Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν για πολύ καιρό το ισχυρό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί από το 2015 και μετά να μην είχε ποτέ πολύ υψηλή καταγραμμένη δημοφιλία στις δημοσκοπήσεις, όμως ήταν αυτός που αναλάμβανε να «καθαρίσει» για λογαριασμό του κυβερνώντος κόμματος, εκμεταλλευόμενος κύρια την ικανότητά του να στέκεται στο κοινοβούλιο και να αποπνέει αέρα αρχηγού.

Σε αυτές τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε πολύ περισσότερο στην παρουσία του Αλέξη Τσίπρα. Όχι μόνο όργωσε την Ελλάδα στις συγκεντρώσεις, αλλά ήταν κατεξοχήν οι δικές του συνεντεύξεις που έχτισαν σιγά σιγά την κεντρική γραμμή.

Αυτό φάνηκε ακόμη περισσότερο και από το πώς ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός αυτός που εμφανίστηκε και σε όλες τις κρίσιμες εξαγγελίες μέτρων και πολιτικών αποφάσεων της κυβέρνησης, με πιο χαρακτηριστική την επιλογή να πηγαίνει ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη Βουλή στη συζήτηση των διαφόρων «φιλολαϊκών μέτρων».

Κυρίως, όμως, ο τρόπος που ο πρωθυπουργός λειτούργησε ως το κεντρικό σημείο αναφοράς του ΣΥΡΙΖΑ, φάνηκε στο πώς ήταν αυτός που στην πραγματικότητα έριξε το βάρος υπέρ των κρίσιμων επιλογών που έγιναν το τελευταίο διάστημα.

Ο πρωθυπουργός «πήρε επάνω του» τη Συμφωνία των Πρεσπών, σημαντικό μέρος των μέτρων «κοινωνικού προφίλ», αλλά και ήταν αυτός που πρώτος κλιμάκωσε την πολιτική αντιπαράθεση κατά τη συζήτηση για τη χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης.

Όμως, με αυτό τον τρόπο ήταν ακριβώς και τα δικά του λάθη αυτά που μέτρησαν σημαντικά και συνέβαλαν στην ήττα του ΣΥΡΙΖΑ

Η υποτίμηση του κόστους από την προηγούμενη πολιτική

Το πρώτο μεγάλο λάθος του Αλέξη Τσίπρα, όπως και συνολικά της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ότι ποτέ δεν μέτρησαν το βάθος της δυσαρέσκειας για τα όσα συνέβησαν το από το καλοκαίρι του 2015 και μετά.

Κυρίως, έκαναν το λάθος να θεωρήσουν ότι η νίκη στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 ήταν και νομιμοποίηση των επιλογών που έκαναν στη συνέχεια. Στην πραγματικότητα, ευρισκόμενοι προ τετελεσμένου γεγονότος και χωρίς εναλλακτική οι ψηφοφόροι επέλεξαν, σε μεγάλο βαθμό «με μισή καρδιά», ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ αντί να ξαναδώσουν εμπιστοσύνη στα κόμματα που είχαν διαχειριστεί δύο μνημόνια. Από εκεί και πέρα η σταδιακή εφαρμογή των μνημονίων δημιουργούσε διαρκή ρήγματα στους δεσμούς του ΣΥΡΙΖΑ με τμήματα του ακροατηρίου του.

Αυτό που υποτίμησε ο Αλέξης Τσίπρας ήταν αυτά τα ρήγματα δεν αντιστρέφονταν απλώς με κάποια μέτρα «φιλολαϊκού προφίλ» παραμονές των εκλογών γιατί δεν αφορούσαν κάποιο υπολογισμό «κόστους / οφέλους» αλλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης.

Η υποκατάσταση του πολιτικού σχεδίου από την πολιτική ρητορική

Είναι αλήθεια ότι ο Αλέξης Τσίπρας επένδυσε, στα όρια της υπερβολής, στη διαμόρφωση μιας πολιτικής ρητορικής για τον έξοδο από τα μνημόνια, την ανάκτηση της ιδιοκτησίας της οικονομικής πολιτικής, το αναπτυξιακό σχέδιο.

Μόνο που όλα αυτά έμειναν στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής και δεν μεταφράζονταν σε κάποιο πολιτικό σχέδιο.

Και αυτό δεν ήταν κάτι που δεν καταλάβαινε η κοινωνία. Αντίθετα, ήταν απόλυτα σαφές ότι την ίδια ώρα οι πολιτικές της λιτότητας εφαρμόζονταν, οι νέες θέσεις εργασίας ήταν ελαστικές και επισφαλείς, η κοινωνία παρέμενε μέσα στην ανασφάλεια, μεγάλες επενδύσεις δεν γίνονταν και η φορολογική αφαίμαξη συνεχιζόταν.

Ακόμη χειρότερα: οι όποιες παροχές έμοιαζαν ακριβώς με αυτό: με προεκλογικές παροχές και όχι για βήματα στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής συνθήκης.

Ως αποτέλεσμα δεν μπορούσε ο Αλέξης Τσίπρας να πείσει ότι όντως είναι ο ηγέτης που θα μπορούσε να βγάλει τη χώρα από μια συνθήκη βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής κρίσης.

 

Η αλαζονεία του «ηθικού πλεονεκτήματος»

Το δεύτερο μεγάλο λάθος του Αλέξη Τσίπρα ήταν ότι θεώρησε ότι στο διηνεκές θα διατηρούσε ένα ιδιότυπο πολιτικό φωτοστέφανο σε σχέση το «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς.

Υποτιμούσε έτσι δύο κρίσιμες παραμέτρους. Η πρώτη ότι ένα τέτοιο ηθικό πλεονέκτημα έπρεπε να επιβεβαιώνεται διαρκώς, ιδίως ενώπιον μιας κοινωνίας όλο και πιο δύσπιστης.

Αντ’ αυτού όλο ένα και περισσότερο αντιμετωπίστηκε ως άλλοθι για φαινόμενα που μόνο ως διαπλοκή μπορούν να χαρακτηριστούν, από τα… βοσκοτόπια του κ. Καλογρίτσα μέχρι τις διαδρομές του κ. Πετσίτη.

Η δεύτερη ότι το ηθικό πλεονέκτημα δεν μπορεί να είναι απλώς εικόνα, γιατί διαφορετικά οτιδήποτε διαψεύδει την εικόνα μετατρέπεται σε πολιτικό κόστος, όπως αποδείχτηκε στην υπόθεση με τις διακοπές του πρωθυπουργού στο σκάφος της οικογένειας Παναγοπούλου.

 

Η υποτίμηση της ικανότητας του ακροατηρίου να κατανοεί τις προεκλογικές παροχές

Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε μια σωστή εκτίμηση ότι για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας τα οικονομικά ζητήματα είχαν αυξημένη βαρύτητα.

Μόνο που αυτό δεν σήμαινε ότι αναζητούσαν απλώς κάποια επιδόματα. Αυτό που διεκδικούσαν ήταν ένα σχέδιο για μια διαφορετική οικονομική πολιτική που να δίνει πραγματική προοπτική ευημερίας.

Και προφανώς ήταν σε θέση να καταλαβαίνουν πότε ο πρωθυπουργός απλώς έδινε προεκλογικές παροχές θεωρώντας ότι έτσι μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να εξαγοράσει την ψήφο των πολιτών.

 

Η ψευδαίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κάποιο ιστορικό πεπρωμένο

Ένα από τα χαρακτηριστικά του Αλέξη Τσίπρα ήταν ότι κατεξοχήν αποπνέει την αίσθηση ότι δεν εκπροσωπεί απλώς έναν πολιτικό χώρο που αυτή την περίοδο έχει την εμπιστοσύνη του λαού, αλλά το ιστορικό και αδικαίωτο αίτημα να πάρει τα ηνία του τόπου η αριστερά.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί στον πρωθυπουργό το δικαίωμα να το πιστεύει. Όμως, στην περίπτωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αυτό μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο αίσθημα πολιτικής ασυλίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να εφαρμόζει όποια πολιτική ήθελε, ακόμη και εάν εμφανώς απομακρυνόταν από τις αξίες της αριστεράς, εφόσον ήταν ο εκπρόσωπος του «ιστορικού αιτήματος».

