σύγκρουση των τεσσάρων σε μια σύγκρουση των δύο αφού οι δύο μεγάλοι αφομοιώνουν τους δύο μικρούς.

Αυτό του δίνει μια πιντερική διάσταση κάτι που το ήθελα πάρα πολύ και το είδα στις πρόβες και χάρηκα πάρα πολύ.

 

Ποια είναι η υπόθεση;

Είναι δύο παλιοί αριστεροί κλεισμένοι σε ένα σπίτι κάπου στον Κολωνό. Έχουν αποσυρθεί και προσπαθούν μέσα από τα βιβλία να καθαρίσουν μέσα τους από περιττές κινήσεις της ζωής τους, όπως ενδεχομένως ένας φόνος με πολιτική χροιά. Τρομοκράτες. Μια ανάνηψη, μια μεταστροφή, μια μεταβολή, ένας συμβιβασμός όπως θέλει κανείς μπορεί να το δει.

Είναι γεννημένοι στην Τασκένδη, μιας ηλικίας πέρα από 60 χρόνων και απ’ έξω από την πόρτα τους περνάει μια μεταγωγή. Μια μεταφορά κρατουμένων από τον Κορυδαλλό στα δικαστήρια της Ευελπίδων. Δύο νεαρά άτομα αντιεξουσιαστές, συλληφθέντες με έναν τρόπο ποιητική αδεία δραπετεύουν. Τους χτυπάνε την πόρτα, τους συναντούν και υπάρχει μια διαπλοκή μεταξύ τους με ανταλλαγή ιδεών και επιχειρημάτων για το ποια είναι η θέση του καθένα και ποια είναι η θέση, δεν θα πω η σωστή, η αρμόζουσα στην ηλικία, στη ιδεολογία, στη μόρφωση, στη δράση.

Ένα έργο, δηλαδή, που ανοίγει και κλείνει σαν μια φυσαρμόνικα από πολλές οπτικές. Του νέου, του ηλικιωμένου, του αγωνιστή, του συμβιβασμένου, του ανανήψαντος, κάποιου ο οποίος έγινε διανοούμενος.

Αυτό είναι το έργο, το οποίο ζει η ελληνική κοινωνία, οι άνθρωποι που δρουν και επηρεάζουν την κοινωνία αυτή καθημερινά. Ο Ινδαρές, προχτές, παλαιότερα άλλοι ανανήψαντες, άλλοι που συνεχίζουν.

 

 

Το κείμενο παίρνει στο τέλος πολιτική θέση;

Όλα αφήνονται ανοιχτά. Το να πάρεις θέση γίνεται δεκτικό. Υπάρχει μια τέτοια μεταφυσική απογείωση στο τέλος που τα θέματα τα κοινωνικά παραμερίζονται και υπάρχει ένα στοιχείο θρήνου. Ένα ρέκβιεμ είναι το έργο για την εποχή.

 

Η δική σας γνώμη για όλα αυτά που βιώνουμε το τελευταίο διάστημα;

Μεταφέρεται στο κείμενο αυτό. Όλη μου η αρθρογραφία των χιλιάδων κειμένων στα ΝΕΑ από το 1985, στο Βήμα και τώρα στην Εφημερίδα των Συντακτών. Καθημερινή παρέμβαση μου στα κοινά. Συγχρόνως όλη μου η πορεία στη γραφή, από το δοκίμιο και το καθηγητικό σύγγραμμα, τη διδακτορική διατριβή με τον Πουλαντζά, μέχρι τις ποιητικές μου συλλογές και το τελευταίο μου βιβλίο στις Εκδόσεις Πατάκη, το «Κανένας  εαυτός».

