Απαισιόδοξος για την επίτευξη του στόχου των 2 δισ. ευρώ φαρμακευτικής δαπάνης, που έχει καθορίσει το υπουργείο Υγείας, αλλά και την αναπτυξιακή πορεία της χώρας τη νέα χρονιά, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), Κωνσταντίνος Φρουζής, αντιπροτείνει βιώσιμες λύσεις και ξεκαθαρίσει ότι «τα φάρμακα σε όλο τον κόσμο, έχουν βγει για να μειώνουν και όχι για να αυξάνουν τις δαπάνες υγείας».

Δείτε το βίντεο και διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξη που παραχώρησε στο in.gr, ο αντιπρόεδρος και Γενικός Διευθυντής της Novartis Hellas.

Κύριε Φρουζή, στο πλαίσιο της μεταρρύθμιση στον χώρο της Υγείας, το ύψος τις φαρμακευτικής δαπάνης για το 2014, έχει καθοριστεί στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο ΣΦΕΕ χαρακτηρίσε τον στόχο αυτό «εξωπραγματικό και ανέφικτο». Γιατί, δεν είναι ρεαλιστικός αυτός ο στόχος, τι «κίνδυνοι» ελλοχεύουν από την επίτευξή του και τι αντιπροτείνετε;

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σημειώσω ότι, όλοι οι φορείς στον κλάδο της υγείας και δη τα μέλη του συνδέσμου μας, είχαμε ταχθεί υπέρ των κινήσεων για την μεταρρύθμιση στον κλάδο. Το βλέπαμε από νωρίς ότι η έλλειψη ελέγχου σε πολλούς τομείς του συστήματος, οδηγούσε σε έναν παραλογισμό δαπανών ο οποίος δεν αφορούσε μόνο στο φάρμακο, αλλά στο συνολικό τρόπο διαχείρισης. Από την αρχή της κρίσης διαπιστώθηκε η ανάγκη για εξορθολογισμό, όμως οι κινήσεις του υπουργείου έδειξαν να επικεντρώνονται κυρίως στο φάρμακο και μόνο το τελευταίο διάστημα βλέπουμε να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία για τον ευρύτερο χώρο. Όμως, κι αυτό γίνεται με αγχωμένες σπασμωδικές και άδικες κινήσεις.

Ως προς τη φαρμακευτική δαπάνη, να σημειώσω ότι για το 2013 κλείνει στα 2,52 δισ. ευρώ και προϋπολογίζοντας ένα clawback στα 150 εκατ. ευρώ, ο στόχος που έχει τεθεί, βάσει μνημονίου, για 2,37 δισ. ευρώ επιτυγχάνεται.

Αν στη δαπάνη για το 2013 είχαν προστεθεί τα νέα φάρμακα, κάτι που αναμένεται να γίνει το 2014, τότε το συγκεκριμένο ποσό θα ήταν 2,65 δισ. ευρώ, κάτι που θα γίνει το 2014. Με τη λήψη ισοδύναμων μέτρων θα μπορούσε να διατηρηθεί η δαπάνη αυτή στα 2,25 με 2,3 δισ. ευρώ από τα υποτιθέμενα 2,65 δισ. ευρώ που ανέφερα περιλαμβάνοντας και τα νέα φάρμακα.

Αλλά η περικοπή 600 εκατ. ευρώ που μας ζητείται για να επιτευχθεί ο στόχος των 2 δισ. ευρώ της φαρμακευτικής δαπάνης είναι αδύνατη, αν φυσικά θέλουμε την εισαγωγή των νέων θεραπειών. Πιστεύουμε ότι μέσω διαρθρωτικών αλλαγών που θα αυξήσουν τη διείσδυση των γενοσήμων στην αγορά, δημιουργείται χώρος και για καινοτόμα φάρμακα τα οποία όπως προείπα δεν αναμένεται να κυμανθούν πάνω από 80 – 100 εκατ. ευρώ.

