25

Απεβίωσε την Τρίτη και ώρα 17:32 μετά από πολυετή μάχη με την επάρατο νόσο ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού. Ο Κύπριος πολιτικός για αρκετό χρόνο παρουσίαζε και απώλεια επικοινωνίας με το περιβάλλον.


Ο Σπύρος Κυπριανού γεννήθηκε στη Λεμεσό στις 28 Οκτωβρίου 1932. Σπούδασε οικονομικές και εμπορικές επιστήμες στο City of London College και νομικά στο Grays Inn. Μελέτησε επίσης συγκριτικό δίκαιο και πήρε σχετικό δίπλωμα. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Λονδίνο ίδρυσε την Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίων Αγγλίας (ΕΦΕΚΑ), της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος.


Το 1952 διορίστηκε γραμματέας στο Λονδίνο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και το 1954 ανέλαβε το Γραφείο της Εθναρχίας στο Λονδίνο, με σκοπό κυρίως τη διαφώτιση της βρετανικής κοινής γνώμης για το κυπριακό ζήτημα. Η διαφωτιστική αυτή προσπάθεια εντάθηκε με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα στην Κύπρο το 1955. Για τη δραστηριότητα του αυτή εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λονδίνο τον Ιούνιο του 1956 και μετέβη στην Ελλάδα, όπου συνεργάστηκε με την Πανελλήνια Επιτροπή Αυτοδιαθέσεως Κύπρου σε θέματα που αφορούσαν τη διεθνή προβολή του Κυπριακού.


Από τον Αύγουστο του 1956 έως το Μάρτιο του 1957 αντιπροσώπευσε την Εθναρχία Κύπρου στη Νέα Υόρκη. Αργότερα του επιτράπηκε να επανακαταλάβει τη θέση του στο Γραφείο της Εθναρχίας στο Λονδίνο. Παρέμεινε στη βρετανική πρωτεύουσα μέχρι την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Κύπρου και το Μάρτιο του 1959 επέστρεψε στην Κύπρο με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αντιπροσώπευσε την ελληνοκυπριακή πλευρά στη Διάσκεψη των Αθηνών για τη σύνταξη του κειμένου της Συμφωνίας για την Εφαρμογή της Τριμερούς Συμμαχίας (Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας) που προνοούσε η Συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου.

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου τον Αύγουστο του 1960 διορίστηκε από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, υπουργός Δικαιοσύνης και λίγες μέρες αργότερα υπουργός Εξωτερικών θέση που διατήρησε για 12 χρόνια μέχρι το 1972.


Ως υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας εκπροσώπησε επανειλημμένα την Κύπρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στις συνόδους της Γενικής Συνέλευσης κατά τη διάρκεια συζητήσεων για το Κυπριακό. Παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών στις 5 Μαΐου 1972, ύστερα από σοβαρή διαφωνία του με το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών.


Μετά την παραίτησή του ιδιώτευσε, ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου και του νομικού συμβούλου. Την 1η Αυγούστου 1974, μετά το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών και την τουρκική εισβολή, μετέβη στην Αθήνα, όπου είχε συνομιλίες με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, που είχε αναλάβει την εξουσία μετά την κατάρρευση της χούντας. Πηγαινοερχόταν τότε μεταξύ Αθηνών και Λονδίνου, όπου διέμενε προσωρινά ο Πρόεδρος Μακάριος. Το Σεπτέμβριο του 1974 ηγήθηκε της κυπριακής αντιπροσωπείας κατά τη συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Το Φεβρουάριο του 1975 παρέστη στη συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη ως μέλος της κυπριακής αντιπροσωπείας.


Στις 12 Μαΐου 1976 ανακοίνωσε την ίδρυση του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ) του οποίου υπήρξε πρόεδρος μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2000. Κατά τις βουλευτικές εκλογές της 5ης Σεπτεμβρίου 1976 το Δημοκρατικό Κόμμα εξασφάλισε 21 από τις 35 έδρες και ο ίδιος εκλέγηκε Πρόεδρος της Βουλής.

Μετά το θάνατο του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 3 Αυγούστου 1977, ανέλαβε, δυνάμει του συντάγματος, Προεδρεύων της Δημοκρατίας και στις 3 Σεπτεμβρίου 1977 εκλέχτηκε ομόφωνα Πρόεδρος για τη συμπλήρωση του υπόλοιπου της προεδρικής θητείας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Στις προεδρικές εκλογές της 28ης Φεβρουαρίου 1978 επανεξελέγη ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς ανθυποψήφιο. Επανεξελέγη επίσης για ακόμα μια θητεία ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 13 Φεβρουαρίου 1983.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 26ης Μαΐου 1996 εκλέχτηκε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, στις 8 Οκτωβρίου του 2000 παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του ΔΗΚΟ και το 2001 αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή της χώρας. Αφήνει πίσω του τη γυναίκα του Μιμή Κυπριανού και δυο παιδιά, τον Αχιλλέα και τον Μάρκο.


Συλληπητήρια μηνύματα από την Ελλάδα


Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος εξέφρασε τη βαθειά του λύπη για το θάνατο του Σπύρου Κυπριανού και απέστειλε τα θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος. Ο κ. Στεφανόπουλος δήλωσε ότι ο Σπ. Κυπριανού υπήρξε άνδρας με έντονη δράση υπέρ των εθνικών συμφερόντων, του δικαίου και της ειρήνης.


Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης εξέφρασε τη βαθιά του λύπη για το θάνατο του Σπύρου Κυπριανού, προσθέτοντας ότι οι πολύχρονοι αγώνες του, η προσφορά και το έργο του για τη δικαίωση της κυπριακής υπόθεσης υπήρξαν καθοριστικής σημασίας.


Ο πρόεδρος της ΝΔ Κώστας Καραμανλής δήλωσε ότι ο εκλιπών «αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπεράσπιση των δικαίων της Κύπρου και του λαού της».


Η γενική γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα απέστειλε προς τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ Τάσσο Παπαδόπουλο συλλυπητήριο τηλεγράφημα στο οποίο τονίζει ότι «η απουσία του Σπ.Κυπριανού έρχεται σε μία κρίσιμη περίοδο για το Κυπριακό και στερεί την πολιτική ζωή της Κύπρου από μιά παρουσία που χαρακτηριζόταν από τη σταθερότητα των απόψεών του και των ενεργειών του στην κατεύθυνση μιάς δίκαιης και βιώσιμης λύσης του κυπριακού ζητήματος».


Τέλος, ο Συνασπισμός με ανακοίνωσή του εξέφρασε τη λύπη του για το θάνατο του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, τονίζοντας ότι «η απώλεια του στερεί ένα δημοκράτη και αγωνιστή πολιτικό από την προσπάθεια του κυπριακού λαού για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος».


Τελευταία ενημέρωση: 20.55


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Γράψτε το σχόλιό σας