38

«Θέλησα να δώσω τη ζωή της Μαρίας Αντουανέτας και του συζύγου της Λουδοβίκου όπως ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα. Μην ξεχνάτε πως ήταν τινέιτζερ σε ένα παλάτι, αυτή ήταν 14 κι εκείνος 15 όταν παντρεύτηκαν» ανάφερε η Σοφία Κόπολα στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας Μαρία Αντουανέτα, μετά τη σημερινή προβολή της στο διαγωνιστικό τμήμα του 59ου φεστιβάλ των Καννών.

Μαζί της, στη συνέντευξη Τύπου βρέθηκαν οι περισσότεροι συντελεστές της ταινίας, ανάμεσά τους και η πρωταγωνίστριά της, Κίρστεν Ντανστ.

Με βάση μια νέα βιογραφία της Μαρίας Αντουανέτας, γραμμένης από τη λαίδη Αντόνια Φρέιζερ, η Κόπολα έφτιαξε το πορτρέτο ενός έφηβου, παρεξηγημένου, αφελούς κοριτσιού, που βρέθηκε άθελά του στις Βερσαλίες, παντρεμένη με ένα πρίγκιπα που για 7 χρόνια αρνιόταν να της κάνει έρωτα.

Η ίδια έστρεψε το ενδιαφέρον της στη διασκέδαση, σε πολυέξοδα γλέντια και αγορές αμέτρητων παπουτσιών και περουκών, ενώ αργότερα, όταν έγινε βασίλισσα, απέκτησε και εραστή. Η ζωή αυτή δεν την άφησε να δει τι συνέβαινε έξω από το παλάτι. Όταν τελικά κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης -τη στιγμή που ο οργισμένος λαός εισέβαλε στο παλάτι- ήταν πολύ αργά.

Η Κόπολα εστίασε το ενδιαφέρον της στη σωστή ανάπλαση της εποχής και με μια έμπειρη ομάδα συνεργατών κατάφερε να φτιάξει μια εικαστικά συναρπαστική ταινία. Εκείνο που βάζει σε κίνδυνο την όλη ατμόσφαιρα είναι η χρήση -στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας- της ποπ μουσικής, στοιχείο που θα μπορούσε να μείνει απ έξω.

Η Σοφία Κόπολα (Χαμένοι στη μετάφραση) ακολουθεί την Αντουανέτα από τη στιγμή που η βασίλισσα της Αυστρίας μητέρα της τη στέλνει στη Γαλλία για να παντρευτεί τον δελφίνο Λουδοβίκο. Με βάση τη βιογραφία της Γαλλίδας βασίλισσας η Κόπολα μας παρουσιάζει την Αντουανέτα ως μια νεαρή, άβγαλτη κοπέλα, χαμένη στο παλάτι του Λουδοβίκου, να προσπαθεί να προσαρμοστεί στις ετικέτες των Βερσαλιών: από το ποιος θα τη ντύσει όταν ξυπνά το πρωί, από το πρωινό και τις υπόλοιπες ασχολίες με την υπεύθυνη των κυριών της Αυλής να προσπαθεί να περιορίσει τον αυθορμητισμό της.

Θα περάσουν επτά ολόκληρα χρόνια πριν «ολοκληρωθεί» ο γάμος της και αποκτήσει το πρώτο της παιδί, διάστημα στο οποίο η Αντουανέτα επιδίδεται σε πολυέξοδες διασκεδάσεις, τυχερά παιχνίδια, αγορές αμέτρητων παπουτσιών και καπέλων, και άλλες εφηβικές ενασχολήσεις, χωρίς να παίρνει την παραμικρή είδηση έξω από το παλάτι, όπου ο λαός πεινά και αγριεύει με τον τρόπο ζωής της, και σύντομα οδηγείται σε επανάσταση.

Τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η ανεργία είναι το θέμα της ταινίας Το δίκαιο του πιο αδύνατου του Βέλγου Λουκάς Μπελβό, δεύτερης ταινίας στο διαγωνιστικό τμήμα. Οι πρωταγωνιστές της, τέσσερις άντρες, μια γυναίκα και το παιδί της ζουν στη Λιέγη στο Βέλγιο. Η ανεργία και τα οικονομικά τους προβλήματα οδηγούν τους τρεις από αυτούς στην οργάνωση μιας ληστείας, στην οποία θα εμπλακεί άθελά του και ο τέταρτος.

Στο πρώτο και καλύτερο μέρος της ταινίας, ο Μπελβό καταγράφει με συμπάθεια, ζεστασιά κι ένα στιλ που θυμίζει εκείνο των ρεαλιστικών ιταλικών ταινιών την καθημερινή ζωή των προσώπων του: τις συναντήσεις τους στα μπαρ, τα παιχνίδια τους αλλά και την απελπιστική οικονομική τους κατάσταση που θα τους οδηγήσει σε απεγνωσμένες λύσεις. Αντίθετα, το δεύτερο μέρος δεν είναι στο ύψος του πρώτου, με την περιγραφή της ληστείας και τα επακόλουθά της να δίνονται με κάποια αμηχανία.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