Επίσης, ως προς τα 2 δισ. ευρώ που προσδιορίστηκαν για το φάρμακο, θα ήθελα να σημειώσω και τα εξής:
Πρώτον, κανείς δεν μας έχει παρουσιάσει ένα σχέδιο βάσει του οποίου να προκύπτει το συγκεκριμένο ύψος δαπάνης και είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει.
Δεύτερον, το ποσό αυτό οδηγεί την μέση κατά κεφαλή δαπάνη για τον έλληνα πολίτη στο μισό του μέσου όρου της Ευρώπης και αυτό αντικειμενικό μας κατατάσσει σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας με περιορισμένη πρόσβαση στις θεραπείες.
Τρίτον, το 2013 κλείνουμε με δημόσια δαπάνη στα 2,37 δισ. ευρώ η οποία επιτυγχάνεται με την απόδοση από μέρους μας ενός αυξημένου clawback και χωρίς στη δαπάνη αυτή να έχουν συμπεριληφθεί νέα φάρμακα. 

Την ίδια στιγμή, ήδη το 2013 παρατηρήθηκε μέση αύξηση στη συμμετοχή των ασφαλισμένων για φάρμακα της τάξης του 20%. Ήδη δηλαδή με την περσινή μείωση η οποία προσγείωσε τη δαπάνη κατά 55% από τα υψηλά επίπεδα του 2009, έχουν παρουσιαστεί σημαντικές παρενέργειες στην αγορά. Θεωρούμε λοιπόν δεδομένο ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί.

Με ισοδύναμα μέτρα πιστεύουμε ότι μπορεί να διασφαλιστεί η πρόσβαση των ασθενών σε υπάρχουσες και νέες θεραπείες. Θεωρώ ότι η τιμή κανενός φαρμάκου δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο των 3 χαμηλότερων τιμών στις χώρες της ΕΕ.

Προτείνουμε λοιπόν, να αυξηθεί η διείσδυση των φαρμάκων που έχουν τιμή χαμηλότερη από την τιμή αναφοράς (off-patent & γενόσημα) στην αγορά οδηγώντας έτσι στην περαιτέρω εξοικονόμηση στη φαρμακευτική δαπάνη και να επιταχυνθεί η άμεση εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων (registries).

Στο σχέδιο αναμόρφωσης της Υγείας, όμως, δεν είδαμε να γίνεται λόγο για την εφαρμογή των Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων και τα Μητρώα Ασθενών, που ο ΣΦΕΕ έχει πολλές φορές προτείνει ως αναγκαίες παραμέτρους ενός λειτουργικού συστήματος υγείας. Οι δύο αυτές παράμετροι μπορούν να επηρεάσουν θετικά το σύστημα υγείας της Ελλάδας, τόσο σε επίπεδο πρόσβασης στην θεραπεία όσο και σε οικονομικό επίπεδο;

Θα έλεγα πρωτίστως ότι, τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και τα μητρώα ασθενών προάγουν τις σωστές πρακτικές για τη σωστή θεραπεία των ασθενών. Εξυπακούεται για ένα πολιτισμένο κράτος ότι η πρόσβαση στις θεραπείες αποτελεί και πρέπει να είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ασθενή και πολίτη αυτής της χώρας. Σε οικονομικό επίπεδο, όπως έχω τονίσει επανειλημμένα, μέσω της ορθολογισμένης συνταγογράφησης μπορεί το Κράτος να επιτύχει τους στόχους του διατηρώντας ταυτόχρονα ένα επίπεδο περίθαλψης.

Προς το παρόν πάντως, αντιλαμβανόμαστε ότι τα επιχειρήματά σας μάλλον δεν εισακούονται. Μήπως αυτή η άρνηση από την πλευρά του υπουργείου Υγείας, σας οδηγήσει στην υιοθέτηση άλλης τακτικής;

Εμείς έχουμε αποδείξει ότι δεν προχωράμε ποτέ σε αντιδραστικές και εκβιαστικές κινήσεις, αν εννοείτε ότι θα χρησιμοποιήσουμε την «απειλή» των αποσύρσεων ως μέσο για να πετύχουμε την αλλαγή της πολιτικής. Εμείς είμαστε εδώ για να εξασφαλίζουμε θεραπείες στους έλληνες πολίτες. Αυτή είναι η δουλειά μας. Δεν έχει νόημα να αποσύρουμε φάρμακα καθ’ ότι αυτό σημαίνει ότι περιορίζουμε και την επιχειρηματική μας δραστηριότητα.

Θα ήθελα επίσης να πω ότι, δεν χρειάζεται να αποδείξουμε με επιχειρήματα το λογικό και το αυτονόητο. Μέσω αντικειμενικών διεθνών πρακτικών έχει κοστολογηθεί η αξία κάθε φαρμάκου. Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τα φθηνότερα φάρμακα, ειδικά στα on patent. Είναι κάτι που αναγνωρίζει και η Πολιτεία και η Τρόικα. Και αυτό θα πρέπει να οδηγήσει στη στροφή των παρεμβάσεων όχι μόνο την προσφορά αλλά και στη ζήτηση.

Επίσης σε μία χώρα που το ΑΕΠ φθίνει για 6η χρόνια -και πάμε για 7η- το να προσδιορίζει κανείς τη δαπάνη με βάσει το μέγεθος του ΑΕΠ είναι τουλάχιστον άδικο και παράλογο.

Δεδομένου ότι, η ασφυκτική οικονομική πολιτική εμποδίσει την είσοδο των καινοτόμων φαρμακευτικών σκευασμάτων στην αγορά, οι φαρμακευτικές εταιρίες θα μπορούσαν να παράσχουν εγγυήσεις για πιο «φιλική» τιμολογιακή πολιτική εκ μέρους τους, ως αντιστάθμισμα στην πιθανή «υποχώρηση» του υπουργείου Υγείας, πάνω στο θέμα αυτό;

Δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σημαίνει φιλική τιμή. Πρώτ’ απ’ όλα τα σκευάσματα αυτά παίρνουν τη μέση χαμηλότερη τιμή της Ευρώπης και μάλιστα στο δελτίο τιμών του Αυγούστου έχουν ήδη τιμολογηθεί περίπου 100 νέα. Απλά δεν έχουν μπει στην λίστα των αποζημιούμενων. Από κει και πέρα, εδώ και χρόνια στα νοσοκομειακά φάρμακα δίνουμε επιπλέον εκπτώσεις και απλά αυτό που είχαμε ζητήσει είναι αυτή η περαιτέρω έκπτωση να μην δημοσιοποιείται επηρεάζοντας τις τιμές σε άλλα εθνικά συστήματα υγείας. Όμως και σ’ αυτό δεν εισακουστήκαμε. Και από την άλλη μεριά, πόσο πιο «φιλικοί» να γίνουμε όταν για τα φάρμακα που πουλάμε στα νοσοκομεία πληρωνόμαστε μετά από μήνες ή και χρόνια;

Άρα, να συμπεράνουμε ότι, παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις για μη δημιουργία νέων χρεών, συμβαίνει το αντίθετο.

Τα χρέη προς εμάς παρά τις προσπάθειες φτάνουν το 1,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 830 εκατ. ευρώ είναι τα χρέη της τρέχουσας χρήσης. Άρα, και φέτος συνεχίζουν να συσσωρεύονται ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Η αλήθεια είναι όμως ότι, πληρωμές γίνονται και για τα προηγούμενα χρόνια και η διαδικασία εξελίσσεται σχετικά ομαλά. Βέβαια πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να μας ζητηθεί περαιτέρω έκπτωση των απαιτήσεών μας.

Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο τα χρέη που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αλλά και η αβεβαιότητα που δημιουργεί η τακτική αυτή των μη προσδιορισμένων πληρωμών. Όλοι οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου για τις πιστώσεις, επίσημοι και ανεπίσημοι έχουν καταργηθεί. Αυτό μεγεθύνει την ήδη άσχημη εικόνα για τη χώρα που σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που προκαλεί η ύφεση και το τακτικά αναμορφούμενο φορολογικό πλαίσιο βγάζει τη χώρα από το κάδρο των επενδύσεων των πολυεθνικών. 

Πιστεύετε ότι, αν η αποπληρωμή των χρεών γινόταν αποκλειστικά από το υπουργείο Υγείας θα άλλαζε κάτι;

Πιστεύω πως ναι, η συγκέντρωση των δράσεων εξόφλησης σε ένα υπουργείο και δη το Υγείας θα ήταν μια σημαντική θετική εξέλιξη. Το υπουργείο μπορεί να συγκεντρώσει μέσα από τα εργαλεία μηχανοργάνωσης, αυτά που ήδη διαθέτει και αυτά που επιβάλλεται άμεσα να εγκαταστήσει, να κατηγοριοποιήσει τις δαπάνες, να βρει που τα πράγματα δεν έγιναν σωστά και να αποδώσει αυτά που πρέπει στον καθένα με αξιοκρατία, διαφάνεια και δικαιοσύνη.

Προηγούμενως, αναφέρατε ότι από τον περασμένο Αύγουστο έχουν τιμολογηθεί 100 νέα φάρμακα, τα οποία δεν είναι αποζημιούμενα. Κάποιοι χαρακτήρισαν το γεγονός ως «κοροϊδία». Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο τιμολόγησης παλαιών και νέων φαρμάκων, ώστε να εντάσσονται στην λίστα των αποζημιούμενων σκευασμάτων και τα καινοτόμα προϊόντα;

Ένα μόνο πρέπει να γίνει. Να τηρηθεί ο νόμος. Οι διατάξεις προβλέπουν απόλυτα και συγκεκριμένα το σχετικό χρονοδιάγραμμα. Δεν χρειάζεται ούτε να δημιουργούμε νέες επιτροπές ούτε να βάζουμε προσκόμματα. Όταν υπάρχει αντικειμενικά η ανάγκη για να δοθεί ένα φάρμακο, δεν μπορούμε να «παίζουμε την κολοκυθιά» για το ποιος θα εγκρίνει την διακίνησή του. Δεν παίζουμε με την ανθρώπινη ζωή, ειδικά σε μια περίοδο όπου και η συγκυριακή αποπληρωμή του φαρμάκου από τον ίδιο τον ασθενή είναι αδύνατη.

Μήπως, λοιπόν θα πρέπει να ξεκινήσει διάλογος
μεταξύ Πολιτείας και εταιρειών του κλάδου του Φαρμάκου για εκ βάθρων αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης των φαρμάκων;

Ο διάλογος έχει πάντα αξία. Μάλιστα η αξία αυτή έδειξε να αναβαθμίζεται από τον νέο υπουργό ο οποίος με δική του πρωτοβουλία μας φώναξε όλους τους εκπροσώπους της αλυσίδας φαρμάκου να συζητήσουμε το καλοκαίρι. Όμως τελικά καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, είχαμε ένα διάλογο σχεδόν ατελέσφορο.

Να σημειώσω ότι, το σύστημα τιμολόγησης που είχαμε ήταν απλό και λογικό. Οι τρεις χαμηλότερες τιμές στην Ευρώπης προσδιόριζαν τα off patent. Ακολούθως η λήξη της πατέντας οδηγεί στην αυτόματη μείωση των τιμών επιδρώντας και στα γενόσημα και από κει και πέρα η δυναμική τιμολόγηση δίνει μια εξορθολογισμένη και απόλυτα κατανοητή διαδικασία.

Σήμερα με βάσει τις νέες υπουργικές μπλέκουμε σε μια πολυπολοκότητα η οποία δεν ξέρουμε τι εξυπηρετεί. Πάγιο αίτημά μας είναι να μην υπάρχουν γκρίζες ζώνες στις διατάξεις. Με την πολυπλοκότητα και την προσκόλληση στις υπερβολικές παραμέτρους δεν το καταφέρνουμε.

Εμείς είμαστε πάντα ανοιχτοί στο διάλογο. Δεν τον αρνηθήκαμε και επίσης και η Πολιτεία δεν τον αρνείται και δεν τον αποφεύγει, όπως γνωρίζετε. Το ζήτημα είναι να είναι αποτελεσματικός. Το να καλούμαστε σε συζητήσεις για να γίνουμε απλοί αποδέκτες ανακοινώσεων, και τετελεσμένων νομοθετημάτων, δεν νομίζω ότι είναι κάτι το παραγωγικό που προάγει βελτιώσεις.

Ενώ λοιπόν, η φαρμακευτική βιομηχανίας είναι «ένα από τα 6 “rising stars” που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του ΑΕΠ» σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων McKinsey και κατά το ΙΟΒΕ «το αποτύπωμα στην Ελληνική Οικονομία της παραγωγής και εμπορίας φαρμάκων μαζί με τις εξαγωγές σε πάνω από 100 χώρες της ελληνικής βιομηχανίας και με την έμμεση και προκαλούμενη επίδραση φτάνει τα 7,5 δις € στη χώρα μας και αγγίζει το 4% του ΑΕΠ μας», σας γίνονται ανακοινώσεις αποφάσεων ενώ θα περίμενε κανείς να σας δοθούν κίνητρα για περαιτέρω ανάπτυξη. Θεωρείτε ότι, οι θετικές αναφορές τελικά σας κάνουν κακό, βάζοντάς σας στο στόχαστρο της Πολιτείας για υπερφορολόγησης;  

Δυστυχώς, θα έλεγα πως δεν έχουμε μπει από πλευρά αναπτυξιακή στο στόχαστρο του κράτους. Η McKinsey και το ΙΟΒΕ τονίζουν ότι είμαστε μοχλός ανάπτυξης με βάση τα όσα έχουμε καταφέρει και με στοιχεία που αφορούν την προ κρίση περίοδο, πριν η δραστηριότητά μας πληγεί με το PSI και τα απανωτά rebate και clawback. Αν η πολιτική επιμείνει στην αποδυνάμωσή μας, το «άστρο» αυτό απλά θα υπάρχει και θα παλεύει να διατηρήσει με όποιο τρόπο μπορεί την αξιοπρεπή περίθαλψη των ελλήνων πολιτών, ενώ μπορεί να προσφέρει πολλαπλάσια.

Θα σας πω απλά ότι, με το PSI ότι «λίπος» μπορεί να υπήρξε στις εταιρείες από τις καλές κερδοφόρες περιόδους εξαφανίστηκε. Με τη μείωση της δαπάνης σε μια χώρα που τα εισοδήματα έχουν μειωθεί κατά 30% στα χρόνια της ύφεσης, δεν έχουμε και πολλά περιθώρια ανάπτυξης όταν μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αναγκαστήκαμε να καταναλώσουμε από τις «σάρκες» μας.
Δεν ζητούμε κίνητρα και ειδική μεταχείριση. Ζητάμε να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς παράλογες παρεμβάσεις, άδικα οριζόντια μέτρα και ασταθές φορολογικό περιβάλλον. Από την πλευρά μας ότι μας ζητήθηκε το κάναμε και η Ελλάδα δεν έμεινε ποτέ χωρίς φάρμακα, πέρα από κάποιες ελάχιστες  περιπτώσεις.

Αξίζει να τονίσω επίσης ότι, η Ελλάδα είναι αναγνωρισμένη σε πάνω από 80 χώρες για την ποιοτική παραγωγή φαρμάκων και δη γενοσήμων. Μόνο εδώ δεν φαίνεται να το καταλαβαίνουν οι ειδήμονες προσανατολίζοντας την αγορά σε αμφισβητούμενα ανταγωνιστικά σκευάσματα. Τα ελληνικά γενόσημα είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα. Όμως, αν η ελληνική βιομηχανία πιεστεί σε παραγωγές κάτω του κόστους, η όποια δυναμική της ελληνικής εξωστρέφειας θα καταπέσει. 

Την ίδια στιγμή σχετικά με το θέμα της ανάπτυξης της καινοτομίας, είναι η ίδια η Πολιτεία που ενώ ολοκλήρωσε προ 7-8 μήνες το πλαίσιο για τις κλινικές έρευνες, κρατά κλειστά τα σύνορα σε μερικές 100άδες εκατομμυρίων ευρώ που μπορούν να παρέλθουν από αυτές, τονώνοντας την απασχόληση και την καινοτομία. Όπως κρατά κλειστά και τα σύνορα στα νέα φάρμακα στερώντας και θεραπείες και ένα μοχλό ανάπτυξης σημαντικών περιφερειακών και οικονομικά εκμεταλλεύσιμων δράσεων.

Τέλος, θα θέλαμε την απόψή σας για το γεγονός ότι ο ΕΟΠΥΥ μετατρέπεται πλέον σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Πως πιστεύετε ότι θα επηρεάσει αυτό, τον χώρο της Υγείας και ειδικότερα τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων;

Ουσιαστικά αυτό που χρειάζεται είναι ένας βιώσιμος προϋπολογισμός για το 2014 με γνώμονα πάντα τις ανάγκες και τη σωστή θεραπεία των ασθενών. Κατά βάση, ο ΕΟΠΥΥ για να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς παρενέργειες χρειάζεται 2,3 δις ευρώ για το 2014, ενώ τα νοσοκομεία 700 εκατομμύρια ευρώ. Μείωση κάτω από αυτά τα όρια θα είναι καταστροφική γιατί αγγίζουμε το «οριακό σημείο» πέρα από το οποίο κάθε μείωση ανατρέπει την υποστήριξη της δημόσιας υγείας και εκτοξεύει τα ποσοστά συμμετοχής των ασθενών.

Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr

Γράψτε το σχόλιό σας