Στο Λονδίνο, μια έκθεση έρχεται να θυμίσει ότι η μόδα μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του ενδύματος και να λειτουργήσει ως καθαρή μορφή τέχνης. Η «Fashion becomes Art» στο Victoria and Albert Museum φέρνει στο προσκήνιο το έργο της Έλζα Σκιαπαρέλι – μιας δημιουργού που άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, το ρούχο και τη φαντασία.

«Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να προφέρει σωστά το όνομά μου… αλλά όλοι ξέρουν τι σημαίνει», είχε πει η ίδια, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τη διαχρονική της επιρροή.

Περισσότερα από 400 εκθέματα – από ενδύματα μέχρι φωτογραφίες και έργα τέχνης – συγκεντρώθηκαν από ομάδα επιμελητών μόδας, τέχνης και φωτογραφίας, συνθέτοντας την πρώτη έκθεση αυτού του είδους στο Ηνωμένο Βασίλειο αφιερωμένη στη μοναδική της συμβολή.

Η σύνδεση με τον σουρεαλισμό

Η Σκιαπαρέλι έγινε ευρύτερα γνωστή για τη βαθιά της σχέση με το σουρεαλιστικό κίνημα, μέσα από συνεργασίες με κορυφαίους καλλιτέχνες όπως ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Ζαν Κοκτώ.

Ένα από τα πιο εμβληματικά της έργα είναι το «φόρεμα με τον αστακό» του 1937, που δημιούργησε μαζί με τον Νταλί. Το σχέδιο αυτό αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη διάλυση των ορίων ανάμεσα στη μόδα και την τέχνη – μια ιδέα που διατρέχει ολόκληρη την έκθεση, σύμφωνα με την καθηγήτρια Μόδας και Υλικού Πολιτισμού, Ναόμι Μπρέιθγουεϊτ, σε άρθρο της στο The Conversation. Το φόρεμα παρουσιάζεται δίπλα στο διάσημο «τηλέφωνο-αστακό» του Νταλί, που δημιουργήθηκε έναν χρόνο αργότερα.

Η επανάσταση στη μόδα

Η Σκιαπαρέλι δεν αντιμετώπιζε τον σχεδιασμό ως απλό επάγγελμα αλλά ως μορφή τέχνης. Στην αυτοβιογραφία της «Shocking Life» αποκαλύπτει τη ριζοσπαστική της προσέγγιση. Υπήρξε η πρώτη που εισήγαγε τις βάτες στους ώμους και τα animal prints, ενώ έμεινε στην ιστορία για το έντονο «shocking pink».

Η έκθεση αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία της στο χρώμα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παλτό Harlequin από τη συλλογή Modern Comedy του 1939.

Χωρίς τυπική εκπαίδευση, κατάφερε να γίνει η πιο πολυσυζητημένη σχεδιάστρια στο Παρίσι του Μεσοπολέμου. Οι σιλουέτες, τα υλικά, τα διακοσμητικά στοιχεία και τα αξεσουάρ της παρουσιάζονται μέσα σε μια καθηλωτική εμπειρία, πλαισιωμένη από ατμοσφαιρικό ήχο.

«Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να προφέρει σωστά το όνομά μου… αλλά όλοι ξέρουν τι σημαίνει»

Από τη Ρώμη στο Παρίσι

Η Έλζα Λουίζα Μαρία Σκιαπαρέλι γεννήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1890 σε αριστοκρατική οικογένεια στη Ρώμη. Σε ηλικία 23 ετών εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου άρχισε να ακολουθεί έναν πιο ελεύθερο και αντισυμβατικό τρόπο ζωής.

Το 1927 παρουσίασε την πρώτη της συλλογή και άνοιξε το ατελιέ της, προτείνοντας πλεκτά με γεωμετρικά trompe l’oeil σχέδια σε ασπρόμαυρους τόνους. Στα πρώτα της βήματα σχεδίαζε κυρίως ρούχα για σπορ και αναψυχή, ανταποκρινόμενη στις νέες ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

Σταδιακά, μετέτρεψε το καθημερινό ένδυμα σε κάτι μοναδικό, με κοστούμια που ξεχώριζαν για τα ιδιαίτερα κουμπιά και τις απρόσμενες λεπτομέρειες. Ενδεικτικό είναι το παλτό που σχεδίασε για τη Βρετανίδα κοσμική Πάμελα Κάρμε, με κουμπιά σε σχήμα θεατρικών μασκών.

Όταν η τέχνη συναντά τη μόδα

Από εντυπωσιακά καθημερινά σύνολα μέχρι εκλεπτυσμένες βραδινές δημιουργίες, η έκθεση αποτυπώνει τη δημιουργική της πορεία και τη μεταμόρφωση του συνηθισμένου σε κάτι εξαιρετικό.

Οι βραδινές συλλογές της («Pour le Soir») ξεχωρίζουν για τη χρήση καινοτόμων υλικών όπως το σελοφάν και για τις τολμηρές γραμμές, που την καθιέρωσαν ως κορυφαία σχεδιάστρια της δεκαετίας του 1930.


Η επιμελήτρια της έκθεσης, Σόνετ Στάνφιλ, τονίζει ότι τη δεκαετία του ’30 η Σκιαπαρέλι άρχισε να πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ τέχνης και μόδας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συλλογή Circus του 1938, με το «φόρεμα-σκελετό», που ξεχωρίζει για την κατασκευή του και τα εμφανή φερμουάρ – μια ξεκάθαρη αναφορά στις σουρεαλιστικές ιδέες.


Η σουρεαλιστική διάσταση ενισχύεται και από τα εντυπωσιακά σακάκια της με κεντήματα από τον οίκο Maison Lesage. Ανάμεσα στα πιο ξεχωριστά αξεσουάρ βρίσκεται το καπέλο-παπούτσι, παρουσιασμένο σε ειδική γυάλινη κατασκευή που δημιουργεί ένα οπτικό παιχνίδι με τα υπόλοιπα εκθέματα, όπως το φόρεμα με τον αστακό και ένα παλτό του 1937 σχεδιασμένο με τον Κοκτώ.

Πέρα από το Παρίσι

Στην έκθεση περιλαμβάνονται και δημιουργίες της για το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπως ένα κοστούμι παντελονιού για τη θρυλική Μαρλέν Ντίτριχ, που αμφισβήτησε τα στερεότυπα της γυναικείας εμφάνισης.

Η Σκιαπαρέλι αγαπούσε ιδιαίτερα τα βρετανικά υφάσματα και το 1933 άνοιξε σαλόνι στο Μέιφερ του Λονδίνου. Όπως έγραφε η ίδια: «Το Λονδίνο είναι η πιο ανδρική πόλη στον κόσμο», ενώ για τους Άγγλους σημείωνε: «Είναι βαθιά ειλικρινείς, αλλά τρελοί, τρελοί, τρελοί». Το σαλόνι έκλεισε το 1939, αλλά στο μεταξύ είχε προσελκύσει σημαντικές προσωπικότητες, όπως η Λαίδη Αλεξάνδρα Χέιγκ.

Η ίδια αποσύρθηκε το 1954, κλείνοντας τον οίκο της, ο οποίος επανήλθε στη ζωή το 2019 υπό τη δημιουργική διεύθυνση του Ντάνιελ Ρόουζμπερι.

Σύγχρονες δημιουργίες δείχνουν πώς ο Ρόουζμπερι συνεχίζει το όραμα της Σκιαπαρέλι, συνδυάζοντας καινοτομία και απρόβλεπτη αισθητική. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το κόκκινο φόρεμα των Όσκαρ 2025 για την Αριάνα Γκράντε, υποψήφια για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για το «Wicked».


Η έκθεση «Fashion Becomes Art» λειτουργεί ως ένα εντυπωσιακό ταξίδι στον κόσμο της Σκιαπαρέλι, όπου το συνηθισμένο μεταμορφώνεται σε κάτι απροσδόκητο. Και μπορεί η σωστή προφορά του ονόματός της να εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία, όμως η σημασία της στη μόδα και την τέχνη παραμένει αδιαμφισβήτητη.