Η Ημέρα των Μουσείων πρέπει να εορτάζεται για να μας θυμίζει τη σοβαρότητα του πολιτιστικού ρόλου τον οποίον εκπληρώνουν ή θα έπρεπε να εκπληρώνουν. Τα μουσεία είναι σύνθετοι οργανισμοί με περισσότερους από έναν στόχους. Αναφέρομαι βέβαια στην ιδανική τους μορφή και όχι στη μουσειακή πραγματικότητα, έτσι όπως την έχει εγγράψει η νεοελληνική συνείδηση. Το κατ’ εξοχήν χρέος ενός μουσείου —ένα χρέος η εξόφληση του οποίου είναι αδιανόητη χωρίς τη συνδρομή και άλλων συγγενών οργανισμών— επικεντρώνεται στην περισυλλογή και την προστασία των συστατικών της πολιτιστικής παράδοσης· παράλληλα, όμως, στην επεξεργασία και την κατάταξή τους, στην ερμηνεία και τη δημοσιοποίησή τους, στην επιστημονική τους διακίνηση και στην επιβεβλημένη τους απόδοση στο κοινωνικό σύνολο.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.5.1992, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το τελευταίο αυτό έχει να κάνει με το τρίτο και σοβαρότερο ίσως σκέλος των μουσειακών υποχρεώσεων, το παιδαγωγικό. Γιατί ένα μουσείο από την καταστατική του σύσταση πρέπει να είναι παράλληλα και κάτι σαν το σχολείο. Να εξοικειώνει, δηλαδή, τις νεότερες γενιές, αλλά και το ευρύτερο κοινό, με την ιστορία και τον πολιτισμό. Θα μπορούσα να προσθέσω και έναν τέταρτο στόχο: τα μουσεία είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές ενός τόπου στο εξωτερικό, με δεδομένο το γεγονός ότι τα πολιτιστικά αγαθά και μόνον αυτά μπορούν να φέρουν τον έναν λαό κοντά στον άλλον.


Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (πηγή: namuseum.gr)

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και οι τέσσερις στόχοι μαζί δύσκολα απαντούν ως καθοριστικοί παράγοντες στη λειτουργία ενός ιδρύματος και ακόμη δυσκολότερα μπορούν να ανιχνευθούν στην πολιτική κάποιου από τα ιδρύματα της χώρας μας. Κι αυτό γιατί λείπουν τα μέσα, οι οικονομικές δυνατότητες, η διάθεση απεμπλοκής από τον ασφυκτικό κλοιό της διοίκησης και της γραφειοκρατίας. Το ελληνικό κράτος, που δεν ευνοεί ιδιαίτερα ούτε την επιστημονική έρευνα ούτε και την παιδεία, καταφεύγει άλλωστε σε οργανισμούς σαν τα μουσεία μόνον όταν «φθάσει το μαχαίρι στον λαιμό»· όταν προκύπτουν θέματα εθνικής σημασίας. Το ελληνικό κράτος, καχύποπτο, αν όχι εχθρικό προς τον πολιτισμό, πετά ανεξέλεγκτα τα δισεκατομμύρια, αλλά τσιγκουνεύεται τις «πενταροδεκάρες», όσα δηλαδή χρειάζονται τα πνευματικά του ιδρύματα για να λειτουργήσουν, χωρίς να φυτοζωούν ή να κινδυνεύουν να κλείσουν. Όταν το ελληνικό κράτος δεν εκπληρώνει την υποχρέωση που έχει από τον νόμο να καλύπτει τα γενικά έξοδα και τη μισθοδοσία του προσωπικού του Μουσείου Μπενάκη, πώς θα μπορούσε ποτέ το Ίδρυμα να αναπροσανατολίσει τις προσπάθειές του προς νέες κατευθύνσεις;


Το Μουσείο Ακρόπολης (πηγή: theacropolismuseum.gr)

Είμαι κατ’ αρχήν υπέρ της διακινήσεως των πολιτιστικών αγαθών και γενικότερα. Δεν θα μπορούσα συνεπώς να εξαιρέσω τα έργα του ελληνικού πολιτισμού. Θεωρώ ότι είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε τον πολιτισμό μας, να τον προστατεύουμε και να τον μελετούμε παράλληλα, όμως και να τον «χρησιμοποιήσουμε». Πιστεύω άλλωστε πως κάθε πολιτισμός είναι μια δωρεά προς την ανθρωπότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι τα πάντα μπορούν να διακινούνται.


Ο Άγγελος Δεληβορριάς

Η συμπαράσταση του κοινού είναι ένας αποφασιστικής σημασίας παράγων για την αναστήλωση του ηθικού μας. Χώρια οι δωρεές, τα κληροδοτήματα και η οικονομική του υποστήριξη. Η ανταπόκριση του κόσμου τόσο στην Ελλάδα όσο και στις εκθέσεις μας στο εξωτερικό είναι μεγάλη, θα έλεγα συγκινητική. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα εξοικειώνουν το κοινό με το μουσείο. Το ίδιο ισχύει και για τη διοργάνωση ποικίλων εκδηλώσεων μέσα στον μουσειακό χώρο, οι οποίες διαλύουν τις διάχυτες, όχι αστήριχτες πάντα, υποψίες ότι ο χώρος αυτός είναι ταγμένος για τους ολίγους. Το μουσείο είναι από τη φύση του ένας βαθύτατα δημοκρατικός ζωντανός οργανισμός, που μπορεί όμως να γλιτώσει το γήρας και τον θάνατο, ακριβώς γιατί μπορεί να ανανεώνεται. Πρέπει και μπορεί να αλλάζει, τουλάχιστον από γενεά σε γενεά. Η ελληνική διοίκηση ποντάρει βέβαια στο γεγονός ότι από μόνο του το υλικό των ελληνικών μουσείων είναι θαυμαστό και αρκεί για να μαγνητίσει το ενδιαφέρον του κοινού. Έτσι επικρατεί η άποψη ότι τα ελληνικά μουσεία δεν έχουν ανάγκες και ότι μπορούν να συνεχίζουν ανενόχλητα τον ύπνο της υπολειτουργίας τους.

*Κείμενο του αειμνήστου Άγγελου Δεληβορριά, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 17 Μαΐου 1992, με αφορμή τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων, την επομένη.

Ο Άγγελος Δεληβορριάς είχε απαντήσει στα ερωτήματα των υπευθύνων της εφημερίδας αναφορικά με τη σημασία του συγκεκριμένου εορτασμού, τους στόχους των μουσείων και το βαθμό εκπληρώσεώς τους, τη στάση της πολιτείας και την ανταπόκριση του κοινού, το ζήτημα της διακίνησης των πολιτιστικών αγαθών. Πέραν του ιδίου, τις απόψεις τους είχαν κληθεί να εκθέσουν η Ντόλλυ (Ντόλλη) Γουλανδρή (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης) και το ζεύγος Άγγελου και Νίκης Γουλανδρή (Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή).


Η Διεθνής Ημέρα Μουσείων (International Museum Day), που καθιερώθηκε από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (International Council of Museums/ICOM) το 1977, εορτάζεται κάθε χρόνο στις 18 Μαΐου. Αποσκοπεί στην ανάδειξη του ρόλου των μουσείων στη σύγχρονη κοινωνία, κατ’ επέκταση δε στην ανάπτυξη πολιτισμικών ανταλλαγών, στην ενίσχυση της μόρφωσης, στην προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης, στην εμπέδωση της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των λαών.


Παράλληλα με το γενικότερο μήνυμα, το ειδικό θέμα του φετινού εορτασμού είναι το εξής: «Τα μουσεία ενώνουν τον κόσμο». Τιμώμενα μουσεία στη χώρα μας (από το Ελληνικό Τμήμα του ICOM) είναι φέτος το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας και το Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας.


Tο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας (πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας, ilia-olympia.org)

Tο Μουσείο Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας (πηγή: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηλείας, ilia-olympia.org)

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, το Μουσείο Μπενάκη.