«Ο προφήτης που μπορεί να αισθανθεί προς τα πού πάει η κοινωνία»
37
Η «Κινέζα» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ γυρίστηκε το 1967. Η ημερομηνία είναι σημαδιακή. Μετά το ξέσπασμα του Μάη του 68, ο Φρανσουά Τριφό παρατήρησε: «Οταν είδαμε την “Κινέζα” σκεφτήκαμε ότι αυτό είναι το έργο ενός παλαβού που θεωρεί ότι εκείνο που έχει σημασία αυτή τη στιγμή στο Παρίσι είναι οι διάφορες ομάδες που συγκεντρώνονται άτακτα και αυτοσχέδια και πολιτικολογούν. Μετά τα γεγονότα, συνειδητοποιήσαμε ότι ο Γκοντάρ είναι προφήτης που μπορεί να αισθανθεί προς τα πού πάει η κοινωνία».
Σε αυτή την πολιτική ταινία του, ο Γκοντάρ συλλαμβάνει το κλίμα της εποχής εκείνης, με τον ακραίο, μαοϊκό μαρξισμό της νεολαίας. Προφητεύει την έκρηξη του Μάη του 68 τη στιγμή που οι «μανδαρίνοι» της Σορβόννης, οι σοφοί καθηγητές που είναι υποτίθεται «κοινωνοί» των αναζητήσεων των φοιτητών τους, παραμένουν ανυποψίαστοι και η ώρα της κρίσης τους βρίσκει απροετοίμαστους σαν τις «μωρές παρθένους». Ταυτόχρονα όμως προφητεύει και τον εγκλεισμό, τις ατελείωτες συζητήσεις, τους δισταγμούς ανάμεσα στην πολιτική και στην ένοπλη δράση, τις νευρωσικές φαντασιώσεις τους. Διαβλέπει την επικίνδυνη παράνοια που συμβαδίζει με το κυνήγι της χίμαιρας και πώς μπορεί να παραστρατήσει η δράση σε μορφές τυφλής βίας: το αδιέξοδο της τρομοκρατίας που ακολούθησε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ τους και η Ελλάδα.
Βέβαια, ο Γκοντάρ δεν κηρύττει τον εφησυχασμό, την τάξη και την ασφάλεια. Αισθάνεται την αυθόρμητη εξέγερση των νέων απέναντι στο πνιγηρό μπετόν του παλαιού κόσμου, εξέγερση που υποφώσκει πάντοτε- έστω και δειλά- και συμπαθεί απεριόριστα τους ανώριμους ήρωές του. Ο κόσμος που κινηματογραφεί ο Γκοντάρ δεν είναι έτοιμος για κατανάλωση, δεν είναι καλοστημένη ιστορία που θα μας διευκολύνει μετά να κοιμηθούμε, να ξεχαστούμε. Πρόκειται για καλειδοσκόπιο εικόνων και ιδεών, για κινηματογραφικό «κοκτέιλ μολότοφ», που επιτίθεται στις συνήθειές μας ως θεατών και μας καλεί να συμμετέχουμε στο παιχνίδι πιο ενεργητικά. Ολες οι ταινίες του Γκοντάρ είναι λίγο ως πολύ πολιτικές αλλά αν προσπαθήσεις να αφηγηθείς την «υπόθεσή» τους, μάλλον θα χάσεις εντελώς το νόημα. Αυτό που έχει περισσότερη σημασία από την ίδια την ιστορία, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης ξεφεύγει από την κλασική κινηματογραφική αφήγηση και δομή για να συλλάβει την ουσία των πραγμάτων (των σχέσεων, των αναζητήσεων, της ανθρώπινης ψυχής), αυτή την ουσία που είναι πάντοτε απροσδιόριστη και αδιόρατη, και για αυτό απροσδιόριστες είναι και οι ίδιες οι ταινίες του- αν δεν είσαι ευαίσθητος δέκτης.
Από τη μία πλευρά είναι οι συζητήσεις των νέων- άναρχες, χαώδεις, που δεν εκφράζουν κάποια οργανωμένη μαρξιστική πολιτική άποψη. Σε αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς αντιτάσσει μια αληθινή συζήτηση-ντοκυμαντέρ με τον φιλόσοφο Φρανσίς Ζανσόν, ο οποίος μάταια επιχειρεί να εκλογικεύσει την ηρωίδα. Εξίσου σημαντική είναι η πλαστική ομορφιά της ταινίας, οι σπινθήρες των αντιπαραθέσεων που δημιουργεί το μοντάζ, τα χρώματα που ξεσπούν σαν κραυγές, αλλά και οι απλές εικόνες που μας βοηθούν να δούμε τα πράγματα καθαρά, στις πραγματικές τους διαστάσεις.
Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ
- Συγκεντρώσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις κατά της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα
- Live streaming: Ολυμπιακός – Πρωτέας Βούλας
- Βενεζουέλα: Όλα όσα ξέρουμε για την αμερικανική επίθεση και τη σύλληψη Μαδούρο
- Άννα Βίσση: Κυκλοφόρησε το live album της από το Παναθηναϊκό Στάδιο – Το ορόσημο, τα ρεκόρ, και ένα σαρωτικό 2025
- Μαγνησία: Στο νοσοκομείο 67χρονη μετά τη φωτιά που ξέσπασε στο σπίτι της
- Ο ΣΥΡΙΖΑ καταδικάζει την επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα – «Το διεθνές δίκαιο δεν συνάδει με καουμπόικες λογικές»



