Η Γαλλία αρέσκεται να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το τρίπτυχο της Δημοκρατίας: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Όμως πίσω από το σύμβολο της égalité διαμορφώνεται εδώ και χρόνια μια πραγματικότητα που μοιάζει όλο και λιγότερο με υπόσχεση ίσων ευκαιριών και όλο και περισσότερο με επιστροφή στο παρελθόν. Μια κοινωνία όπου η καταγωγή μετρά περισσότερο από την προσπάθεια και όπου ο πλούτος κληρονομείται αντί να κατακτάται. Μια σύγχρονη «κληρονομοκρατία».

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σήμερα, το πλουσιότερο 10% των Γάλλων κατέχει πάνω από το μισό του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ το φτωχότερο 50% μοιράζεται λιγότερο από το 5%. Η ψαλίδα δεν απλώς ανοίγει· βαθαίνει. Μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο δεκαετίες, η μέση περιουσία των φτωχότερων στρωμάτων μειώθηκε δραστικά, την ώρα που οι μεγάλες περιουσίες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Η συσσώρευση δεν είναι τυχαία· είναι δομική.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το βάρος της κληρονομιάς. Περίπου το 60% του συνολικού πλούτου στη Γαλλία προέρχεται πλέον από μεταβιβάσεις, ποσοστό αισθητά υψηλότερο σε σχέση με τις δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, η εργασία, η εκπαίδευση και η κοινωνική κινητικότητα επέτρεπαν σε ευρύτερα στρώματα να δημιουργήσουν περιουσία. Σήμερα, η άνοδος μέσω του μισθού μοιάζει όλο και πιο ανέφικτη, ιδιαίτερα για όσους δεν ξεκινούν από προνομιούχα οικογενειακή αφετηρία.

Η εικόνα θυμίζει έντονα τη Γαλλία του 19ου αιώνα, εκείνη που περιέγραφε ο Μπαλζάκ. Μια κοινωνία μεγάλων οικογενειών, αριστοκρατίας και ανώτερης αστικής τάξης, όπου ο γάμος και η κληρονομιά αποτελούσαν βασικό μηχανισμό κοινωνικής ανόδου. Η διαφορά είναι ότι σήμερα το κεφάλαιο δεν βρίσκεται στα κτήματα, αλλά σε ακίνητα υψηλής αξίας, χρηματοοικονομικά προϊόντα, μετοχές και επενδύσεις που αποφέρουν αποδόσεις ανεξάρτητα από την προσωπική εργασία.

Το σημείο καμπής εντοπίζεται στη δεκαετία του ’70. Η πετρελαϊκή κρίση, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και οι διαδοχικές οικονομικές αναταράξεις ανέκοψαν τη δυναμική των μισθών. Αντίθετα, οι μεγάλες περιουσίες επωφελήθηκαν από την άνοδο των αγορών και των ακινήτων. Παράλληλα, η φορολογική πολιτική άρχισε σταδιακά να χάνει τον αναδιανεμητικό της χαρακτήρα. Οι εξαιρέσεις πολλαπλασιάστηκαν, η προοδευτικότητα υποχώρησε και η φορολόγηση του πλούτου έγινε λιγότερο αποτελεσματική.

Το παράδοξο είναι ότι πριν από φόρους και κοινωνικές μεταβιβάσεις, η Γαλλία συγκαταλέγεται στις πιο άνισες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου. Μόνο χάρη στους μηχανισμούς αναδιανομής καταφέρνει να εμφανίζεται πιο «ισορροπημένη» στα στατιστικά. Όμως και αυτοί οι μηχανισμοί φθείρονται. Σύμφωνα με επίσημες εκθέσεις, το ισχύον φορολογικό σύστημα όχι μόνο δεν περιορίζει επαρκώς τις ανισότητες, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις τις ενισχύει.

Η συνέπεια δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι βαθιά κοινωνική και πολιτική. Η κοινωνική κινητικότητα επιβραδύνεται δραματικά: για κάποιον που βρίσκεται στο χαμηλότερο εισοδηματικό στρώμα, απαιτούνται περισσότερες από έξι γενιές για να φτάσει στο μέσο επίπεδο εισοδήματος. Αυτό το αίσθημα ακινησίας γεννά απογοήτευση και οργή. Όχι απαραίτητα απέναντι στην πολιτική ως έννοια, αλλά απέναντι στις πολιτικές που βιώνονται ως άδικες και αναποτελεσματικές.

Σε αυτό το έδαφος ανθίζει και ο πολιτικός ριζοσπαστισμός. Όταν η ισότητα προβάλλεται ως θεμελιώδης αξία, αλλά διαψεύδεται στην καθημερινότητα, το χάσμα λόγων και πράξεων γίνεται εκρηκτικό. Η ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτή την εμπειρία κοινωνικού αποκλεισμού και ματαιωμένων προσδοκιών.

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά γαλλικό. Σε πολλές δυτικές χώρες, η κληρονομιά επανέρχεται ως καθοριστικός παράγοντας πλούτου. Όμως στη Γαλλία, η αντίφαση είναι πιο έντονη, γιατί συγκρούεται ευθέως με τον ίδιο τον ιδεολογικό πυρήνα του κράτους. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η ισότητα ευκαιριών απειλείται, αλλά αν μπορεί ακόμη να ανακτηθεί.

Καθώς η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα απομακρύνεται από τον μύθο της égalité, η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα επαναπροσδιορίσει το κοινωνικό της συμβόλαιο, είτε θα αποδεχθεί σιωπηρά ότι η καταγωγή καθορίζει το μέλλον. Και αυτή η επιλογή θα κρίνει πολύ περισσότερα από την κατανομή του πλούτου· θα κρίνει τη συνοχή της ίδιας της Δημοκρατίας.