Ένας άνθρωπος στη ζωή του γράφει ένα έργο, άλλοι του δίνουν ενιαία γραφή όπως ο Μπαλζάκ και ο Προυστ, άλλοι αποσπασματική μορφή, άλλοι μια πολλαπλή μορφή. Αλλά η γραφή παραμένει η ίδια. Νιώθω σαν ένα διυλιστήριο που κατανέμει το αργό πετρέλαιο σε βενζίνη, πετρέλαιο, μαζούτ κτλ. Είναι η ιστορία της γραφής πίσω από όλα αυτά Η ιστορία ενός ανθρώπου που ζει για να γράφει και δεν μπορεί παρά να γράφει. Που η γραφή του αφαιρεί τη ζωή, που η ζωή του δίνει τη γραφή.

 

Τι θα έλεγε ο Βέλτσος στα παιδιά των καταλήψεων;

Όλα τα παιδιά, είναι παιδιά καταρχήν και αυτό είναι δικαιολογητικό για όλους. Και δεν περίμενα τον Τσώρτσιλ να μου πει ότι όποιος δεν είναι νέος κομμουνιστής δεν ήταν τίποτα. Πρέπει κανείς να αγαπάει τα παιδιά. Κι ας μην τον αγαπούν. Έχω δεινοπαθήσει και από τους μεν και από τους δε ως καθηγητής στο Πάντειο. Καταλήψεις από τους Κνίτες  γιατί ήμουν με το ΚΚΕ εσωτερικού και δίδασκα Πουλαντζά και Αλτουσέρ.

Η κοινωνία είναι μια κοινωνία της ενοχής και κάθε προσπάθεια να στομωθεί κάτι τι πηγαίνει αλλού, σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Υπό αυτή την έννοια δεν συμφωνώ με τον Χρυσοχοΐδη και δεν συμφωνώ περισσότερο όταν όλο αυτό το πράγμα περνάει στο σαλόνι μου από την τηλεόραση.

Όπως επίσης δεν συμφωνώ με τα παιδιά των ριάλιτι και των My Style Rocks και των καλλιστείων. Χωρίς να είναι το ίδιο, χρειάζεται μια απόσταση η οποία φαίνεται πως είναι ένα δώρο που σου δίνει η ηλικία.

 

Ποιο είναι το λάθος στις κινήσεις του Χρυσοχοΐδη;

Θεαματική έκφανση του διαβήματός του. Αυτό εμένα με ενοχλεί πολύ. Η κοινωνία του θεάματος και από τις δύο πλευρές. Και τα κανάλια και μια θεαματική πράξη ενός καταληψία ΠΟΥ επίσης ανήκει μέσα στην κοινωνία του θεάματος.

Πως αλλιώς όμως θα λειτουργήσεις μέσα στην κοινωνία του θεάματος, που είσαι έτσι κι αλλιώς, αν δεν κάνεις και εσύ θέαμα; Ποιος το κρίνει αυτό το θέαμα, αν είναι καλό ή κακό; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, είναι απλώς θέαμα. Αν δεν βγει κανείς από αυτό και αν το θέαμα γίνει ανάγνωσμα και γίνει η κοινωνία του αναγνώσματος τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Για αυτό δεν έχω facebook και Instagram.

Παρακολουθώ, βλέπω τα sites αλλά δεν θέλω να εκτίθεμαι. Δεν έχω κάνει ποτέ, μια φορά μόνο, εκδήλωση για τα ποιητικά μου βιβλία. Δεν θέλω. Είναι θεαματική διαδικασία της έκδοσης ενός ποιητικού έργου. Δεν το χρειάζεται το ποιητικό έργο. Είναι ένα μπουκάλι στο πέλαγος όποιος το διαβάσει, όποιος το δει, το είδε.

Η «Μεταγωγή» όμως θα γίνει θέαμα, όπως αυτό που θα κάνω, αν εγκριθεί, στο Φεστιβάλ Αθηνών με τον Δημήτρη Καμαρωτό και την Καρυοφύλλια Καραμπέτη. Πρόκειται για ένα δρώμενο της «Λευκής Καταιγίδας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Είναι για εμένα αυτό το βιβλίο ένας θρήνος για την Ελλάδα. Ελπίζω να δεχθεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου, όχι εμένα, αλλά την πρόταση του Καμαρωτού που είναι εξαιρετικό μουσικός.

