Ο ηγέτης της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ (φωτογραφία αρχείου, επάνω, από EPA/Mark R Cristino), λέει ότι προετοιμάζεται για πόλεμο. Κατά την ετήσια συνεδρίαση του κοινοβουλίου της Κίνας και του ανώτατου πολιτικού συμβουλευτικού της οργάνου τον Μάρτιο, ο Σι ενέπλεξε το θέμα της πολεμικής ετοιμότητας σε τέσσερις ξεχωριστές ομιλίες, λέγοντας σε μια εξ αυτών στους στρατηγούς του να «τολμήσουν να πολεμήσουν».

Αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού

Η κυβέρνησή του επίσης ανακοίνωσε αύξηση κατά 7,2% του αμυντικού προϋπολογισμού της Κίνας, ο οποίος έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, καθώς και σχέδια για να καταστεί η χώρα λιγότερο εξαρτημένη από τις εισαγωγές ξένων σιτηρών.

Και τους τελευταίους μήνες, το Πεκίνο παρουσίασε νέους νόμους για τη στρατιωτική ετοιμότητα, νέα καταφύγια για αεροπορικές επιδρομές σε πόλεις απέναντι από τα στενά της Ταϊβάν, και νέα γραφεία «Κινητοποίησης της Εθνικής Αμυνας» σε όλη τη χώρα, γράφει σε ανάλυσή του το Foreign Affairs.

Είναι πολύ νωρίς για να πούμε με βεβαιότητα τι σημαίνουν αυτές οι εξελίξεις. Η σύγκρουση δεν είναι βέβαιη ή επικείμενη. Αλλά κάτι έχει αλλάξει στο Πεκίνο, το οποίο οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι επιχειρηματίες παγκοσμίως δεν έχουν την πολυτέλεια να αγνοήσουν. Αν ο Σι λέει ότι ετοιμάζεται για πόλεμο, θα ήταν ανόητο να μην τον πιστέψουμε.

Το πρώτο σημάδι

Το πρώτο σημάδι ότι οι φετινές συνεδριάσεις του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου και της Πολιτικής Συμβουλευτικής Διάσκεψης του Κινεζικού Λαού – γνωστές ως οι «δύο σύνοδοι» επειδή και τα δύο όργανα συνεδριάζουν ταυτόχρονα – θα μπορούσαν να μην είναι συνηθισμένες, ήρθε την 1η Μαρτίου όταν το κορυφαίο θεωρητικό περιοδικό του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) δημοσίευσε ένα δοκίμιο με τίτλο «Υπό την καθοδήγηση της σκέψης του Σι Τζινπίνγκ για την ενίσχυση του στρατού, θα προχωρήσουμε νικηφόρα».

Το δοκίμιο εμφανίστηκε με το όνομα «Jun Zheng» – ένα ομώνυμο για τη «στρατιωτική κυβέρνηση» που πιθανώς αναφέρεται στο κορυφαίο στρατιωτικό όργανο της Κίνας, την Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή – και υποστήριξε ότι «ο εκσυγχρονισμός της εθνικής άμυνας και του στρατού πρέπει να επιταχυνθεί».

Ζητούσε επίσης την εντατικοποίηση της Στρατιωτικής-Πολιτικής Συγχώνευσης, της πολιτικής του Σι που απαιτεί από ιδιωτικές εταιρείες και πολιτικά ιδρύματα να υπηρετήσουν την προσπάθεια του στρατιωτικού εκσυγχρονισμού της Κίνας.


Στρατιώτες του PLA (φωτογραφία AP Photo/Kin Cheung)

Και παραπέμποντας σε μια ομιλία που εκφώνησε ο Σι προς τους στρατιωτικούς ηγέτες της Κίνας τον Οκτώβριο του 2022, άφηνε ελαφρώς συγκαλυμμένες αιχμές κατά των Ηνωμένων Πολιτειών:

«Ενόψει των πολέμων που μπορεί να μας επιβληθούν, πρέπει να μιλάμε στους εχθρούς σε μια γλώσσα που καταλαβαίνουν και να χρησιμοποιούμε τη νίκη για να κερδίσουμε την ειρήνη και τον σεβασμό. Στη νέα εποχή, ο Λαϊκός Στρατός επιμένει στη χρήση βίας για να σταματήσουν οι μάχες.

