Ο αείμνηστος Σπύρος Μελετζής, ευρέως γνωστός ως ο φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης, γεννήθηκε το 1906 (στις 20 Ιανουαρίου, κατά τας γραφάς) στην Ίμβρο.

Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο το «σαΐνι», όπως ήταν το παρατσούκλι του.


Το 1923, όταν η Ίμβρος παραχωρήθηκε στους Τούρκους, μετέβη αρχικά στην Αλεξανδρούπολη, όπου είχε την πρώτη επαφή του με το φωτογραφικό φακό, και από εκεί στην Αθήνα, το 1927, αφού προηγήθηκε ένα σύντομο πέρασμα από τη Θεσσαλονίκη.

Αφού μυήθηκε στην τέχνη της φωτογραφίας από άξιους δασκάλους και διεξήγαγε περιοδεία 22 μηνών, ο Μελετζής πραγματοποίησε την πρώτη του φωτογραφική έκθεση στα Ιωάννινα, το 1938, με θέμα την ηπειρώτικη φύση.


«ΤΑ ΝΕΑ», 19.8.1995, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η εν λόγω έκθεση μεταφέρθηκε το 1939 στην Αθήνα, στον «Παρνασσό», όπου απέσπασε επαίνους.

Το 1939 ο Μελετζής πραγματοποίησε ένα δεύτερο φωτογραφικό ταξίδι, στην Κεφαλλονιά αυτήν τη φορά.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής ο φακός του Μελετζή κατέγραψε τον αντιστασιακό αγώνα του ελληνικού λαού.


«ΤΑ ΝΕΑ», 19.8.1995, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Μελετζής, ως επίσημος φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης, άρχισε να απαθανατίζει σημαντικά γεγονότα του αντιστασιακού αγώνα, όπως την ίδρυση της ΠΕΕΑ, το Γενικό Στρατηγείο, τη Σχολή της Ρεντίνας, τις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου (Κορυσχάδες Ευρυτανίας), αλλά και στιγμές της καθημερινότητας των ανταρτών.


«ΤΑ ΝΕΑ», 27.6.1996, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Οι φωτογραφίες του Μελετζή διακρίνονται για την ιστορική βαρύτητά τους, αλλά και την υψηλή αισθητική τους.

Μετά την απελευθέρωση ο Μελετζής ακολούθησε νέους καλλιτεχνικούς δρόμους και απέσπασε πολλές τιμητικές διακρίσεις και βραβεία.


«ΤΑ ΝΕΑ», 27.6.1996, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο πλαίσιο αυτό, φωτογράφισε έργα ελλήνων ζωγράφων του 19ου αιώνα. Τη δεκαετία του ’50 πραγματοποίησε περιοδείες, συμμετείχε σε εκθέσεις, παρέδωσε μαθήματα και φωτογράφισε δημόσια έργα επί υπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Από το 1960 και μετά το ενδιαφέρον του Μελετζή στράφηκε στη φωτογράφιση αρχαιοτήτων και στην έκδοση οδηγών για αρχαιολογικά μουσεία της πατρίδας μας.


«ΤΑ ΝΕΑ», 16.12.1999, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 1976 ο Μελετζής εξέδωσε το λεύκωμα «Με τους αντάρτες στα βουνά», ενώ το 1987 κυκλοφόρησε βιβλίο του με θέμα τον Όλυμπο.

Το 1993 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βιέννης οργάνωσε μεγάλη έκθεση του Μελετζή με θέμα την Ελλάδα.


«ΤΑ ΝΕΑ», 16.12.1999, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 1997 εκδόθηκε το λεύκωμα «Ίμβρος», μια κατάθεση ψυχής από τον Μελετζή στη σκλαβωμένη πατρίδα του.

Ο Μελετζής φωτογράφισε τις σημαντικότερες κατά καιρούς προσωπικότητες, από βασιλείς και πολιτικούς μέχρι καλλιτέχνες και διανοουμένους.

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι στο φωτογραφικό αρχείο του Μελετζή, αυτήν την πολύτιμη ιστορική παρακαταθήκη και παντοτινή κληρονομιά του λαού μας, βρίσκεται καταγεγραμμένη ολόκληρη η Ελλάδα: η γη και οι άνθρωποί της, τα ήθη και τα έθιμά τους.


«ΤΑ ΝΕΑ», 16.12.1999, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Μελετζής κατάφερε να καταγράψει με το φακό του τα όνειρα, τις ελπίδες, τους αγώνες, τους καημούς, τους πόθους και τις προσδοκίες των Ελλήνων.

Το 1995 ο Σπύρος Μελετζής τιμήθηκε για την προσφορά του με την απονομή του Σταυρού του Φοίνικος από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο.

Ο Σπύρος Μελετζής απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 97 ετών, την Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2003.

Στο λεύκωμα του Μελετζή «Με τους αντάρτες στα βουνά», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1976 (ακολούθησε επανέκδοσή του το 1984), ήταν αφιερωμένο ένα άρθρο του Κώστα Σταματίου στα «Νέα» της 2ας Οκτωβρίου 1976.


«ΤΑ ΝΕΑ», 2.10.1976, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο εν λόγω δημοσίευμα, που έφερε τον τίτλο «Η εικονογραφία του αντάρτικου», ο Κώστας Σταματίου (1929-1991), ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, κριτικός (κινηματογράφου και βιβλίου) και μεταφραστής, έγραφε τα ακόλουθα για το «λαϊκό καλλιτέχνη» Σπύρο Μελετζή:


Απ’ ό,τι τουλάχιστον ξέρω, στο ελληνικό αντάρτικο της Κατοχής δεν υπήρξε όχι μόνο οργανωμένη κινηματογραφική υπηρεσία, αλλ’ ούτε καν φωτογραφική. Το γεγονός μοιάζει να επιβεβαιώνει ο καλλιτέχνης φωτογράφος Σπύρος Μελετζής, που, προλογίζοντας αυτοβιογραφικά το σπουδαίο άλμπουμ μοναδικών φωτογραφιών του «Με τους αντάρτες στα βουνά», γράφει πως η «διαφώτιση» τον θεωρούσε αυτόν τον ίδιο και τους τέσσερις ζωγράφους πούχανε βγει στ’ αντάρτικο —Γιολδάσης, Φέρτης, Μεγαλίδης και Σεμερτζίδης— «χαραμοφάηδες», αν όχι «ύποπτους»!


Είναι κι’ αυτό απ’ τα περίεργα της Ελληνικής Αντίστασης: εκατό χρόνια μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας, πενήντα χρόνια μετά την εφεύρεση του κινηματογράφου, η ηγεσία ενός τόσο τεράστιου λαϊκού κινήματος να μη σκεφτεί να διαφυλάξει σε «σελλυλόιντ» τις μοναδικές στιγμές της Ιστορίας του.

Βέβαια, προπολεμικά ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν ανύπαρκτος. Μηχανές λήψης όμως πρέπει να υπήρχαν, ερασιτέχνες κινηματογραφιστές επίσης. Το σπουδαιότερο, όμως, είναι πως ούτε καλλιτέχνες φωτογράφους, που αφθονούσαν ακόμα και στις επαρχιακές πόλεις, δεν σκέφτηκε κάποιος να επιστρατεύσει, οργανώνοντας μιαν ειδική υπηρεσία, όταν υπήρχαν, με άριστη μάλιστα λειτουργία, τόσες άλλες «βοηθητικές» των μαχόμενων τμημάτων.


Όπως μας λέει με «θεοφιλικήν» αφέλεια ο Σπύρος Μελετζής, απ’ το ’42 κιόλας ποθούσε να θέσει την κάμερά του στην υπηρεσία της Αντίστασης. Τον Αύγουστο κείνης της χρονιάς, όπου η πείνα θέριζε ακόμα την Αθήνα, βρέθηκε στην Ελασσόνα, με σκοπό να προμηθευτεί λίγα τρόφιμα για την οικογένειά του. Τόσος όμως ήταν ο πόθος του, που μόλις άκουσε εκεί για τους αντάρτες του Ολύμπου, ξέχασε και τρόφιμα και οικογένεια, δανείστηκε απόνα φίλο του γιατρό μια μηχανή κι’ ένα φιλμ κι’ ανέβηκε στα ψηλώματα και τις κορφές ν’ ανταμώσει τους πρώτους πολεμιστές.


Τους βρήκε να τρώνε για 17η μέρα κρέας ψητό στη σούβλα, τη μέρα να λαγοκοιμούνται και τη νύχτα ν’ αλλάζουνε βουνοκορφή, τους φωτογράφισε. Του είπε ένας: «Ε, φωτογράφε, δεν μας είπες, σ’ αρέσει η αντάρτικη ζωή; Τι λες, έρχεσαι μαζί μας; Όλο το βιος μας, όλη η περιουσία μας, είναι αυτές οι κάπες που φορούμε και τούτα τα ντουφέκια που κρατούμε. Έχουμε και 17 μέρες να φάμε μαγειρευτό φαγί και να κοιμηθούμε σε σπίτι. Σκληρή, πολύ σκληρή, φωτογράφε, είναι η ζωή του αντάρτη, μα πιο σκληρή κι’ ανυπόφορη είναι η σκλαβιά».


Τον Φλεβάρη του 1944, επιτέλους —ύστερα από μιαν άλλην αυθόρμητη εκστρατεία του Σπύρου Μελετζή στο αντάρτικο του Μωρηά—

«ο Σωτήρης, ο αδελφός του Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη), με ειδοποίησε πως πρέπει νάμαι έτοιμος για το ανέβασμά μου στο βουνό, δηλαδή στην Ελεύθερη Ελλάδα, και μάλιστα, όπως μου είπε, θα ήμουνα ο επίσημος φωτογράφος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Πριν δυο χρόνια περίμενα αυτό το μήνυμα και είχα πια απογοητευθεί, γιατί έβλεπα πως περνούσε ο καιρός κι’ εγώ που ήμουν φωτογράφος του ελληνικού υπαίθρου να κάθομαι στην Αθήνα και να μην ξέρω τι να κάνω. Είχα μπαφιάσει κυριολεκτικά… και λαχταρούσα βουνό, περιπέτεια, δράση».


Δεν του έλειψαν. Ο Σπύρος Μελετζής όργωσε την Ελεύθερη Ελλάδα, φωτογραφίζοντας αδιάκοπα, όλο το 1944, αντάρτες κι’ αντάρτισσες, μάχες και ξαποστάματα, επίσημους κι’ ανεπίσημους, αγνές πατριώτισσες που κουβαλούσαν στην πλάτη ολημερίς πυρομαχικά και τον αντάρτη-ιερομόναχο «καπετάν Ανυπόμονο», όλο το τελετουργικό της σύναξης του Εθνικού Συμβουλίου στους Κορυσχάδες, το καμένο Καρπενήσι και τη μάχη της σοδειάς, το συσσίτιο για τα παιδιά και τη λαϊκή δικαιοσύνη, το ξύρισμα του αντάρτη στο ύπαιθρο και την εκπαίδευση στη σχολή αξιωματικών του ΕΛΑΣ στη Ρεντίνα, γιορτές και παρελάσεις, πορτραίτα, πορτραίτα, τον Σβώλο, τον Σαράφη, τον Άρη — προπαντός τον Άρη, που τις αριστουργηματικές φωτογραφίες του κάνουμε σήμερα αφίσες…


Οι δυσκολίες που ο Μελετζής αντιμετώπισε ήταν τεράστιες. Πιο τεράστιος όμως ήταν ο ενθουσιασμός του, που —πάλι με γνήσια «θεοφιλικήν» αφέλεια— του επέτρεπε να συνδυάζει τη βαθύτατη πίστη του στον Χριστό —Αυτός τον γλύτωνε απ’ όλες τις κακοτοπιές, του τόχε τάξει…— με την ειλικρινή πίστη του στον Αγώνα, που υποτίθεται πως, μερικά τουλάχιστον, γίνονταν κάτω από το ζώδιο του Μαρξ!


Αλλά με την ίδια αγνότητα μοιάζει ν’ αντιμετώπιζε και την —ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας— δουλειά που έκανε στα βουνά:

«Ποτέ δεν μου πέρασε από τον νου πως θάταν δυνατό, παίρνοντας εγώ τότε εκείνες τις φωτογραφίες, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει θα έγραφα με τον φακό μου ιστορία. Ούτε ποτέ φαντάστηκα πως κάποτε θαρχόταν μια μέρα που οι φωτογραφίες μου αυτές θάταν τα πιο αδιάψευστα, τα πιο αληθινά ντοκουμέντα, που θα φανέρωναν ύστερα από τόσα χρόνια όλη αυτή τη δράση και τη δημιουργική πνοή, που πραγματοποιούνταν σε όλους τους τομείς και σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής στην Ελεύθερη Ελλάδα».


Κι’ είναι πράγματι οι κάπου 300 φωτογραφίες που κοσμούν το θαυμάσιο άλμπουμ του Σπύρου Μελετζή όχι μόνο «αληθινά ντοκουμέντα», αλλά κι’ αριστουργήματα της φωτογραφικής τέχνης — ιδιαίτερα αν ληφθούν υπ’ όψη οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες πάρθηκαν, εμφανίστηκαν, τυπώθηκαν. Κι’ όλα αυτά, «χωρίς πρόγραμμα και χωρίς καμμιά καθοδήγηση δική τους», της «διαφώτισης», που έλεγε με τη γνωστή ρωμαίικη – αριστερή στενοκεφαλιά

«πως έκαναν μεγάλο λάθος που μας ανέβασαν στο βουνό, γιατί, λέει, όλοι οι καλλιτέχνες —ζωγράφοι, φωτογράφοι, μουσικοί, θεατρικοί συγγραφείς— είμαστε χαραμοφαγάδες, και ότι τίποτε δεν προσφέραμε στον αγώνα».


Άκαμπτος όμως από τις κομματικές αναστολές, ο Σπύρος Μελετζής θα βρει μόνος τον δρόμο του: «Το ρίξαμε λοιπόν ο ζωγράφος Σεμερτζίδης κι’ εγώ στο αντάρτικο μέσα στο αντάρτικο και προσπαθούσαμε να βρούμε και να συνειδητοποιήσουμε γιατί ανεβήκαμε στο βουνό και ποιος ήταν ο προορισμός μας».


Ο Σπύρος Μελετζής, όπως μαρτυρούν οι 300 φωτογραφίες-ντοκουμέντα του, τον βρήκε. Θα μπορούσαμε να του πούμε, όπως ο φίλος και προστάτης του Χριστός: «Φωτογράφε, η πίστις σου σέσωκέ σε». Ανήκεις στην Ιστορία.

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Σπύρος Μελετζής (ανάμεσα στους ορθίους, δεύτερος από αριστερά) μαζί με άλλους Ελασίτες (πηγή: «ΤΑ ΝΕΑ», 26.11.1985, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).