Μόνο που αυτό από ένα σημείο και μετά απλώς διαμόρφωνε μια απόσταση λόγων και πράξεων που ήταν αδύνατο να μην την αντιληφθεί το εκλογικό ακροατήριο, το οποίο φαίνεται ότι όντως το συνυπολόγισε.

 

Ο πρωθυπουργός που ξέχασε ότι πρέπει να πείθει την κοινωνία

Ο Αλέξης Τσίπρας υποτίμησε μια βασική πλευρά της δημοκρατικής πολιτικής που είναι η ανάγκη να μπορείς να πείσεις την κοινωνία.

Αυτό φάνηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών που ξέρουμε πια ότι είχε ένα πραγματικό κόστος σε ορισμένες περιοχές.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του επέλεξαν να κλείσουν αυτό το θέμα. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί από μόνο του τόλμη και υπευθυνότητα όπως και ικανότητα να προχωρούν δύσκολες επιλογές.

Το πρόβλημα ήταν ότι ο πρωθυπουργός «ξέχασε» ότι έπρεπε να πείσει και την κοινωνία. Να εξηγήσει την επιλογή αυτή. Να παρουσιάσει έγκαιρα όλες τις πλευρές της. Να απαντήσει σε ανησυχίες. Να δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες. Αντ’ αυτού είχαμε την ανακοίνωση της εκκίνησης διαπραγμάτευσης για μια συμφωνία που σε μεγάλο βαθμό είχε ήδη συζητηθεί με όρους «μυστικής διπλωματίας».

Αυτή η αίσθηση ότι δεν άκουσε την κοινωνία, ούτε προσπάθησε να την πείσει, ήταν που είχε κόστος, όχι στενά το περίγραμμα μιας συμφωνίας βασικές πλευρές της οποία αντιστοιχούσε σε σχέδια λύσεων γνωστά από προηγούμενες δεκαετίες.

Η ταύτιση με τον Πολάκη ή γιατί αυτός που φαίνεται να συσπειρώνει κάποιους μπορεί να διώχνει άλλους

Ο πρωθυπουργός ποτέ δεν έκρυψε τη συμπάθειά του για τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Παύλο Πολάκη.

Στο παρελθόν αυτό μπορεί να ήταν έως και κατανοητό, εάν αναλογιστούμε ότι προφανώς ο πρωθυπουργός, που έχει την Κρήτη ως αγαπημένο προορισμό διακοπών, πιθανώς να έβλεπε στον σφακιανό πολιτικό μια σύγχρονη εκδοχή κρητικής λεβεντιάς.

Και όντως ως έναν βαθμό ο πρωθυπουργός αξιοποίησε τον Παύλο Πολάκη αναθέτοντας του το ρόλο αυτού «που τα λέει χοντρά». Ο λογαριασμός του αναπληρωτή υπουργείου Υγείας στο facebook έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή σημεία αναφοράς του τμήματος εκείνου του κομματικού ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ που έψαχνε διαρκώς για ένα λόγο αυτοδικαίωσης και ταυτόχρονα σκληρής επίθεσης στους αντιπάλους.

Μόνο που την ίδια στιγμή ο λόγος αυτός απωθούσε και αποξένωνε ένα άλλο σημαντικό μέρος του ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ που αναζητούσε ένα διαφορετικό ύφος και ήθος από κάτι που μόνο ως «αριστερός αυριανισμός» μπορούσε να χαρακτηριστεί.

Η ώρα του απολογισμού

Για πρώτη φορά ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται στο στόχαστρο. Σε προηγούμενες στιγμές το κόστος το αναλάμβαναν συνεργάτες τους, με ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Νίκο Παππά. Όμως, ήταν αυτός που διεκδίκησε να είναι η επικοινωνιακή και πολιτική αιχμή του ΣΥΡΙΖΑ και άρα την επαύριον μιας ήττας είναι και αυτός που υφίσταται και το κόστος του αποτελέσματος. Και για πρώτη φορά τα λάθη και τα προβλήματα τα χρεώνεται και αυτός. Μπορεί η εσωκομματική θέση του να μην αμφισβητείται, αλλά έχει χάσει πια το προνόμιο να θεωρείται «άχαστος».