»Ο στρατός μας φημίζεται για το ότι είναι καλός στις μάχες και έχει ισχυρό μαχητικό πνεύμα. Με κεχρί και τουφέκια, νίκησε τον στρατό του Kuomintang που ήταν εξοπλισμένος με αμερικανικό εξοπλισμό.

Φαντάσματα που δακρύζουν…

»Νίκησε τον νούμερο ένα εχθρό του κόσμου οπλισμένο μέχρι τα δόντια στο κορεατικό πεδίο μάχης και κατάφερε πανίσχυρα και μεγαλοπρεπή στρατιωτικά πλήγματα που συγκλόνισαν τον κόσμο και έκαναν φαντάσματα και θεούς να δακρύσουν».

Ακόμη και πριν τη δημοσίευση του δοκιμίου, υπήρχαν ενδείξεις ότι οι κινέζοι ηγέτες θα μπορούσαν να σχεδιάζουν μια πιθανή σύγκρουση.

Τον Δεκέμβριο, το Πεκίνο δημοσίευσε έναν νέο νόμο που θα επέτρεπε στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (People’s Liberation Army -PLA) να ενεργοποιεί ευκολότερα τις εφεδρικές του δυνάμεις και θεσμοθέτησε ένα σύστημα αναπλήρωσης των μάχιμων στρατευμάτων σε περίπτωση πολέμου.

Τέτοια μέτρα, όπως σημείωσαν οι αναλυτές Lyle Goldstein και Nathan Waechter, υποδηλώνουν ότι ο Σι μπορεί να έχει αντλήσει μαθήματα σχετικά με τη στρατιωτική κινητοποίηση, από τις αποτυχίες του προέδρου της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, στην Ουκρανία.

Ο νόμος που διέπει τους στρατιωτικούς εφέδρους δεν είναι η μόνη νομική αλλαγή που παραπέμπει στις προετοιμασίες του Πεκίνου.

Τον Φεβρουάριο, το κορυφαίο συμβουλευτικό όργανο του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου ενέκρινε την Απόφαση για την Προσαρμογή της Εφαρμογής Ορισμένων Διατάξεων του [κινεζικού] Ποινικού Δικονομικού Νόμου στον Στρατό κατά τη Διάρκεια του Πολέμου.

Σύμφωνα με την κρατική εφημερίδα People’s Daily, η απόφαση δίνει στην Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή την εξουσία να προσαρμόζει τις νομικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένης της «δικαιοδοσίας, της υπεράσπισης και της εκπροσώπησης, των αναγκαστικών μέτρων, της εξέτασης υποθέσεων, της έρευνας, της δίωξης, της δίκης, και της εκτέλεσης των ποινών».

Κατασκευάζουν καταφύγια

Αν και είναι αδύνατο να προβλεφθεί πώς θα χρησιμοποιηθεί, θα μπορούσε να αποτελέσει όπλο για τη στοχοποίηση ατόμων που αντιτίθενται στην κατάληψη της Ταϊβάν.

Ο PLA θα μπορούσε επίσης να τη χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει νομική δικαιοδοσία επί ενός δυνητικά κατεχόμενου εδάφους όπως η Ταϊβάν.

Ή το Πεκίνο θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για να υποχρεώσει τους κινέζους πολίτες να υποστηρίξουν τις αποφάσεις του κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Από τον Δεκέμβριο, η κινεζική κυβέρνηση έχει επίσης ανοίξει μια σειρά από γραφεία Κινητοποίησης της Εθνικής Αμυνας – ή κέντρα στρατολόγησης – σε όλη τη χώρα, μεταξύ άλλων στο Πεκίνο, τη Φουτζιάν, τη Χουμπέι, τη Χουνάν, την Εσωτερική Μογγολία, τη Σαντόνγκ, τη Σαγκάη, τη Σιτσουάν, το Θιβέτ, και τη Γουχάν.

Ταυτόχρονα, οι πόλεις της επαρχίας Φουτζιάν, απέναντι από τα στενά της Ταϊβάν, έχουν αρχίσει να κατασκευάζουν ή να αναβαθμίζουν καταφύγια αεράμυνας και τουλάχιστον ένα «νοσοκομείο έκτακτης ανάγκης σε καιρό πολέμου», σύμφωνα με τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.


Ο στρατηγικός διηπειρωτικός πυρηνικός πύραυλος Dongfeng-41 της Κίνας (φωτογραφία AP)

Τον Μάρτιο, η Φουτζιάν και αρκετές πόλεις της επαρχίας άρχισαν να εμποδίζουν τις διευθύνσεις IP (internet protocol) του εξωτερικού να έχουν πρόσβαση σε κυβερνητικούς ιστότοπους, ενδεχομένως για να εμποδίσουν την παρακολούθηση των πολεμικών προετοιμασιών της Κίνας.

Η μαύρη λίστα των ακτιβιστών

Αν αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν μια αλλαγή στον τρόπο σκέψης του Πεκίνου, οι συνεδριάσεις των δύο συνόδων στις αρχές Μαρτίου σχεδόν την επιβεβαίωσαν.

Μεταξύ των προτάσεων που συζητήθηκαν από την Πολιτική Συμβουλευτική Διάσκεψη του Κινεζικού Λαού – το συμβουλευτικό όργανο – ήταν ένα σχέδιο για τη δημιουργία μιας μαύρης λίστας ακτιβιστών και πολιτικών ηγετών που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας στην Ταϊβάν.

Το σχέδιο, το οποίο κατατέθηκε από τον δημοφιλή υπερεθνικιστή μπλόγκερ Zhou Xiaoping, θα επέτρεπε τη δολοφονία των ατόμων που περιέχονται στη μαύρη λίστα – συμπεριλαμβανομένου του αντιπροέδρου της Ταϊβάν, William Lai Ching-te – αν δεν αναθεωρήσουν τις απόψεις τους.

Ο Zhou δήλωσε αργότερα στην εφημερίδα Ming Pao του Χονγκ Κονγκ ότι η πρότασή του είχε γίνει δεκτή από τη διάσκεψη και «διαβιβάστηκε στις αρμόδιες Αρχές για αξιολόγηση και εξέταση».

Προτάσεις όπως του Zhou δεν έρχονται τυχαία. Το 2014, ο Σι επαίνεσε τον Zhou για τη «θετική ενέργεια» των παραπόνων του κατά της Ταϊβάν και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Επίσης, στις συνεδριάσεις των δύο συνόδων, ο απερχόμενος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ, ανακοίνωσε στρατιωτικό προϋπολογισμό ύψους 1,55 τρισεκατομμυρίων γουάν (περίπου 224,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων) για το 2023, μια αύξηση 7,2% από πέρυσι.

«Προετοιμασίες για πόλεμο»

Ο Λι, επίσης, ζήτησε αυξημένες «προετοιμασίες για πόλεμο». Οι δυτικοί εμπειρογνώμονες πιστεύουν εδώ και καιρό ότι η Κίνα δηλώνει λιγότερες από τις πραγματικές αμυντικές της δαπάνες.

Το 2021, για παράδειγμα, το Πεκίνο ισχυρίστηκε ότι δαπάνησε 209 δισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα, αλλά το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη, της Στοκχόλμης, ανέβασε το πραγματικό ποσό στα 293,4 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ακόμη και ο επίσημος κινεζικός αριθμός υπερβαίνει τις στρατιωτικές δαπάνες όλων των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ειρηνικό μαζί (Αυστραλία, Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Νότια Κορέα, και Ταϊλάνδη), και είναι σίγουρο ότι η Κίνα δαπανά σημαντικά περισσότερα από όσα λέει.

Αλλά οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές των συνεδριάσεων των δύο συνόδων, ίσως αναμενόμενα, αφορούσαν τον ίδιο τον Σι. Ο κινέζος ηγέτης εκφώνησε συνολικά τέσσερις ομιλίες – μια στους αντιπροσώπους της Πολιτικής Συμβουλευτικής Διάσκεψης του Κινεζικού Λαού, δύο στο Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο, και μια σε στρατιωτικούς και παραστρατιωτικούς ηγέτες.

Ζοφερό γεωπολιτικό τοπίο

Σε αυτές περιέγραψε ένα ζοφερό γεωπολιτικό τοπίο, ξεχώρισε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αντίπαλο της Κίνας, προέτρεψε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να υπηρετήσουν τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς στόχους της, και επανέλαβε ότι θεωρεί την ένωση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική χώρα ζωτικής σημασίας για την επιτυχία της ιδιαίτερης πολιτικής του που στοχεύσει στην επίτευξη της «μεγάλης αναζωογόνησης του κινεζικού έθνους».

Στην πρώτη του ομιλία στις 6 Μαρτίου, ο Σι φάνηκε να προετοιμάζει τη βιομηχανική βάση της Κίνας για αγώνες και συγκρούσεις. «Την επόμενη περίοδο, οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε θα αυξηθούν και θα γίνουν πιο σοβαρές», προειδοποίησε.


Κινεζικό αεροπλανοφόρο με συνοδεία πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών (φωτογραφία Reuters)

«Μόνο όταν όλοι οι άνθρωποι σκέφτονται σε ένα μέρος, εργάζονται σκληρά σε ένα μέρος, βοηθούν ο ένας τον άλλον στην ίδια βάρκα, ενώνονται ως ένας, τολμούν να αγωνιστούν, και είναι καλοί στο να αγωνίζονται, μπορούν να συνεχίσουν να κερδίζουν νέες και μεγαλύτερες νίκες».

Για να βοηθήσει το ΚΚΚ να επιτύχει αυτές τις «μεγαλύτερες νίκες», υποσχέθηκε να «καθοδηγήσει σωστά» τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να επενδύσουν σε έργα που το κράτος έχει θέσει σε προτεραιότητα.

Ο Σι κατακεραύνωσε επίσης ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ομιλία του, βάζοντας τέλος στην πρακτική του να μην κατονομάζει την Ουάσιγκτον ως αντίπαλο παρά μόνο σε ιστορικό πλαίσιο. Περιέγραψε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους ως τις κύριες αιτίες των σημερινών προβλημάτων της Κίνας.

«Οι δυτικές χώρες με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εφαρμόσει τον περιορισμό απ’ όλες τις κατευθύνσεις, την περικύκλωση και την καταστολή εναντίον μας, γεγονός που έχει θέσει πρωτοφανείς σοβαρές προκλήσεις στην ανάπτυξη της χώρας μας», είπε.

Ενώ η κυβέρνηση του αμερικανού προέδρου, Τζο Μπάιντεν, έχει δώσει έμφαση στα «προστατευτικά στηρίγματα» και σε άλλα μέσα επιβράδυνσης της επιδείνωσης των σχέσεων ΗΠΑ – Κίνας, το Πεκίνο προετοιμάζεται σαφώς για μια νέα, πιο συγκρουσιακή εποχή.

Το όραμα της κινεζικής αυτάρκειας

Στις 5 Μαρτίου, ο Σι εκφώνησε μια δεύτερη ομιλία, παρουσιάζοντας το όραμα της κινεζικής αυτάρκειας, που προχώρησε πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη συζήτηση επί του θέματος, λέγοντας ότι η πορεία της Κίνας προς τον εκσυγχρονισμό εξαρτάται από τη διακοπή της τεχνολογικής εξάρτησης από τις ξένες οικονομίες – δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες βιομηχανικές δημοκρατίες.

Ο Σι είπε επίσης ότι θέλει η Κίνα να τερματίσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές σιτηρών και βιομηχανικών προϊόντων. «Σε περίπτωση που μας λείψει ένα από τα δύο, η διεθνής αγορά δεν θα μας προστατεύσει», δήλωσε.

Ο Λι, ο απερχόμενος πρωθυπουργός, τόνισε το ίδιο σημείο στην ετήσια «έκθεση εργασίας» της κυβέρνησής του την ίδια ημέρα, λέγοντας ότι το Πεκίνο πρέπει «να κρατήσει αδιάκοπα τα μπολ ρυζιού για περισσότερους από 1,4 δισεκατομμύρια Κινέζους σταθερά στα δικά τους χέρια».

