Όπως είδαμε στα προηγηθέντα άρθρα που αφορούσαν τη χορικολυρική ποίηση των Ώριμων Αρχαϊκών Χρόνων, ο Σιμωνίδης, ο Πίνδαρος και ο Βακχυλίδης απέκτησαν δόξα και φήμη χάρη στα Επινίκια, τα έντεχνα τραγούδια που συνέθεταν, προκειμένου να εξυμνήσουν και να τιμήσουν τους νικητές που επέστρεφαν στην πατρίδα τους ύστερα από μεγάλους αγώνες.

Εναντίον της εξύμνησης των αρετών και των επίπονων επιτευγμάτων των παλαιστών, των πυγμάχων και των αρματοδρόμων που κατακτούσαν την πρώτη θέση στους αγώνες τάχθηκε ένας ανεξάρτητος στοχαστής, ένα επαναστατικό πνεύμα του τέλους της Αρχαϊκής Εποχής, ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος.

Και τούτο, διότι ο προαναφερθείς, ένας ποιητής με φιλοσοφικές αναζητήσεις και θεολογικές ανησυχίες, εκκινώντας από την παραδοχή ότι το πνεύμα είναι το σπουδαιότερο και πλέον χρήσιμο πράγμα για μια πολιτεία, θεωρούσε την ωφέλεια της σοφίας των διανοουμένων σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της ρώμης των αθλητών.

Σύμφωνα με πληροφορία που έχουμε στη διάθεσή μας από τον ίδιον, ο Ξενοφάνης εγκατέλειψε την πατρίδα του, την Κολοφώνα, σε ηλικία 25 ετών, περί το 540 π.Χ., όταν ο μήδος στρατηγός Άρπαγος εξαπέλυσε επίθεση εναντίον των ιωνικών πόλεων στην παραλιακή ζώνη της Μικράς Ασίας. Έκτοτε περιπλανήθηκε επί επτά σχεδόν δεκαετίες εντός των ορίων του ελληνικού κόσμου, έως το θάνατό του, σε γεροντική ηλικία, περί το 470 π.Χ.

Ο δρόμος του τον έφερε στην ελληνική Δύση, όπου συνδέθηκε στενά προπάντων με την Ελέα, αποικία που είχαν ιδρύσει Φωκαείς στη Λουκανία της Κάτω Ιταλίας. Κατ’ αντιστοιχίαν προς την Κολοφώνος κτίσιν που είχε γράψει για τη μικρασιατική πατρίδα του, ο Ξενοφάνης συνέθεσε για τη νέα ιωνική εγκατάσταση στην Κάτω Ιταλία την επικού χαρακτήρα Μετανάστευση στην Ελέα (Ο εις Ελέαν της Ιταλίας αποικισμός).