 

 

Πόσο εύκολη ήταν η μεταφορά του βιβλίου στο θέατρο, αυτό που έκανε η Καψούλη;

Το έχει στα χέρια της εδώ και καιρό. Έχει εφοδιαστεί με τα εργαλεία για να το ανοίξει, που είναι τα βιβλία μου. Έχει παίξει μαζί με την Μυρτώ Ρήγου, τη γυναίκα μου, την καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η Καψούλη έχει παίξει πρόσφατα μαζί με τη Μυρτώ στο Φεστιβάλ Αθηνών στο «Λούλα» και η εκτίμησε τον τρόπο με τον οποίο παίζει.

Στην παράσταση η Μυρτώ ενσαρκώνει στην ουσία ένα ρόλο που είναι η ίδια. Που την είχα κατά νου, όπως ο ηλικιωμένος, ο παλιός αριστερός είμαι εγώ. Η Καψούλη ξεκλειδώνει με κλειδιά διάφορα που της έδωσα και δικά της κλειδιά το έργο και το προωθεί.

Τα έργα μου είναι δύσκολα γενικά δεν είμαι της ψυχαγωγικής ανάγνωσης θεάτρου και ποίησης. Δεν είμαι ούτε Κική Δημουλά, ούτε Βασίλης Κατσικονούρης. Είναι δύσκολη η δουλειά μου. Είναι λίγοι οι θεατρικοί συγγραφείς που μπορώ να έχω μια επικοινωνία. Όπως είναι ο Γιάννης Μαυριτσάκης.

Τα έργα μου είναι ειδικά έργα, δεν είναι έργα με αρχή μέση και τέλος. Το μόνο έργο που έγραψα με αρχή μέση και τέλος -και το έκανα επίτηδες γιατί ήθελα να δείξω στον εαυτό μου κυρίως τι άλλο μπορώ να κάνω- ήταν η «Μάγκντα Γκαίμπελς» που άρεσε πολύ στον Λιβαθινό, το πέρασε αμέσως στο πρόγραμμα του Εθνικού το 2016 και το ανέβασε θαυμάσια η Άντζελα Μπρούσκου.

 

Το μεγαλύτερο σε ηλικία ζευγάρι αντιδράει με τον τρόπο που θα το κάνατε εσείς και η Μυρτώ;

Είναι λίγο παράξενο. Το έργο ξεκινάει από ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν χρόνια στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ποταμός και δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιστορία ενός μεγάλου γάλλου φιλόσοφου του Αντρέ Γκορζ για τον οποίο ο Σαρτρ είχε πει ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά της Ευρώπης. Ο Γκορζ όταν η γυναίκα του έπαθε καρκίνο, κλείστηκαν σε ένα σπίτι, τη σκότωσε και αυτοκτόνησε για να μην υποφέρει και αυτό έχει γραφτεί σε ένα βιβλίο. Άρα ο πυρήνας της «Μεταγωγής» είναι το βιβλίο αυτό του Γκορζ που λέγεται «Γράμμα στην Ντ.».

Τώρα πια θα είναι η έκβαση στην πραγματικότητα; Αν θα σκοτώσω τη Μυρτώ και θα αυτοκτονήσω εγώ; Αυτό κανείς δεν το ξέρει, είτε πιστεύει στην ευθανασία είτε όχι. Η ζωή επιφυλάσσει πολλές αλλαγές.

Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι αυτά τα έργα και η «Λευκή Ελλάδα» και το «Κανένας εαυτός» και «Ο κύκλος στην Αχμάτοβα» που βγήκε πριν δύο μήνες είναι θα έλεγα testament, έργα διαθήκης, έργα ενός τέλους ας πούμε. Όπως αντίστοιχο τέλος είναι ο τελευταίος τόμος του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» του Προυστ. Το «Ξανακερδισμένος χρόνος» είναι ο τελευταίος τόμος και μετά ο Προυστ έβαλε τελεία και πέθανε. Το αναφέρει και μέσα, ζητάει από το χάρο σαν τη Χαλιμά να του δώσει μια μέρα για να βάλει την τελεία. Έτσι τελειώνει ο «Ξανακερδισμένος χρόνος» σε μια θαυμάσια μετάφραση του Παναγιώτη Πούλου που κυκλοφόρησε πέρυσι από την Εστία.