Η Κίνα εξαρτάται σήμερα από τις εισαγωγές για περισσότερο από το ένα τρίτο της καθαρής κατανάλωσης τροφίμων.

Στην τρίτη ομιλία του, στις 8 Μαρτίου, σε εκπροσώπους του PLA και της Λαϊκής Ενοπλης Αστυνομίας, ο Σι δήλωσε ότι η Κίνα πρέπει να επικεντρώσει τις προσπάθειές της για καινοτομία στην ενίσχυση της εθνικής άμυνας και να συγκροτήσει ένα δίκτυο εθνικών εφεδρικών δυνάμεων που θα μπορούσαν ν’ αξιοποιηθούν σε καιρό πολέμου.

«Η ενοποίηση της πατρίδας»

Ζήτησε επίσης εκστρατεία «Εθνικής Αμυντικής Εκπαίδευσης» για να ενώσει την κοινωνία πίσω από τον PLA, επικαλούμενος ως έμπνευση το Κίνημα Διπλής Υποστήριξης, μια επιχείρηση του 1943 από τους κομμουνιστές για την στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας στην κύρια περιοχή τους στη Yan’an.

Στην τέταρτη ομιλία του (και πρώτη ως προέδρου στην τρίτη θητεία του), στις 13 Μαρτίου, ο Σι ανακοίνωσε ότι η «ουσία» της μεγάλης εκστρατείας αναζωογόνησης ήταν «η ενοποίηση της πατρίδας».


Στιγμιότυπο από στρατιωτική παρέλαση στο Πεκίνο (φωτογραφία AP/Mark Schiefelbein)

Αν και έχει υπαινιχθεί τη σύνδεση μεταξύ της απορρόφησης της Ταϊβάν και της πολυδιαφημισμένης εκστρατείας του να καταστήσει, ουσιαστικά, την Κίνα ξανά μεγάλη, σπάνια, αν όχι ποτέ, το έχει διατυπώσει με τόση σαφήνεια.

Παίρνοντας τον Σι στα σοβαρά

Είναι πλέον ξεκάθαρο και σημαντικό, μετά από δέκα χρόνια διακυβέρνησης του Σι, ότι πρέπει να τον παίρνουμε στα σοβαρά – κάτι που πολλοί αμερικανοί αναλυτές δυστυχώς δεν κάνουν.

Οταν ξεκίνησε μια σειρά επιθετικών εκστρατειών κατά της διαφθοράς, των ιδιωτικών επιχειρήσεων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, και των τομέων της ιδιοκτησίας και της τεχνολογίας, πολλοί αναλυτές προέβλεψαν ότι οι εκστρατείες αυτές θα ήταν βραχύβιες.

Αλλά άντεξαν. Το ίδιο ίσχυε και για τη δρακόντεια πολιτική του Μηδενικής COVID για τρία χρόνια – μέχρι που αναγκάστηκε απρόσμενα ν’ αντιστρέψει την πορεία του στα τέλη του 2022.

Ο Σι εντείνει τώρα μια δεκαετή εκστρατεία για να διακόψει βασικές οικονομικές και τεχνολογικές εξαρτήσεις από τον, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, δημοκρατικό κόσμο. Το κάνει αυτό εν αναμονή μιας νέας φάσης ιδεολογικής και γεωστρατηγικής «μάχης», όπως το θέτει ο ίδιος.

Τα μηνύματά του σχετικά με την προετοιμασία του πολέμου και η εξίσωση της εθνικής αναζωογόνησης με την ενοποίηση, σηματοδοτούν μια νέα φάση στην εκστρατεία των πολιτικών εχθροπραξιών του για τον εκφοβισμό της Ταϊβάν.

Είναι σαφώς πρόθυμος να χρησιμοποιήσει βία για να καταλάβει το νησί. Αυτό που παραμένει ασαφές είναι αν πιστεύει ότι μπορεί να το πραγματοποιήσει χωρίς να διακινδυνεύσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.