Μέχρι τώρα οι ελληνογερμανικές σχέσεις δεν αφορούσαν τη σχέση ανάμεσα σε δύο χώρες. Πρωτίστως αφορούσαν τη σχέση ανάμεσα σε μια χώρα της περιφέρειας της ΕΕ και τη χώρα που κατέχει την αδιαμφισβήτητα ηγετική θέση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μικρή σημασία έχει εάν η Γερμανία επεδίωξε συνειδητά να κατακτήσει αυτή την ηγεμονική θέση ή εάν θέλει να αναλάβει το κόστος που αυτή η ηγεμονία συνεπάγεται. Το βασικό είναι ότι αντικειμενικά την κατέχει. Γι’ αυτό και αποτέλεσε την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μαζί με την Γαλλία, γι’ αυτό και επέβαλε τη δική της εκδοχή δημοσιονομικής πειθαρχίας ως θεμέλιο της αρχιτεκτονικής του ενιαίου νομίσματος, γι’ αυτό και οι δικοί της δισταγμοί ή ταλαντεύσεις είχαν και ευρωπαϊκό κόστος μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

Στη διάρκεια αυτής της κρίσης η Ελλάδα αποτέλεσε το επίκεντρο. Ήταν η χώρα στην οποία η κατάσταση έφτασε σε οριακό σημείο, όχι μόνο ως προς την κρίση χρέους αλλά και ως προς την ένταση και κλίμακα των κοινωνικών αντιδράσεων που ακολούθησαν την επιβολή των μνημονίων. Ταυτόχρονα, ήταν η χώρα στην οποία για πρώτη φορά δοκιμάστηκε σε τέτοια έκταση μια κατεύθυνση που ήταν εξαρχής οργανικό στοιχείο της ίδιας της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: η αξιοποίηση της εκ των πραγμάτων μειωμένης κυριαρχίας που το πλαίσιο των ευρωπαϊκών συνθηκών διαμορφώνει ως μέσο για την εκ βάθρων αναμόρφωση του κοινωνικού, οικονομικού και θεσμικού πλαισίου μιας χώρας.

Σε αυτή τη διαδικασία η Γερμανία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Προφανώς και οι αποφάσεις δεν ήταν μόνο δικές της αλλά ήταν αποτέλεσμα των συλλογικών διαδικασιών της Ευρώπης. Όμως, όπως και να το κάνουμε, ο λόγος της Γερμανίας άρα και της καγκελαρίου Μέρκελ ήταν καθοριστικός.

Αυτό εκ των πραγμάτων σήμαινε ότι οι ελληνογερμανικές σχέσεις γίνονταν εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα άνισες αφού επικαθορίζονταν από το συνολικότερο πρόβλημα των μνημονίων και της εφαρμογής του. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν προσέρχονταν σε έναν ισότιμο διάλογο αλλά περισσότερο σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον ηγεμόνα.

Την ίδια ώρα, η ελληνική κοινωνία έβλεπε με αυξημένη επιφύλαξη έως και εχθρότητα τη Γερμανία χρεώνοντάς της την εμμονή σε μια καταστροφική πολιτική και κάνοντας συνειρμούς με προηγούμενες περιόδου. Μικρή σημασία είχε ότι η γερμανική πολιτική σκηνή στηρίχτηκε από τη δεκαετία του 1950 στη σαφή τομή με το παρελθόν ή ότι σε κρίσιμες στιγμές άλλες χώρες είχαν πιο επιθετική στάση από τη Γερμανία. Για την ελληνική κοινωνία η Γερμανία σηματοδοτούσε τον αντίπαλο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο βαθμό επένδυσε πολιτικά σε αυτή την κατεύθυνση στην πορεία του προς την εξουσία. Εξ ου και το περίφημο «Go back κ. Μέρκελ» του Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο, όταν ανέβηκε στην εξουσία αναγκαστικά αναζήτηση πεδίο συνεννόησης, αποφεύγοντας ωστόσο να προχωρήσει σε μια παραπέρα αναβάθμιση των διμερών σχέσεων, παρότι επί των ημερών του ολοκληρώθηκε η ιδιωτικοποίηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στην οποία συμμετείχε η γερμανική Fraport.

Η προσέγγιση του Κυριάκου Μητσοτάκη

Τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να δοκιμάσει μια διαφορετική προσέγγιση. Αυτή ως ένα βαθμό ήταν και αναγκαστική. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει λάβει από όλες τις σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το μήνυμα ότι δεν μπορούν να συζητηθούν τώρα αλλαγές στα συμφωνημένα σε σχέση με τη μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας.

Μια σειρά από παράγοντες συντείνουν σε αυτό. Οι ευρωπαίοι, που έχουν να αντιμετωπίσουν αυτή τη στιγμή ένα φάσμα προβλημάτων που ξεκινούν από το Brexit και καταλήγουν στο πρόβλημα που αντιπροσωπεύει η άνοδος παραλλαγών της λαϊκιστικής ακροδεξιάς και που είναι αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο ύφεσης στην ευρωζώνη (με την ίδια τη Γερμανία να είναι μια ανάσα πριν από την τυπική ύφεση), είναι μεν χαρούμενοι που δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με το «ελληνικό δράμα», όμως σε κανένα βαθμό δεν θέλουν να δώσουν την εικόνα ότι «χαλαρώνουν» τα κριτήρια ή ότι είναι πιο «ελαστικοί» απέναντι στους έλληνες, γιατί γνωρίζουν ότι γύρω από αυτό θα υπάρξει πολιτική εκμετάλλευση.

Η ελληνική κυβέρνηση είχε εξαρχής επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Προφανώς και θα προτιμούσε να μπορούσε να ξεκίναγε από τώρα τη συζήτηση για τα πλεονάσματα, όμως εάν το έκανε απλώς θα εισέπραττε μια άρνηση και ταυτόχρονα θα είχε μια προκαταβολική αποτυχία. Επιπλέον, η Γερμανία δεν θα ήθελε να ήταν αυτή που θα άνοιγε τη συζήτηση για χαλάρωση των όρων για την Ελλάδα, την ώρα που είναι ανοιχτή η συζήτηση για το εάν πρέπει ή όχι να υπάρξει χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και όπου επισήμως τόσο η γερμανική κυβέρνηση όσο και η Μπούντεσμπανκ έχουν πει ότι δεν χρειάζεται κάποιο ειδικό πρόγραμμα τόνωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, παρά τις υφεσιακές τάσεις.

Με αυτό τον τρόπο έγιναν δύο κρίσιμες επιλογές. Η ελληνική πλευρά έθεσε το θέμα των πλεονασμάτων επισήμως εκτός συζήτησης με τη γερμανική κυβέρνηση, εφόσον αποτελεί «ζήτημα των θεσμών» και άρα παραπέμφθηκε στη διαδικασία συνολικότερης αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας. Η δεύτερη επιλογή είναι ότι πλέον η επίσημη ελληνική θέση είναι για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 2021 εφόσον η Ελλάδα δεσμεύτηκε για επίτευξη του 3,5% και για το 2019 και για το 2010.

Αυτό αποφορτίζει την τρέχουσα διαπραγμάτευση και επιτρέπει να ξεδιπλωθεί μια κατεύθυνση όπου η Ελλάδα θα επιδεικνύει «μεταρρυθμιστικό ζήλο» και «αλλαγή αφηγήματος» με την ελπίδα ότι αυτό θα επικυρωθεί με μια μερική τροποποίηση των απαιτήσεων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Δημοσιονομικά αυτό είναι εφικτό ως στόχος σίγουρα για το 2019 όπως δείχνει η σχετικά καλή πορεία είσπραξης των δημόσιων εσόδων σε συνδυασμό με ορισμένα επιπλέον έσοδα που εγγράφονται στο 2019. Για το 2020 η ελπίδα της κυβέρνησης είναι προφανές ότι βρίσκεται στη διατήρηση μιας αναπτυξιακής δυναμικής που θα έχει θετικό αντίκτυπο στα δημόσια έσοδα, μαζί με μια μερική μεταχρονολόγηση ορισμένων εκ των φορολογικών μέτρων.

Η προσπάθεια για προσέλκυση γερμανικών επενδύσεων

Έχοντας βγάλει από τη συζήτηση το αίτημα της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε το περιθώριο για δύο κινήσεις. Από τη μια, να μπορέσει να χειριστεί σε θετικό κλίμα την επίσημη θέση της γερμανικής κυβέρνησης για τη σημασία που έχει η θετική ανταπόκριση της Ελλάδας στις υποχρεώσεις της. Από την άλλη, να προσπαθήσει να δει τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν τις ελληνογερμανικές σχέσεις.

Και εδώ είναι το σημαντικό στοιχείο. Γιατί η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων δεν μπορεί να αφορά απλώς και μόνο τη γενική εξαγγελία, αλλά και τη συγκεκριμένη προσπάθεια να αναζητηθούν πεδία συνεργασία.

Αυτό επιβάλλει ένα είδος οικονομικής διπλωματίας που απαιτεί σχέδιο, προκαταρκτική μελέτη και εξέταση δυνατοτήτων και επικέντρωση κάθε φορά στα πεδία που προσφέρουν δυνατότητες συνεργασιών και επενδύσεων. Αυτό πρέπει να προωθείται και στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ κυβερνήσεων, αλλά και στο επίπεδο των επαφών και επικοινωνιών μεταξύ επιχειρηματιών.

Γιατί η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η προσέλκυση επενδύσεων δεν είναι ένας «οικονομικός αυτοματισμός» αλλά σε μεγάλο βαθμό καθορίζεται και από πολιτικές διαδικασίες και διαπραγματεύσεις. Και η κυβέρνηση δείχνει να θέλει να επενδύσει σε αυτό.

Η διαδικασία αυτή αποκτά ξεχωριστή σημασία ιδίως από τη στιγμή που η Γερμανία είναι μια χώρα που μπορεί να προσφέρει επενδύσεις σε χώρους κρίσιμους όπως το περιβάλλον και η ενέργεια,  την ώρα που η πράσινη οικονομία αναδεικνύεται ούτως ή άλλως σε ένα κλάδο που θα παίζει ολοένα και αυξανόμενο ρόλο.

Αυτό αποτύπωσε και η ίδια η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη: «Θα κάνουμε ένα ανοιχτό συνέδριο, για να παρουσιάσουμε τις ευκαιρίες τις επενδυτικές στην πράσινη ενέργεια και τις ανανεώσιμες πηγές. Θέλω να αλλάξω το αφήγημα στη Γερμανία. Η Ελλάδα είναι μία χώρα που βγαίνει από την κρίση και δίνει ευκαιρίες για επενδύσεις».

Γράψτε το σχόλιο σας