[…] Γενικώς δεν ήθελε μερικές φορές να ακούει ο Καραμανλής. Και αντιδρούσε έτσι που μερικές φορές έμενα με την εντύπωση ότι η πολυσυζητημένη βαρηκοΐα του μπορεί τελικώς να ήταν και πρόσχημα: συχνά σε ρωτούσε «τι είπες;» ζητώντας να επαναλάβεις τη φράση σου. Ορισμένες φορές όμως είχα την εντύπωση ότι η ακοή του ήταν οξύτατη. Δεν μπόρεσα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αντισταθώ στον πειρασμό και, ενώ του μιλούσα, συνέχιζα τη φράση μου κατεβάζοντας σαφώς τον τόνο της φωνής μου. Μένω με την εντύπωση ότι όταν ήθελε δεν έχανε ούτε λέξη!

Όταν ήθελε… Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πρέπει να καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες για να κατανοήσει τον Καραμανλή και να εξηγήσει τόσο τις πράξεις του όσο και τη συμπεριφορά του. Ύστερα από πολυετή γνωριμία και πολύωρες κατ’ ιδίαν συζητήσεις, μένω με την εντύπωση ότι ο Καραμανλής (τον οποίον ουδέποτε εψήφισα ­ και το εγνώριζε…) ήταν στην πραγματικότητα ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Με πολλές τραυματικές εμπειρίες.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 26.4.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Λίγα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση είχε αρχίσει η εποχή της ελληνοβουλγαρικής φιλίας. Ο τότε πρόεδρος της κομμουνιστικής Βουλγαρίας, ο Τόντορ Ζίφκοφ, ερχόταν συχνά στην Ελλάδα, ο έλλην πρωθυπουργός (της Δεξιάς, ­ όσο κι αν δεν άρεσε στον Καραμανλή ο όρος!) πήγαινε στη Σόφια, μια νέα εποχή άρχιζε.

Τότε ο Ζίφκοφ είπε στον Καραμανλή:

— Θαυμάζω το θάρρος σου, Πρόεδρε!, εννοώντας ότι θαύμαζε την τόλμη ενός δυτικού ηγέτη να ανοιχθεί προς το τότε ανατολικό μπλοκ.

— Θα με θαύμαζες πολύ περισσότερο αν ήξερες ότι μικρός έχω φάει ξύλο από τους βούλγαρους επιδρομείς στο χωριό μου, ήταν η απροσδόκητη απάντηση του Καραμανλή.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 26.4.1998, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Πόσο οι νεανικές εμπειρίες σφράγισαν τον πολιτικό αλλά και τον εν γένει βίο του Καραμανλή;

Ο άνθρωπος που κατηγορήθηκε όσο ελάχιστοι ως σκεύος εκλογής της πλουτοκρατίας και του (εγχωρίου τε και αλλοδαπού) κατεστημένου στις μάλλον προσωπικές συζητήσεις του δεν παρέλειπε να υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τις κατηγορίες που του απηύθυναν, ο ίδιος όχι μόνο δεν υπήρξε σκεύος εκλογής του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά αντιθέτως το κεφάλαιο και το κατεστημένο τον πολέμησαν διότι δεν ήταν ένας από αυτούς. «Την πολιτική ζωή της Ελλάδας μονοπωλούσαν», υπεστήριζε, «τα πάσης φύσεως τζάκια». Και υπερηφανευόταν να λέει ότι «εγώ ήμουν ένα φτωχό χωριατόπαιδο από τας Σέρρας που ποτέ δεν χώνεψαν όλοι αυτοί…»


Φτωχός ο Καραμανλής; Ο επί πολλά έτη ισχυρότερος άνθρωπος στην Ελλάδα είχε μάλλον κακές σχέσεις με το χρήμα. Δεν το εκτιμούσε και δεν το χρησιμοποιούσε ούτε στην καθημερινή του ζωή. Υπερβολές, θα υποστηρίξουν με κακεντρέχεια ορισμένοι και θα θέσουν (ευλόγως) το καίριο ερώτημα: μήπως η ΕΡΕ παλαιότερα και η Νέα Δημοκρατία αργότερα δεν δέχονταν (άγραφες…) οικονομικές ενισχύσεις από πλούσιους υποστηρικτές; Ασφαλώς και έρρεε μαύρο χρήμα στα ταμεία του κόμματος, όπως και σε ΟΛΑ τα άλλα κόμματα. Απλώς ο Καραμανλής έφθανε σε ακρότητες: κορυφαίος συνεργάτης του αναφέρει ότι μια ημέρα τον έστειλε τον ίδιο και εισέπραξε την οικονομική συμβολή από μεγαλοκεφαλαιοκράτη και την άλλη ημέρα έκανε ο ίδιος ο Καραμανλής δηλώσεις εναντίον του χρηματοδότου! «Όταν τόλμησα να του πω δυο λέξεις, με αγριοκοίταξε και σχεδόν με εξύβρισε… Θεωρούσε ότι όλοι όφειλαν να βοηθούν και να μη ζητούν τίποτε».

Ο ίδιος ο Καραμανλής μιλούσε με περιφρόνηση για τα λεφτά ­ και τόσα χρόνια δεν υπάρχει μαρτυρία ανθρώπου που να τον είδε να βάζει το χέρι στην τσέπη. Με μια εξαίρεση: κάθε φορά που έφευγε από το γήπεδο του γκολφ σταματούσε στην αυλόπορτα και έδινε μερικά χιλιάρικα στον θυρωρό. Αυτό ήταν όλο.


Πιθανώς οι κακές σχέσεις του με το χρήμα να ήταν αποτέλεσμα της φτώχειας που τον έδερνε στα νεανικά του χρόνια, τότε που είχε και μερικές σοσιαλιστικές ανησυχίες. Ήταν τον καιρό της γερμανικής κατοχής όταν ο Καραμανλής, νέος τότε δικηγόρος και πολιτικός που ο πόλεμος είχε διακόψει τη σταδιοδρομία του (είχε εκλεγεί για πρώτη φορά βουλευτής Σερρών με το Λαϊκό Κόμμα το 1935), είχε ενταχθεί σε σοσιαλιστική συντροφιά της εποχής. Ήταν η συντροφιά των καθηγητών Άγγελου Αγγελόπουλου, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Πέτρου Κόκκαλη και Ξενοφώντος Ζολώτα (μόνον ο τελευταίος είναι σήμερα παρών), που μοιράζονταν τους κοινωνικούς προβληματισμούς τους στα τραπεζάκια του Γαμβέττα — ήταν ένα παλαιό παραδοσιακό καφενείο στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Κοραή, που εδώ και χρόνια δεν υπάρχει πια.

Εκεί πήγαινε μαζί τους και ο Καραμανλής. Δεν είχε χρήματα ούτε έναν καφέ να παραγγείλει.

«Το γκαρσόνι», αφηγείται ο ίδιος, «όλο και με στραβοκοίταζε. Μια μέρα μου είπε: “Εσύ δεν θα πάρεις ποτέ κανέναν καφέ;”. Από τότε δεν ξαναπάτησα στο καφενείο…»


Πολλά χρόνια αργότερα ένας καφές θα σημαδέψει τη γνωριμία ενός νέου τότε δημοσιογράφου (του γράφοντος) με τον πρωθυπουργό, μια γνωριμία που μέσα από σχέσεις άλλοτε καλές και άλλοτε δυσάρεστες θα οδηγούσε στην απόφαση του Καραμανλή να μου παραχωρήσει (όπως ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή του που σήμερα δημοσιεύει σε φωτοτυπία «Το Βήμα») τη μακρότερη και σημαντικότερη συνέντευξη (εξομολόγηση) που έδωσε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Ήταν το φθινόπωρο του 1974, λίγο μετά τις εκλογές, όταν για πρώτη φορά ο Καραμανλής με ειδοποίησε να τον επισκεφθώ στο πρωθυπουργικό γραφείο του, στη Βουλή. Ήμουν τότε νεαρός πολιτικός συντάκτης και έφθασα εκεί με όλη την ορμή της ηλικίας μου αλλά και μιας αντίθεσης με τον πολιτικό αρχηγό που είχε σημαδέψει τα νεανικά χρόνια της γενιάς μου. Το ραντεβού ήταν στις 8 το βράδυ, πέρασα στο γραφείο του στις 8.05 ακριβώς.


Δεν έχει σημασία η συζήτηση εκείνης της ημέρας. Άλλωστε το καθαυτό αντικείμενό της τώρα πια μοιάζει τόσο απόμακρο και στερούμενο ενδιαφέροντος όσο όλα τα τρέχοντα ζητήματα που σήμερα μπορεί να μας βασανίζουν και σε λίγο να τα έχουμε πλήρως λησμονήσει. Από εκείνη όμως τη συνάντηση μού έμεινε ο… καφές. Ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο με αντιμετώπισε θέλοντας από την αρχή να δείξει ότι αυτός είχε το επάνω χέρι. Εκείνη την ημέρα τού πέρασε — δεν είχα την ετοιμότητα να αντιδράσω. Μερικά χρόνια αργότερα του το ξεπλήρωσα. Αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν έτοιμος να αποδεχθεί και τον άλλον!

— Μπορώ να καπνίσω, κύριε Πρόεδρε; τον ρώτησα συνεσταλμένος μόλις κάθισα απέναντί του στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Με κοίταξε με παγωμένο βλέμμα και είπε:

— Σε λίγο θα μου ζητήσεις και καφέ! και έσκυψε στα χαρτιά του.


Εκείνη την ημέρα δεν κάπνισα, αλλά καφέδες εν συνεχεία ήπια πολλούς μαζί του. Καθώς πέρασαν τα χρόνια οι επαφές άρχισαν να γίνονται συχνές και από την ημέρα που έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ακόμη συχνότερες, ιδίως όταν είπε το ναι, υπό όρους, για τη Μεγάλη Συνέντευξη.

Από την εποχή που ήταν πρωθυπουργός, με την προτροπή τού τότε διευθυντή μου (και εν πολλοίς δασκάλου μου, ­ διότι είναι αρκετά μεγαλύτερός μου!), του Λέοντος Καραπαναγιώτη (που σήμερα διευθύνει «Τα Νέα»), είχα ζητήσει από τον Καραμανλή μια μεγάλη συνέντευξη. Να δεχθεί να μιλήσει για όλα. Με τον διευθυντή μου είχαμε σκεφθεί και τον τίτλο: Μιλάει ο Καραμανλής!

Ζήτησα να τον δω και με δέχθηκε. Διατύπωσα προσεκτικά το αίτημά μου και αμέσως με αποπήρε: Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Μη έχοντας τίποτε να χάσω, επέμενα. Προφανώς για να με διώξει έφθασε στην… υποχώρηση: Καλά, άσε με τώρα και στο μέλλον θα δούμε…

Έφυγα, αλλά το έδεσα κόμπο. Και κάθε τόσο, όταν τον έβλεπα, του το θύμιζα. Μου απαντούσε με εκείνο το ύφος που δεν ήξερες αν σε περιπαίζει ή σε… υβρίζει. Τέλος πάντων, εγώ επέμενα.


Κάποτε ο Καραμανλής άλλαξε σπίτι ­ και έγινε το θαύμα. Ξαφνικά ο πιο στενός συνεργάτης του, ο πρέσβης Πέτρος Μολυβιάτης (με τον οποίο χρόνο με τον χρόνο μάς συνέδεσε στενή φιλία), μου τηλεφώνησε:

— Θέλει να σε δει. Έλα από εδώ…

Μόλις με δέχθηκε, μπήκε αμέσως στο θέμα:

— Μεταφέροντας τα χαρτιά μου ξαναδιάβασα τα βιβλία σου. Γράφεις καλά και κατανοητά. Αν δώσω ποτέ συνέντευξη, θα τη δώσω σε εσένα!

Δεν είπα τίποτε άλλο από ένα απλό «ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε…» και σηκώθηκα να φύγω. Κάτσε να συζητήσουμε τώρα, μου είπε.


Πέρασαν μήνες χωρίς να ξαναγίνει κουβέντα. Μια μέρα ­ —είχε πλέον εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας— ­ αποφάσισα να εφορμήσω:

— Κύριε Πρόεδρε, εκείνη τη συνέντευξη…

— Άκου ’δω. Θα την κάνουμε αλλά με τους εξής όρους: θα σου πω εγώ πότε θα τη δημοσιεύσεις. Μπορεί να μην τη δημοσιεύσεις και ποτέ! Δέχεσαι;

Η συμφωνία είχε γίνει.

[…]

*Άρθρο του δημοσιογράφου και εκδότη Σταύρου Ψυχάρη (1945-2022), προέδρου του ΔΟΛ από το 2009 έως το 2017. Είχε δημοσιευτεί στο «Βήμα» την Κυριακή 26 Απριλίου 1998, στο πλαίσιο του ειδικού αφιερώματος της εφημερίδας (υπό τον τίτλο «Η εξομολόγηση του Καραμανλή – Ο Μύθος, η Αλήθεια, οι Μαρτυρίες») στον άρτι εκλιπόντα Κωνσταντίνο Καραμανλή.


Ο Σταύρος Ψυχάρης

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γεννήθηκε στην Πρώτη Σερρών στις 8 Μαρτίου 1907 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 1998, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου.