Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Σαββόπουλος, Ξαρχάκος: Ο τιτάνιος Βασίλης Τσιτσάνης με δικά τους λόγια
«Θα 'θελα να 'μαι ένας ταπεινός μαθητής του. Ο Τσιτσάνης είναι ο Θεόφιλος της λαϊκής μας μουσικής» είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον άνδρα που γεννήθηκε και πέθανε σαν σήμερα ορίζοντας ρεμπέτισσες ψυχές
Σαν σήμερα, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Η 18η Ιανουαρίου δεν μπορεί να είναι μια τυπική ημέρα στο καλεντάρι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, όχι. Είναι μια ημερομηνία που ως άλλος συμπαντικός κύκλος άνοιξε και έκλεισε με την ίδια ακριβώς ιεροτελεστία με μουσική υπόκρουση μία από τις δημιουργίες του σπουδαίου Τρικαλινού, γιου τσαρουχά. Του Βασίλη Τσιτσάνη.
Ο Τσιτσάνης, συνθέτης, στιχουργός, ουσιαστικά δημιουργός, που κατάφερε να μεταστοιχειώσει τον ήχο του περιθωρίου σε εθνική ταυτότητα, γεννήθηκε και έφυγε από τη ζωή την ίδια ημέρα, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που αποτελεί το αδιαμφισβήτητο μέτρο της πολιτιστικής μας ιθαγένειας.
Ως φόρο τιμής, μέσα από τις μαρτυρίες των κορυφαίων της διανόησης και τα δικά του αφοπλιστικά λόγια, παρακάτω ένα πορτρέτο του καλλιτέχνη που καλωσόρισε τον λαϊκό καημό και τον παρέδωσε στην αθανασία.
Ως αρχιτέκτονας του λαϊκού οικοδομήματος ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ο πρώτος μεταξύ ίσων της μεγάλης σχολής των δημιουργών που θεσμοθέτησαν το λαϊκό τραγούδι. Δεν οικειοποιήθηκε ποτέ εμπνεύσεις άλλων· αντίθετα, ο ίδιος χάραζε καινούργιους δρόμους, δίνοντας το στίγμα της πρωτοπορίας σε μια εποχή που το μπουζούκι θεωρούνταν ακόμα «όργανο της ανομίας».
Ο Μίκης Θεοδωράκης, αποχαιρετώντας τον, διατύπωσε μια αλήθεια που παραμένει αναλλοίωτη: «Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ο μεγαλύτερος δημιουργός λαϊκών τραγουδιών στη χώρα μας. Τα τραγούδια του ταυτίστηκαν με την ψυχή, τις μνήμες και τις λαχτάρες του λαού μας. Έγιναν μία από τις κύριες εκφράσεις της σύγχρονης καλλιτεχνικής του μεγαλοφυΐας. Χωρίς τον Τσιτσάνη η σημερινή Ελλάδα θα ήταν διαφορετική. Θα ήταν φτωχότερη. Το τραγούδι του Τσιτσάνη είναι η Ελλάδα και όσο θα υπάρχουν Έλληνες ο Τσιτσάνης θα ζει μαζί τους».
Η παρέμβαση του Τσιτσάνη στον ελληνικό πολιτισμό δεν περιορίστηκε στη λαϊκή κατανάλωση, αλλά προκάλεσε σεισμικές δονήσεις στους κύκλους της διανόησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις, αναλύοντας τη δομή της Αρχόντισσας, ενός τραγουδιού που γράφτηκε λίγο πριν τον πόλεμο του ’40, ανέδειξε την παγκόσμια διάσταση του δημιουργού. «Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς» θα πει.
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης, αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια στα Τρίκαλα, αποκάλυπτε τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετώπιζε ένας μουσικός της εποχής.
«Με φωνάζει μια μέρα ο πατέρας μου και μου λέει πως η μουσική σ’ ελευθερώνει και σε κρατάει ζωντανό αλλά όποιος έχει στα χέρια του αυτό το όργανο τον περιφρονούν. Τον αγαπούσα και τον σεβόμουν γι’ αυτό κοιτούσα το σχολείο μου και το βιολί. Όμως σαν παιδί είχα κι εγώ τα δικά μου. Μαζί με φίλους πηγαίναμε συχνά στους μπαξέδες κι από μακριά, κρυμμένοι πίσω από θάμνους, βλέπαμε κι ακούγαμε τα περίεργα τραγούδια των φαντάρων» θα πει. Αυτή η περιφρόνηση μετατράπηκε σε έναν αδιανόητο μόχθο για την κατάκτηση της τελειότητας.
«Θα ‘θελα να ‘μαι ένας ταπεινός μαθητής του. Ο Τσιτσάνης είναι ο Θεόφιλος της λαϊκής μας μουσικής»
Βασίλης Τσιτσάνης και Μίκης Θεοδωράκης
Όπως εξομολογήθηκε στον Λευτέρη Παπαδόπουλο τον Απρίλιο του 1972: «Ουδείς μπορεί πλέον να αναστήσει το λαϊκό τραγούδι. Για να γίνει αυτό πρέπει να γεννηθεί ένα «φαινόμενο». Γιατί σήμερα υπάρχουν 1000 μπουζουξήδες αλλά όλοι αυτοί είναι «μηχανικοί». Πηγαίνουν για το μεροκάματο και μόνο. Δεν ενδιαφέρονται για το τραγούδι… Λαϊκό τραγούδι χωρίς πόνο και μόχθο γίνεται;».
Ο Τσιτσάνης υπήρξε ένας «πρύτανης» της διδασκαλίας και της εργασίας. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος περιγράφει με δέος την καθημερινότητά του, η οποία ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια. «Για όλους αυτούς τους καλλιτέχνες, τους δημιουργούς και ιδιαίτερα για τον Τσιτσάνη, τρέφω απεριόριστο θαυμασμό. Γιατί δεν ήταν μόνο συνθέτες. Ήταν και εκτελεστές. Γράφανε, κατά κανόνα, και τα λόγια των τραγουδιών. Και γραμμοφωνούσαν. Και δούλευαν στο πάλκο, κάθε νύχτα, σχεδόν ως το πρωί, επί δεκαετίες! Μπουζούκι, τραγούδι, τσιγάρο, ξενύχτι, λίγος ύπνος και μετά σύνθεση, στιχουργική, οργάνωση ορχήστρας και φωνοληψία, τουλάχιστον με 5-6 ώρες, στο στούντιο, για τους δίσκους!».
Για τον Ηπειρώτη λυρικό μυσταγωγό της ελληνικής ψυχής, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε πει:
«Αυτός ο άνθρωπος πήρε μια μουσική από τον υπόκοσμο και την «μπόλιασε» με την αθηναϊκή καντάδα, τα σμυρναίικα, τα νησιωτικά, με το δημοτικό τραγούδι, ακόμη και την κλασική μουσική. Έτσι βγήκε μες απ την ψυχή του το τραγούδι που μπήκε στις ψυχές όλων μας» είχε πει ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Ηπειρώτη σε καταγωγή μυσταγωγό της ελληνικής λυρικής ψυχής.
«Μες τον εμφύλιο είδε να ανεβαίνουν στην πίστα του τότε μικρού του μαγαζιού και να χορεύουν, σαν μαγεμένοι, αδερφωμένοι…Αριστεροί, δεξιοί , πλούσιοι, φτωχοί , εργάτες , φοιτητές…Καλοί και κακοί. Μέσα στην χειρότερη στιγμή του εμφυλίου, είδε να ανεβαίνει στην πίστα του κυριολεκτικά όλη η Ελλάδα και να ενώνει επιτέλους τα βήματα της, σε ένα κοινό ρυθμό και σε ένα κοινό σκοπό που ξεπερνούσε κάθε εμφύλιο. Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι η μόνη ελληνική επανάσταση που πέτυχε και μάλιστα χωρίς να το ξέρει. Και μάλιστα χωρίς να γίνει ποτέ καθεστώς.
Ένωσε ανατολή και Δύση, παράδοση και νεοτερικότητα. Με την μουσική του συνένωσε πράγματα ανόμοια και αντίθετα μεταξύ τους. Αυτό θα πει συνθέτης. Ένας ευλογημένος άνθρωπος και συμφιλιωτής. Αυτό που κατόρθωσε ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν το κατόρθωσε ακόμα ο πολιτικός μας βίος. Είναι στιγμές που σκέφτομαι ότι η εποχή μας χρειάζεται μάλλον συνθέτες με την ευρύτερη έννοια, παρά καθοδηγητές. Ο Τσιτσάνης ευλογήθηκε να δει τα τραγούδια μιας παρέας, της παρέας του, να γίνονται εθνικοί ύμνοι.
Ήταν ένας άνθρωπος αφιερωμένος. Ανέβηκε νέος στο πάλκο για να πει τα τραγούδια του, και δεν κατέβηκε παρά για να πεθάνει στα γεράματά του. Με το θάνατό του χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο. Κερδίσαμε όμως κι έναν δικό μας άνθρωπο, κυρίως εμείς οι άνθρωποι του ελληνικού τραγουδιού, μεσολαβητή ανάμεσα σε εμάς και τους βασιλιάδες του ουρανού».
«Αυτό θα πει συνθέτης. Ένας ευλογημένος άνθρωπος και συμφιλιωτής. Αυτό που κατόρθωσε ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν το κατόρθωσε ακόμα ο πολιτικός μας βίος»
Ο Τσιτσάνης με τη Σωτηρία Μπέλλου. Η συνεργασία τους ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 40, με αποκορύφωμα της το τραγούδι Συννεφιασμένη Κυριακή. Από το 1973 και για μια δεκαετία, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1983 που ο Τσιτσάνης ανέβηκε για τελευταία φορά στο πάλκο, εμφανίζονταν στο Χάραμα.
Ο Τσιτσάνης ως έμπνευση, όνειρο, και αντικείμενο μελέτης, κατέκτησε ουρανό και Γη.
«Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη» είχε πει για τον Τρικαλινό μαέστρο της λαϊκής πνοής ο Θεοδωράκης ενώ ο Γιάννης Τσαρούχης, με τη γνωστή ικανότητά του να συμπυκνώνει νοήματα σε λίγες μόλις λέξεις, θα πει: «Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό».
«Ο Τσιτσάνης έγραψε αριστουργήματα αλλά εμένα μου αρέσουν αυτά που έγραψε μέχρι τα 25 του χρόνια» σχολίασε για τον Τσιτσάνη ο επί χρόνια μελετητής του, Σταύρος Ξαρχάκος. «Τα κοινωνικά τραγούδια του Τσιτσάνη έχουν μια τεράστια αντιστοιχία με ότι συμβαίνει σήμερα. Ποιο είναι το μυστικό του Τσιτσάνη; Το ψάχνω τόσα χρόνια. Όταν αναλύω μουσικά το έργο του, φτάνω στο απλό συμπέρασμα ότι μία είναι η γλώσσα της μουσικής. Μια πηγαία σύλληψη του Τσιτσάνη που μας δίνει ένα τραγούδι – διαμάντι τριών λεπτών θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κι ένα συμφωνικό έργο. Στην ουσία, λοιπόν, όταν οι ψυχές συγγενεύουν ο Τσιτσάνης συνομιλεί με τον Μπαχ, τον Μάλερ, τον Σμέτανα, τον Σοπέν, τον Λιστ, τον Μάνο Χατζιδάκι αλλά και τους μαύρους που τραγουδούσαν τα δικά τους ντέρτια στις όχθες του Μισσισιπή».
«Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»
Οχυρωμένος στο Χάραμα της Καισαριανής, ο Τσιτσάνης παρέμεινε άσβεστος φάρος εκεί μέχρι το τέλος, δίνοντας το μέτρο σε μπερδεμένους καιρούς. Εκεί ηχογράφησε το 1980 τον περίφημο δίσκο του για την Ουνέσκο, εκεί «κοινώνησε» την ουσία του τραγουδιού σε φοιτητές, ηθοποιούς και εργάτες.
Ο θάνατός του στο Λονδίνο το 1984, ανήμερα των γενεθλίων του, σφράγισε το πεπρωμένο ενός ανθρώπου που όταν ρωτήθηκε το 1977 για την προσφορά του απάντησε: «Δεν ξέρω τι πρόσφερα, ξέρω όμως, όπως το ξέρουν όλοι, ότι με έφαγε το σανίδι του πάλκου, ότι σαράντα ολόκληρα χρόνια μού ‘φαγε η νύχτα την καρδιά». Η ιστορία έδωσε την ετυμηγορία της, η εδραία πραγματικότητα είναι πως ο Τσιτσάνης δεν έφυγε ποτέ.
- Συναγερμός για μεγάλη πυρκαγιά σε εργοστάσιο στις Αχαρνές
- Δεκατρία σιδηροδρομικά δυστυχήματα με νεκρούς στην Ισπανία από τις αρχές του αιώνα
- Συρία: Ο επικεφαλής των κουρδικών δυνάμεων επιβεβαιώνει τη συμφωνία εκεχειρίας που ανακοίνωσε ο αλ Σάρα
- Η Γερμανία ζητά απάντηση από την ΕΕ στους νέους δασμούς του Τραμπ και θέτει θέμα για την εμπορική συμφωνία
- Ιαπωνία: Η μεγαλύτερη εταιρεία σάλτσας σόγιας αποκτά …γεύση για deals
- Αερομεταφορές: Η κούρσα για την επόμενη γενιά κινητήρων τζετ



