
Ηγεσία Νετανιάχου 30 χρόνια μετά – Το παράδοξο να είναι απεχθής στη πλειοψηφία, αλλά να κυβερνάει
Το τίμημα που πληρώνει η ισραηλινή κοινωνία εφαρμόζοντας το δόγμα του Νετανιάχου «μίσησε τον αντίπαλο, περισσότερο απ’ όσο αγαπάς τον ηγέτη σου»
Ακριβώς 30 χρόνια από τότε που ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξελέγη πρώτη φορά πρωθυπουργός του Ισραήλ, 29 Μαΐου 1996, το ποσοστό όσων τον απεχθάνονται αυξήθηκε από 28% το 1996 σε 39% το 2025 και εκείνο των ενθουσιασμένων απέναντί του έπεσε στο 15% από 35%. Κι όμως, εξακολουθεί να παραμένει στην εξουσία. Πώς συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση σύμφωνα με Ισραηλινούς αναλυτές βρίσκεται ακριβώς σε αυτά τα πολωμένα ποσοστά και στη μεταβαλλόμενη θεωρία του Νετανιάχου για το πώς εξασφαλίζεται μια εκλογική πλειοψηφία.
Όταν έχασε ο Νετανιάχου στις εκλογές του 1999 κατάλαβε το εξής, πως η διακυβέρνηση με στόχο την προσέλκυση των μετριοπαθών ήταν επικίνδυνη για την εξουσία του.
Αυτό υποστηρίζουν σε ανάλυσή τους Foreign Policy οι καθηγητές Πολιτικών Επιστημών Νόαμ Γκίντρον στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και Γιοτάμ Μαρκαλίτ στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ.
«Ο Νετανιάχου δεν υπήρξε ποτέ κεντρώος. Στον πυρήνα της κοσμοθεωρίας του, που διαμορφώθηκε μέσα σε μια Αναθεωρητική οικογένεια, βρίσκεται μια βαθιά καχυποψία απέναντι στον συμβιβασμό μεταξύ του Ισραήλ και του μουσουλμανικού κόσμου. Ωστόσο, οι προεκλογικές του εκστρατείες τη δεκαετία του 1990 υποδήλωναν ότι κατανοούσε πως, παρότι η δεξιά ήταν το φυσικό του πολιτικό σπίτι, το κέντρο ήταν ο χώρος όπου κερδίζονταν οι εκλογές».
Έτσι, όπως εξηγούν στην προσπάθειά του να κερδίσει τον μέσο ψηφοφόρο, απογοήτευσε τη δεξιά χωρίς να εξασφαλίσει την υποστήριξη της αριστεράς.
Γι’ αυτό και για τον ίδιο «στη νέα θεωρία εκλογικής νίκης που άρχισε να διαμορφώνεται, η μετριοπάθεια δεν ήταν γέφυρα αλλά παγίδα. Αν ο συμβιβασμός αποξένωνε τη βάση και ταυτόχρονα αποτύγχανε να προσελκύσει τους εχθρικούς αντιπάλους, τότε γιατί να υπάρξει συμβιβασμός; Σε μια κοινωνία με φυσική πλειοψηφία αυτοπροσδιοριζόμενων δεξιών ψηφοφόρων, ήταν προτιμότερο να δεθούν οι υποστηρικτές συναισθηματικά και να γίνει η αποσκίρτηση ισοδύναμη με προδοσία — δηλαδή να πειστούν οι ψηφοφόροι ότι η εναλλακτική λύση της αριστεράς δεν ήταν απλώς λανθασμένη αλλά παράνομη και μη νομιμοποιημένη.
Το come back του 2009
Αυτή ήταν η αρχή του Νετανιάχου όταν επανήλθε το 2009 στην εξουσία, δηλαδή να νικήσει όχι μέσω μετακίνησης προς το κέντρο, αλλά μέσω της καταστροφής της κοινωνικής νομιμοποίησης της μετάβασης στην αντίπαλη πλευρά».
Μπορεί να αποδέχθηκε ρητορικά την ιδέα ενός αποστρατιωτικοποιημένου παλαιστινιακού κράτους και να κυβέρνησε ως ένας επιφυλακτικός συντηρητικός, αλλά παράλληλα, όπως λένε οι δύο ειδικοί αντιμετώπιζε όλο και περισσότερο την αριστερά όχι ως έναν φυσιολογικό εκλογικό αντίπαλο αλλά ως μια εχθρική οντότητα: αντιεβραϊκή, αφελή, χρηματοδοτούμενη από ξένους, ευθυγραμμισμένη με τους Άραβες και αδιάφορη για την ασφάλεια. Τα μέσα ενημέρωσης δεν ήταν πλέον απλώς επικριτικά· ήταν ενεργά στρατευμένα εναντίον του λαού. Οι διαμαρτυρόμενοι της κοινωνίας των πολιτών δεν ήταν δημοκρατικοί διαφωνούντες· ήταν ριζοσπάστες που αρνούνταν να αποδεχθούν τα εκλογικά αποτελέσματα.
Ενδεικτικά πριν τις εκλογές του 2015, δημοσίευσε ένα βίντεο στο οποίο προειδοποιούσε ότι οι Άραβες ψηφοφόροι προσέρχονταν στις κάλπες «κατά κύματα», με τη βοήθεια αριστερών οργανώσεων. Τελικά επικράτησε.
«Η αποφασιστική του νίκη σηματοδότησε μια αλλαγή που ξεπερνούσε κατά πολύ εκείνο το βίντεο: απομάκρυνση από το κέντρο και στροφή προς τη βάση» σημειώνουν, εξηγώντας πως ο «Μπίμπι» «υιοθέτησε εντονότερη δαιμονοποίηση των πολιτικών αντιπάλων, μια αντιπλουραλιστική αντίληψη της πολιτικής, απόρριψη των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και ρητορική εναντίον των «ελίτ» που υποτίθεται ότι ενεργούν κατά του «πραγματικού λαού».
Γκίντρον και Μαρκαλίτ δεν έχουν καμία αμφιβολία ότι το Ισραήλ δεν υπήρξε ούτως ή άλλως ποτέ μια πλήρως φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά το εγχείρημα του Νετανιάχου έπληξε και τα φιλελεύθερα στοιχεία που υπήρχαν: «τη δικαστική ανεξαρτησία, την επαγγελματική δημόσια διοίκηση, την ενεργή κοινωνία των πολιτών και τη βασική αρχή ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι είναι νομιμόφρονες αντίπαλοι και όχι εχθροί του έθνους».
Αξιοποιώντας την 7η Οκτωβρίου
Το 2023, η έκτη κυβέρνηση Νετανιάχου επιχείρησε να προωθήσει μια μεγάλη δικαστική μεταρρύθμιση με στόχο τη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας, αποδυναμώνοντας σοβαρά το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών, κυρίως μέσω της υπονόμευσης των δικαστηρίων. Αυτό αποτέλεσε την κορύφωση σχεδόν μιας δεκαετίας κινητοποίησης εναντίον πολιτικών αντιπάλων και κρατικών θεσμών. Σύντομα ακολούθησαν μαζικές διαδηλώσεις, καθώς οι βαθιές διαιρέσεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την ισραηλινή κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των ενόπλων δυνάμεων.
Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, ο Νετανιάχου όχι μόνο παρέμεινε στην εξουσία, αλλά αξιοποίησε τους επόμενους μήνες για να τελειοποιήσει ακόμη περισσότερο το μοντέλο διακυβέρνησης «εμείς εναντίον αυτών» συμπεριλαμβανομένων και δεξιών πολιτικών που απορρίπτουν την ηγεσία του.
| Εκλογές | Έδρες Λικούντ | Έδρες κυβερνητικής πλειοψηφίας |
|---|---|---|
| 1996 | 32 (συμμαχία Likud-Gesher-Tzomet) | 66 έδρες περίπου στην αρχική κυβέρνηση |
| 2009 | 27 | 69 έδρες στην κυβέρνηση που σχημάτισε |
| 2013 | 31 (Λικούντ–Yisrael Beiteinu) | 68 έδρες |
| 2015 | 30 | 61 έδρες (οριακή πλειοψηφία) |
| 2020 | 36 | 73 έδρες (κυβέρνηση εθνικής ενότητας με Γκαντζ) |
| 2022 | 32 | 64 έδρες |
Παρά τις διακυμάνσεις, το Λικούντ παρέμεινε σταθερά γύρω από τις 30 έδρες, ενώ ο Νετανιάχου κατάφερνε να σχηματίζει κυβερνητικές πλειοψηφίες μέσω ενός συνεκτικού δεξιού και θρησκευτικού μπλοκ
Τα στοιχεία δείχνουν ότι μετά την επίθεση το κοινό παραμένει βαθιά πολωμένο απέναντι στον Νετανιάχου. Για τους αντιπάλους του δεν είναι απλώς αντιπαθής αλλά βαθιά απεχθής· για τους υποστηρικτές του εξακολουθεί να απολαμβάνει ισχυρή αφοσίωση, ακόμη και θαυμασμό. «Το κρίσιμο όμως είναι ότι δεν έχασε τη βάση του. Οι βασικοί του υποστηρικτές παρέμειναν στο πλευρό του, υπογραμμίζοντας τον ισχυρό έλεγχο που εξακολουθεί να ασκεί στο πολιτικό του στρατόπεδο».
Δίκοπο μαχαίρι
Οι δύο ειδικοί επιστήμονες καταλήγουν πως οι πιο επιτυχημένοι ηγέτες αυτού του τύπου δεν κερδίζουν πάντοτε πείθοντας την πλειοψηφία ότι είναι αξιοθαύμαστοι, αλλά ότι η εναλλακτική είναι αφόρητη. «Η διατήρηση της εξουσίας τους δεν απαιτεί τη μεγιστοποίηση της συμπάθειας. Αντίθετα, βασίζεται στη δημιουργία ενός ανυπέρβλητου συναισθηματικού χάσματος, έτσι ώστε κανένας ψηφοφόρος της δικής τους πλευράς να μη σκέφτεται να περάσει στην άλλη».
Βέβαια σημειώνουν ότι η περίπτωση του Νετανιάχου δείχνει επίσης ότι αυτά τα έντονα συναισθήματα είναι δίκοπο μαχαίρι: συσπειρώνουν μια βάση, αλλά ταυτόχρονα κινητοποιούν μια αντιπολίτευση που απεχθάνεται με πάθος τον ισχυρό άνδρα ηγέτη.
«Το αν αυτή η ισορροπία των έντονων συναισθημάτων θα λειτουργήσει υπέρ ή κατά του Νετανιάχου θα δοκιμαστεί σύντομα, καθώς οι Ισραηλινοί θα προσέλθουν στις κάλπες τον Οκτώβριο» λένε, υπογραμίζοντας όμως πως όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, ίσως «η βαθύτερη κληρονομιά των 30 ετών του Νετανιάχου στην εξουσία να είναι η μετατροπή του εκλογικού του μπλοκ σε μια ανελεύθερη πολιτική δύναμη».
- Το αβοκάντο κάνει καλό στη μνήμη;
- Οι αλλαγές που έρχονται στις συντάξεις χηρείας
- Οι αθλητικές μεταδόσεις (30/5): Πού θα δείτε τον τελικό του Champions League και τους ημιτελικούς της GBL
- Πανελλαδικές 2026: Με το μάθημα των Νέων Ελληνικών ξεκινούν οι μαθητές των ΕΠΑΛ
- Νέες ταινίες: Η χαρά των σινεφίλ
- Ο τελικός των σταρ, της λάμψης και των celebrities του παγκόσμιου ποδοσφαίρου






