Σκληρή ανακοίνωση αναφορικά με τη 10ετή ποινή φυλάκισης της καθαρίστριας από το Βόλο για απάτη σε βάρος του ελληνικού δημοσίου κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια εξέδωσε η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Στην ανακοίνωση τονίζεται μεν πως «Η καταδίκη μιας γυναίκας για χρήση πλαστού πτυχίου πρέπει να τιμωρείται», ωστόσο επισημαίνει πως «ο δικαστής πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας».

Μάλιστα η ανακοίνωση καταλήγει πως «δέκα χρόνια κάθειρξη για πλαστό πτυχίο ΣΤ Δημοτικού αντί για Ε Δημοτικού; Ελεος…η ποινή είναι απάνθρωπη».

Ολόκληρη η ανακοίνωση:

«Μία γυναίκα 53 ετών καταδικάστηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη και φυλακίστηκε. Το έγκλημά της ήταν ότι, σε συνθήκες προφανούς ανάγκης και προκειμένου να βρει δουλειά ως καθαρίστρια, ενώ είχε τελειώσει μόνο την πέμπτη δημοτικού, εμφάνισε »χαρτί» ότι είχε τελειώσει και την έκτη. Η απόφαση δεν είναι απλώς απάνθρωπη.

Είναι και ένα ακόμα κρούσμα, πολύ ενδεικτικό, μιας μόνιμης παθογένειας της ποινικής δικαιοσύνης: ουδέποτε εξ όσων γνωρίζουμε έχει ελεγχθεί δικαστής για υπερβολική αυστηρότητα, ενώ αυτό έχει συμβεί κατά κόρον για επιεικείς ή αθωωτικές αποφάσεις. Τούτο συμβαίνει συνήθως σε υποθέσεις που σχετίζονται με τους κατά καιρούς ηθικούς πανικούς, ιδιαίτερα δε σε υποθέσεις »διαφθοράς».

Στις υποθέσεις αυτές εφαρμόζεται, υπερβολικά συχνά, ο μετεμφυλιακός νόμος περί καταχραστών του δημοσίου. Ο νόμος 1608/1950, μεσαιωνικής νοοτροπίας, προέβλεπε αρχικά για πλείστα αδικήματα μόνο την ποινή του θανάτου, σήμερα ισόβια κάθειρξη.

Κατακρίνεται επί δεκαετίες, η ποινική θεωρία ομόφωνα ζητά την κατάργησή του, κατά καιρούς οι ηγεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και οι διαδοχικές επιτροπές για το νέο Ποινικό Κώδικα προσανατολίζονται προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά έως σήμερα ουδέν έχει γίνει, λόγω του φόβου του πολιτικού κόστους, μην τύχει και κατηγορηθεί κανείς ότι χαρίζεται στη διαφθορά. Και τούτο παρά το γεγονός ότι αυτός ο νόμος, ενώ ισχύει ήδη σχεδόν 70 χρόνια, μάλλον δεν έλυσε το πρόβλημα της διαφθοράς στην Ελλάδα.

Ο διορισμός στο δημόσιο με πλαστά ή ανακριβή πιστοποιητικά, ακόμα και ενός φτωχού ανθρώπου, ακόμα και σε θέση καθαρίστριας, είναι απολύτως λογικό να τιμωρείται. Αλλά τόσο ο ποινικός νόμος όσο και ο ποινικός δικαστής, από την απόφαση του οποίου κρίνεται η μοίρα ενός ανθρώπου, οφείλουν να σέβονται σε κάθε περίπτωση την αρχή της αναλογικότητας.

Θεμέλιο της τερατώδους ποινής που επιβλήθηκε στην καθαρίστρια φαίνεται πως ήταν η μεγάλη ζημία του Δημοσίου, που το δικαστήριο την εξίσωσε με τους μισθούς δύο δεκαετιών, όσο χρόνο δηλαδή αυτή η γυναίκα καθάριζε παιδικούς σταθμούς.

Έλεος!»