Ο Φίλιππος Τσίτος σκηνοθετεί τους γεμάτους προκαταλήψεις ήρωές του, μ’ ένα μίγμα κριτικής ματιάς και κατανόησης, ελαφρότητας και απελπισίας. Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των ηθοποιών και του απαράμιλλου Αντώνη Καφετζόπουλου. Η ταινία κέρδισε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο (Ανδρικής Ερμηνείας, Οικουμενικό Βραβείο και Βραβείο Νεότητας), ενθουσίασε το κοινό και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές απ’ το διεθνή […]
Ο Φίλιππος Τσίτος σκηνοθετεί τους γεμάτους προκαταλήψεις ήρωές του, μ’ ένα μίγμα κριτικής ματιάς και κατανόησης, ελαφρότητας και απελπισίας. Αξιοσημείωτες οι ερμηνείες των ηθοποιών και του απαράμιλλου Αντώνη Καφετζόπουλου. Η ταινία κέρδισε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο (Ανδρικής Ερμηνείας, Οικουμενικό Βραβείο και Βραβείο Νεότητας), ενθουσίασε το κοινό και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές απ’ το διεθνή Τύπο.
Κάθε πρωί, ο Σταύρος σηκώνει τα μεταλλικά στόρια του ψιλικατζίδικου, κρεμάει τις αθλητικές εφημερίδες και τακτοποιεί τις καρέκλες όπου θα κάτσουν με τους φίλους του όλη τη μέρα. Απέναντι, στο πεζοδρόμιο, ο σκύλος ενός απ’ αυτούς, ο Πατριώτης, γαυγίζει σ’ όποιον Αλβανό περνάει, πράγμα που τους κάνει ιδιαίτερα υπερήφανους. Μέσα στο ψιλικατζίδικο, η μητέρα του Σταύρου, στα πρόθυρα του Αλτσχάιμερ, λαγοκοιμάται στην πολυθρόνα της. Αυτή η ρουτίνα ταρακουνιέται ξαφνικά τη μέρα που η γηραιά κυρία πέφτει στην αγκαλιά ενός Αλβανού εργάτη αποκαλώντας τον “Γιέ μου”, στα αλβανικά! Καμιά φορά, το ν’ αντιμετωπίζεις ένα σοβαρό θέμα με χιούμορ και ειρωνεία αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματικό.