Η χθεσινή φάρσα εις βάρος της υπουργού Πολιτισμού, Μυρσίνης Ζορμπά, αλλά και του σκηνοθέτη, Κώστα Γαβρά, μας δίνει, τελικά, αφορμή να πούμε μερικά πράγματα πέρα από τα γνωστά καταγγελτικά για τα κακά ΜΜΕ και το άτιμο το ίντερνετ – τα οποία δεν είναι αναληθή αλλά δεν λένε κι όλη την αλήθεια.

Τα λεγόμενα «fake news» είναι ένα πρόβλημα με πολλές απολήξεις και περισσότερους παράγοντες από τα ΜΜΕ και τους φαρσέρ του διαδικτύου αλλά έχουν ένα βασικό αποτέλεσμα σε όλο τον κόσμο: τη σταδιακή εμπέδωση μιας μηδενιστικής κακοπιστίας εναντίον, όχι μόνο των μέσων ενημέρωσης αλλά και κάθε κατεστημένου θεσμού.

Έτσι λοιπόν, fake news, hoaxes, επιλεκτική απομόνωση και μετεγγραφή δηλώσεων πολιτικών προσώπων, τίτλοι που παραπλανούν ως προς το περιεχόμενο της είδησης κ.α, είναι εργαλεία επικοινωνιακού πολέμου. Δεν είναι πρωτοφανές, απλώς η εξέλιξη του κόσμου και της τεχνολογίας σημαίνει πως αυτό που κάποτε λέγαμε απλώς «προπαγάνδα» αποκτά, εντός του δημοκρατικού πλαισίου, ενδιαφέρουσες διαβαθμίσεις και γίνεται πιο άμεση, πιο φθηνή, πιο γρήγορη, πιο μαζική. Ο καταναλωτής της πείθεται πάντα από αυτά που θέλει να πειστεί. Επειδή ταιριάζουν με την κοσμοθεωρία του και με την εικόνα που έχει για τα πρόσωπα που αφορά. Κι αν η αλήθεια χαλάει μια βολική ιστορία τόσο το χειρότερο για την αλήθεια.

Τι συνέβη χθες; Σύμφωνα με τις ως τώρα εξηγήσεις, ο Ιταλός φαρσέρ (και μέγας χορηγός της μηδενιστικής κακοπιστίας) Τομάζο Ντεμπενεντέτι, μετά τον Μπομπ Ντίλαν, τον Τζόναθαν Φράνζεν και τον Ντον Ντελίλλο, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη νέα υπουργό Πολιτισμού της Ελλάδας, Μυρσίνη Ζορμπά. Έφτιαξε λοιπόν έναν ψεύτικο λογαριασμό ή άλλαξε τα στοιχεία σε έναν λογαριασμό που ήδη είχε στο Twitter, και έκανε κάποιες αθώες, αρχικά, αναρτήσεις στο όνομα της. Κάποια στιγμή ανήρτησε όμως, ως Μυρσίνη Ζορμπά, την αναγγελία του δήθεν θανάτου του διεθνούς φήμης σκηνοθέτη, Κώστα Γαβρά.

Σε αντίθεση με όσα λένε μερικοί από χθες, με την ψεύτικη ανάρτηση δεν την πάτησαν μόνο κάποια ελληνικά ΜΜΕ – όχι ότι αυτό κάνει μικρότερη τη ντροπή. Αναπαρήχθη και από μεγάλα μέσα του εξωτερικού, από τη La Republicca ως τη Washington Post. Ακόμη και το γαλλικό πρακτορείο ΑFP την πάτησε, ενώ θα περίμενε κανείς ότι θα επιβεβαίωνε μια είδηση που αφορά έναν διάσημο Γάλλο πολίτη υψηλής δημοφιλίας και σεβασμού και δεν θα βασιζόταν απλώς σε ένα tweet από την Ελλάδα, έστω κι αν η υπογράφουσα φαίνεται πως είναι η υπουργός της χώρας καταγωγής του σκηνοθέτη.

Στην Ελλάδα, βέβαια, η αποκάλυψη ότι η είδηση είναι πλαστή και, στη συνέχεια, ότι ο λογαριασμός δεν ανήκει στην υπουργό, οδήγησε σε αντιδράσεις που λίγη σχέση είχαν με το κυρίως θέμα και πολλή με το πόση αξιοπιστία νιώθει ο κάθε σχολιαστής πως έχει η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ. Κοινώς, ο καθένας έδωσε στο περιστατικό την ερμηνεία και τον χαρακτήρα που ήθελε να δώσει. Άλλος δεν πίστευε τη Ζορμπά και τους συνεργάτες της. Άλλος βρήκε ευκαιρία να πει ότι την ψεύτικη είδηση την αναπαρήγαγαν «αντιπολιτευτικά μέσα» για να εκθέσουν τη νέα υπουργό.

Δυο εφημερίδες σήμερα, η Αυγή και η Εφημερίδα των Συντακτών, αποφάσισαν να κάνουν πρώτο θέμα αυτή την ιστορία. Θεώρησαν δηλαδή ότι το σημαντικότερο πράγμα που είχαν να πουν στους αναγνώστες τους από τη χθεσινή μέρα και για τη σημερινή μέρα, ήταν πως έγινε «εκστρατεία λάσπης πάνω σε fake news» (Αυγή) την οποία έκαναν «ψεύτες, γκαφατζήδες και σπεκουλαδόροι» (ΕφΣυν). Τα σχετικά ρεπορτάζ μας λένε κατηγορηματικά ότι η φάρσα είναι έργο του Ντεμπενεντέτι και ότι η Νέα Δημοκρατία και κάποιοι δημοσιογράφοι τη χρησιμοποίησαν για πλήξουν την υπουργό.

Από την άλλη η παθούσα, παρότι αρχικά υποβάθμισε το θέμα δηλώνοντας πως «έχουμε πολύ σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε από το να ασχολούμαστε με τέτοια πράγματα», στη συνέχεια έκανε γνωστό πως απευθύνθηκε στην Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για να εντοπίσει τον δράστη, προσθέτοντας μάλιστα πως με αυτόν τον τρόπο εγκαινιάζουν νέο τρόπο επιθέσεων εναντίον της! Ποιοι; Κάποιοι. Γνωστοί-άγνωστοι. Αν την ερμηνεύσουμε δια της ευθείας οδού, η κ. Ζορμπά αμφισβητεί ότι ήταν φάρσα του Ντεμπενεντέτι. Εκτός πια αν υπονοεί ότι ο Ιταλός έχει κίνητρο για να την εκθέσει. Ποιον να πιστέψουμε λοιπόν; Μα δεν έχει σημασία. Γιατί, αφού της συμπαρασταθούμε πλήρως στην ατιμία που υπέστη, μπορούμε να χαιρετίσουμε και την πρεμιέρα της στον πολιτικό λόγο των αόρατων εχθρών. Είναι πολύ χαρακτηριστική επικοινωνιακή διαχείριση αυτή που λέει «συνέβη που συνέβη το κακό, γιατί να μην το χρησιμοποιήσουμε κι εμείς για να πούμε αυτό που θέλουμε;».

Το συμπέρασμα είναι πως από αυτή την ιστορία κάποιοι χθες μάλλον πανηγύρισαν. Ποιοι; Αυτοί που κατά τα άλλα σκανδαλίστηκαν από το hoax και τη αναπαραγωγή του. Οι οποίοι έσπευσαν σήμερα να κατονομάζουν ΜΜΕ και δημοσιογράφους αγνοώντας, όμως, απίστευτα κοντόφθαλμα, πως τα ΜΜΕ εκτέθηκαν στο σύνολο τους. Κι αυτό γιατί η πλειοψηφία των πολιτών, όταν μια ψεύτικη είδηση αναπαράγεται μαζικά, κατηγορεί τα μέσα και τη δημοσιογραφία ως θεσμούς, αδιακρίτως. Ο στόχος είναι δηλαδή είναι η κάθε «πλευρά» να ενισχύσει την περαιτέρω απαξίωση της απέναντι «πλευράς» στο ήδη πεπεισμένο κοινό της. Και το παράπλευρο αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω απαξίωση της ενημέρωσης αφού οι επαγγελματίες της αντί να ασχολούνται με το να μη μεταδίδουν fake news, τα χρησιμοποιούν ως αφορμή για να αφιερώσουν χώρο και χρόνο από το ενημερωτικό προϊόν τους σε εκατέρωθεν προσβολές με μια υπόρρητη, μα άγρια, χαρά. Ενώ στον αναγνώστη οφείλονται εξηγήσεις, απολογίες κι αυτοκριτική.

Το ζητούμενο άλλωστε δεν είναι να μην υπάρχει αντιπαράθεση. Αντιπαράθεση και κόντρα και ανταγωνισμός και αιχμηρές απόψεις, όλα πρέπει να υπάρχουν. Αλλά μην φτάσουμε να αντικαταστήσει η εκτόνωση το τρίτο γράμμα στο ακρωνύμιο του κλάδου γιατί τότε τα ΜΜΕ θα έχουν απλώς χάσει πλήρως κάθε λόγο επιβίωσης στην αγορά. Κι αυτό δεν μας αξίζει, για καμιά κυβέρνηση, για κανένα κόμμα.