Αυτή είναι η καθοδηγητική μύτη της γραφής μου. Όταν γράφω έχω κατά νου αυτό. Όταν έγραψα την «Αναγγελία», που ανέβηκε στο ΚΘΒΕ επί εποχής Χρονόπουλου, είχα κατά νου την «Καταιγίδα» του Στρίντμπεργκ και όταν έγραψα την «Αυτοκρατορία» που ανέβηκε το 2015 στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης είχα κατά νου τον Σνόοουντεν, αυτόν τον κατάσκοπο, τον αποκαλυπτή των μυστικών υπηρεσιών, του Πενταγώνου κτλ.

Η γραφή φέρνει τη γραφή, η ανάγνωση γέρνει την ανάγνωση. Ο Μπέκετ φέρνει τα ελλειπτικά στοιχεία, ο Πίντερ φέρνει την μοντέρνα γραφή στο θέατρο, ο Στριντμπεργκ φέρνει το μεγάλο δράμα με το οποίο πρέπει κανείς να κοντραριστεί, μη μπορώντας το γράψει και μη πρέποντας να το γράψει. Γιατί δεν μπορείς να μεταφέρεις κάτι που γράφτηκε το τέλος του 19ου αιώνα στις αρχές του 21ου.

Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος της αποδομητικής γραφής, μια γραφής που ενοφθαλμίζει κείμενα από παντού, κάνει ένα παλίμψηστο.

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης ακουμπάει ένα διήγημα πάνω στη γραμμή του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, της αργεντίνικης λογοτεχνίας. Εγώ ακουμπώ ένα κόκκο πάνω στην γραφή του Μπλανσό στον «Τελευταίο άνθρωπο», όπως και κάνει και ο Δημητριάδης, ή στην γραφή του Ζαν Ζενέ. Με ενδιαφέρει πολύ το θέατρο του Ζενέ και τα κείμενά του.

 

Ποια η γνώμη σας για την εκλογή της Αικατερινής Σακελλαροπούλου;

Είναι μια κίνηση ματ που κάνει ο Μητσοτάκης και το αναγνωρίζω σαν κίνηση στην πολιτική σκακιέρα, για όποιον ενδιαφέρεται για το πολιτικό παιχνίδι. Εγώ σκέφτομαι μια σκακιέρα που δεν υπάρχει βασιλιάς και βασίλισσα αλλά αυτό είναι μια άλλη σκακιέρα.

 

Πολιτικά που στέκεται ο Γιώργος Βέλτσος;

Στον Βέλτσο, εκεί που στεκόμουν πάντα.

 

Σε μάκρο επίπεδο που πιστεύετε;

Σε μάκρο επίπεδο ανήκω ιδιοσυγκρασιακά σε αυτό που σκέφτομαι πως είναι και η Αριστερά.

Ακόμα και την περίοδο που ψήφισα τον Κώστα Σημίτη, φίλο και συνάδελφο μου στο Πάντειο και λέω φίλο γιατί ξεκινήσαμε μαζί στην μεταπολίτευση.

Για μένα ισχύει αυτό που έχει γράψει ο Λεωνίδας Κύρκος σε ένα αφιέρωμα που μου έκαναν από το περιοδικό Εντευκτήριο. Αν μου έβαζαν ένα επιτήδειο αυτό θα ήταν.

Λέει Κύρκος:

«Με τον Γιώργο Βέλτσο μοιραστήκαμε την ίδια ιστορία. Εγώ από την αρχή, αυτός από το τέλος αλλά ανταμώσαμε και γίναμε φίλοι μέσα στη δίνη της. Μιλώ για την ιστορία αυτού του τόπου τα 60 τελευταία χρόνια που τη ζήσαμε ο καθένας με τα όπλα του».

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας