Το 2026 η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί μία αφηρημένη έννοια ή μια συζήτηση που περιορίζεται μόνο στα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρόκειται για έναν καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία και την ποιότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Διότι, όταν άνδρες και γυναίκες απολαμβάνουν τις ίδιες ευκαιρίες στην εργασία, την εκπαίδευση, τη λήψη αποφάσεων και τη δημόσια ζωή, οι κοινωνίες είναι πιο ανθεκτικές, παραγωγικές και δίκαιες. Από την άλλη πλευρά, οι έμφυλες ανισότητες λειτουργούν ως τροχοπέδη, αφού εντείνουν τις κοινωνικές ανισορροπίες, επιβραδύνουν την οικονομική και κοινωνική πρόοδο μίας χώρας.

Μάλιστα, παρατηρείται πως τα τελευταία χρόνια, η ισότητα των φύλων έχει αναδειχθεί σε βασικό ζητούμενο πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι μόνο ως ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά και ως μία επένδυση για ένα καλύτερο μέλλον. Η ενίσχυση της ισότιμης συμμετοχής γυναικών και ανδρών στην κοινωνία και την οικονομία συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη βιωσιμότητα και τη συνοχή των κοινωνιών.

Για να μπορεί, όμως, αυτή η πρόοδος να αποτιμάται με ακρίβεια και να μην μένει σε γενικές διακηρύξεις, απαιτούνται αξιόπιστα εργαλεία μέτρησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δείκτης Ισότητας των Φύλων έρχεται να αποτυπώσει με συγκεκριμένα δεδομένα πού βρισκόμαστε σήμερα. Πιο αναλυτικά, ο δείκτης βαθμολογεί κάθε κράτος σε έξι βασικούς τομείς: Εργασία, Χρήμα, Γνώση, Χρόνος, Εξουσία και Υγεία, ενώ περιλαμβάνονται η Βία κατά των γυναικών και οι Διασταυρούμενες Ανισότητες. Ουσιαστικά, ο δείκτης εξετάζει το βαθμό στον οποίο τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιτύχει την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, με την κλίμακα μέτρησης να ξεκινάει από το 0 που αντιστοιχεί σε πλήρη ανισότητα και να φτάνει στο 100, δηλαδή σε πλήρη ισότητα.

Όσον αφορά στην ελληνική πραγματικότητα, η χώρα μας συγκεντρώνει συνολική βαθμολογία 57 στα 100, καταλαμβάνοντας την 22η θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την υψηλότερη θέση που έχει λάβει τα τελευταία χρόνια. Η βαθμολογία αποκαλύπτει πως η Ελλάδα ναι μεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, όμως εξακολουθεί να απέχει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 63,4.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να γνωρίζουμε ποια είναι η πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς. Τι αποτυπώνει στην πράξη αυτή η κατάταξη και ποια δεδομένα είναι εκείνα που διαμορφώνουν τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη της ισότητας. Η απάντηση βρίσκεται στην ανάλυση των επιμέρους τομέων, από την εργασία και το εισόδημα, έως τη γνώση, την εξουσία και την υγεία, που φωτίζουν τόσο τα σημεία προόδου όσο και τα πεδία όπου οι ανισότητες εξακολουθούν να επιμένουν.

Εξουσία: Άνοδος στους αριθμούς, απόσταση στην ουσία

Ο τομέας της εξουσίας αποτυπώνει το ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις στην πολιτική και στην οικονομία, με την ελληνική εικόνα να παρουσιάζει αντιφάσεις. Από το 2020 έως σήμερα καταγράφεται σημαντική βελτίωση, με τη βαθμολογία να ανεβαίνει κατά 12 μονάδες, γεγονός που δείχνει πως η συμμετοχή των γυναικών στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων ενισχύεται.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την πρόοδο, η πραγματικότητα παραμένει ιδιαίτερα απαιτητική, αφού με συνολική βαθμολογία 26,2 μονάδων το 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση στον συγκεκριμένο τομέα, καταλαμβάνοντας την 18η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εργασία: Άνιση συμμετοχή, λιγότερες ευκαιρίες

Ο τομέας της εργασίας εξετάζει, όχι μόνο αν γυναίκες και άνδρες εργάζονται, αλλά και το πώς εργάζονται, τη διάρκεια, τη μορφή της απασχόλησης, την ποιότητα της εργασίας, τη θέση που κατέχουν στους οργανισμούς. Και εδώ παρουσιάζονται σημαντικές ανισότητες, οι οποίες επηρεάζουν συνολικά τη θέση της χώρας στον Δείκτη, φέρνοντάς την στην 21η θέση μεταξύ των κρατών-μελών.

Τα στοιχεία δείχνουν πως η πλήρης απασχόληση παραμένει ανδρικό προνόμιο. Μόλις λίγο παραπάνω από το ένα τρίτο των γυναικών εργάζεται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες είναι αισθητά υψηλότερο. Επίσης, η ανισορροπία γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξετάζονται οι διοικητικοί ρόλοι, όπου οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται, με την πλειονότητα των θέσεων ευθύνης να καταλαμβάνεται από άνδρες.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα στα νοικοκυριά με παιδιά. Εκεί, το χάσμα στη συμμετοχή στην πλήρη απασχόληση διευρύνεται, γεγονός που υποδηλώνει ότι το βάρος της φροντίδας εξακολουθεί να πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος, όπου η επαγγελματική εξέλιξη περιορίζεται, όχι λόγω έλλειψης ικανοτήτων, αλλά εξαιτίας δομικών και κοινωνικών ανισοτήτων που παραμένουν βαθιά ριζωμένες.

Γνώση: Ισχυρό προβάδισμα, φρένο στην αγορά εργασίας

Ο τομέας της γνώσης χωρίζεται σε δύο υποενότητες, την εκπαιδευτική επίδοση και τον διαχωρισμό, δηλαδή πόσες γυναίκες και άνδρες εκπροσωπούν τα επιστημονικά πεδία. Η Ελλάδα στον συγκεκριμένο τομέα συγκέντρωσε τη βαθμολογία 58,7, ξεπερνώντας οριακά τον μέσο όρο της ΕΕ (57,4) και λαμβάνοντας την υψηλότερη κατάταξή της στην 7η θέση.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα σαφές πλεονέκτημα των γυναικών στον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς περισσότερες ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση σε σύγκριση με τους άνδρες. Ωστόσο, το εκπαιδευτικό κεφάλαιο των γυναικών δεν μεταφράζεται πάντα σε επαγγελματική ανέλιξη, θέσεις ευθύνης ή υψηλότερα εισοδήματα, γεγονός που αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στη γνώση και τις ευκαιρίες που προσφέρει η αγορά εργασίας.

Επιπλέον, εξακολουθεί να υφίσταται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «γυναικεία» και «ανδρικά» επαγγέλματα, ωστόσο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές χώρες όπου πάνω από το 40% των αποφοίτων σε τεχνολογικές και συναφείς επιστήμες είναι γυναίκες.

Χρόνος: Το «αόρατο» βάρος που επιβαρύνει τις γυναίκες

Στον τομέα του χρόνου, η αξιολόγηση επικεντρώνεται στην άμισθη εργασία, την οικιακή φροντίδα, τη συμμετοχή στις κοινωνικές δραστηριότητες. Στον συγκεκριμένο τομέα, η Ελλάδα παραμένει αρκετά πίσω σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 65 μονάδων, συγκεντρώνοντας μία βαθμολογία 56/100 και καταλαμβάνοντας την 26η θέση, δηλαδή τη χαμηλότερη ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Πράγματι, η φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας εξακολουθεί να βαραίνει τις γυναίκες. Στην Ευρώπη, το 59% των γυναικών ασχολείται καθημερινά με οικιακά καθήκοντα, έναντι 33% των ανδρών, ενώ στην Ελλάδα η διαφορά μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τις 40 μονάδες. Αυτό σημαίνει πως οι γυναίκες αφιερώνουν πολύ περισσότερες ώρες σε μη αμειβόμενη εργασία, περιορίζοντας την επαγγελματική τους εξέλιξη και ενισχύοντας την ανισορροπία ανάμεσα στα φύλα.

Χρήμα: Το οικονομικό χάσμα παραμένει

Στον τομέα του χρήματος αξιολογούνται οι χρηματοοικονομικοί πόροι και η οικονομική κατάσταση ανδρών και γυναικών. Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο μέσο της ευρωπαϊκής κατάταξης, ωστόσο οι γυναίκες εξακολουθούν να υστερούν, με τα δεδομένα να αποκαλύπτουν πως λαμβάνουν χαμηλότερο εισόδημα από τους άνδρες, γεγονός που ενισχύει την αντίληψη πως η οικονομική τους συνεισφορά είναι συμπληρωματική.

Ναι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων χρόνων και τη σταδιακή αλλαγή της αντίληψης πως ο ρόλος της γυναίκας περιορίζεται στη φροντίδα του σπιτιού, τα στερεότυπα παραμένουν ισχυρά. Στις περιπτώσεις μονογονεϊκών οικογενειών, όπου η γυναίκα αναλαμβάνει τον κύριο ρόλο, ο κίνδυνος οικονομικής πίεσης και φτώχειας είναι αυξημένος, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται μεγάλη διαφορά από τους άνδρες. Σε κάθε περίπτωση, παρατηρούμε πως η οικονομική ισότητα παραμένει ένα από τα πιο αργά αναπτυσσόμενα πεδία στην Ελλάδα.

Υγεία: Υψηλά νούμερα και περιθώρια βελτίωσης

Ο τομέας της υγείας μετρά την κατάσταση και τις συνήθειες υγείας των πολιτών. Σε γενικές γραμμές, η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά υψηλές επιδόσεις, όμως εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Ιδιαίτερα οι γυναίκες χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου φαίνεται να είναι πιο ευάλωτες, λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και ελλιπούς ενημέρωσης πάνω σε βασικά ζητήματα πρόληψης και φροντίδας. Συνεπώς, η πρόκληση δεν είναι μόνο να βελτιωθούν οι δείκτες υγείας συνολικά, αλλά να διασφαλιστεί πως η ενημέρωση και οι υπηρεσίες φτάνουν ισότιμα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Βία κατά των γυναικών: Μία ακόμη ανοιχτή πληγή

Ο τομέας της βίας εξετάζει τρεις υποκατηγορίες, τη συχνότητα, τη σοβαρότητα και τον βαθμό αποκάλυψης περιστατικών βίας κατά των γυναικών, ενώ τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν σε 12 χώρες δείχνουν πως η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη βαθμολογία, 24,6 μονάδες. Στην πράξη, αυτό σημαίνει πως η συχνότητα περιστατικών κακοποίησης είναι υψηλή, ενώ η αναφορά της βαριάς βίας παραμένει περιορισμένη.

Στην Ελλάδα τα θύματα φαίνεται να καταγγέλλουν πιο συχνά τα βιώματά τους σε σύγκριση με άλλες χώρες, γεγονός που υπογραμμίζει τόσο την ένταση του προβλήματος όσο και την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί. Το σίγουρο είναι πως ο συγκεκριμένος  τομέας υπογραμμίζει με τον πιο δυσάρεστο τρόπο πόσο μακριά βρίσκεται η χώρα από την ουσιαστική προστασία των γυναικών και την πραγματική ισότητα.