Αποσπάσματα από ανακοίνωση που εξέδωσε η ΟΛΜΕ στις 20/7/2021 με τίτλο «Νέο αντικεπαιδευτικό (sic) – αντιδραστικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης»:

[…] Αντί για μέτρα θωράκισης της υγείας, το ΥΠΑΙΘ οικοδομεί ένα σχολείο διαφορετικών ταχυτήτων, ένα σχολείο χορηγών, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που οξύνει τις μορφωτικές ανισότητες και εντείνει τους φραγμούς στη μόρφωση σε βάρος των πιο αδύναμων μαθητών και μαθητριών. Ιδιωτικοποιεί ακόμα περισσότερο Δημόσια Εκπαίδευση. Οικοδομεί βήμα προς βήμα ένα σχολείο από το οποίο εξοβελίζονται πλήρως η δημοκρατία και η αξιοκρατία, η συλλογικότητα, η συμμετοχή και η συνεργασία, το παιδαγωγικό πλαίσιο και οι αρχές και υποκαθίστανται από συγκεκαλυμμένες πελατειακές σχέσεις. Ένα σχολείο στο οποίο κυριαρχεί η γραφειοκρατία, ο συγκεντρωτισμός και εντατικοποιείται η εργασία. Πάνω απ’ όλα όμως επιβάλλεται ο απόλυτος και ασφυκτικός έλεγχος των εκπαιδευτικών και του έργου τους, ενώ ανοίγει ο δρόμος για ευρύτερες ανατροπές στα εργασιακά μας δικαιώματα.

[…]

Πρώτος πυλώνας του νέου αντιεκπαιδευτικού ν/σ αποτελεί η λεγόμενη «αυτονομία» της σχολικής μονάδας. Με όχημα την «αυτονομία» και με πρόσχημα την «αύξηση των βαθμών ελευθερίας στα σχολεία», όπως δημαγωγικά υπαινίσσεται το ΥΠΑΙΘ, προωθούνται βαθιές και αντιδραστικές τομές σε παιδαγωγικό επίπεδο. Το λεγόμενο πολλαπλό βιβλίο, οι «εναλλακτικές μορφές» και η «ευελιξία» στην αξιολόγηση των μαθητών, δεν θα προάγουν την εκπαιδευτική και παιδαγωγική λειτουργία στα σχολεία. Αντίθετα έρχονται να φορτώσουν ακόμα περισσότερες ευθύνες στις πλάτες των εκπαιδευτικών, να χρεώσουν σ’ αυτούς τα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής πράξης.

[…]

Δεύτερος πυλώνας του ν/σ αποτελεί η περιβόητη «ατομική αξιολόγηση» του εκπαιδευτικού, η οποία αποτελεί διαχρονικό πόθο των κυβερνήσεων εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, που παρέμεινε ανεκπλήρωτος χάρη στην σθεναρή αντίσταση του εκπαιδευτικού κινήματος.

Η «ατομική αξιολόγηση» αποτελεί συνέχεια της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων που συνάντησε την καθολική αντίθεση των εκπαιδευτικών. Προβλέπει ένα εξοντωτικό γραφειοκρατικό πλέγμα αξιολόγησης δύο φάσεων από τον διευθυντή του σχολείου και τους συμβούλους εκπαίδευσης. Κάθε εκπαιδευτικός θα συνοδεύεται από ένα ηλεκτρονικό ατομικό φάκελο (άρθρο 68), ατομικά φύλλα αξιολόγησης, συνέντευξη, παρατήρηση εντός της σχολικής τάξης και κατάταξη σε 4βαθμη κλίμακα (μη ικανοποιητικός – ικανοποιητικός – πολύ καλός – εξαιρετικός).

Στο «νέο σχολείο» δεν λείπουν και τα άρθρα για την αξιολόγηση των μαθητών/τριών. Στην τράπεζα θεμάτων και τις συνεχείς εξετάσεις, προτίθενται και τα λεγόμενα «διαγνωστικά τεστ» (ελληνική Pisa – Άρθρο 97) στην Στ’ Δημοτικού και Γ’ Γυμνασίου στη Γλώσσα και τα Μαθηματικά. Τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων θα αξιοποιηθούν για να στρέψουν ένα μεγάλο τμήμα του μαθητικού δυναμικού προς την κατάρτιση και τη μαθητεία, μακριά από τη Γενική Εκπαίδευση, από πολύ νεαρή ηλικία. Θα χρησιμοποιηθεί επίσης ως εργαλείο για την κατηγοριοποίηση των σχολείων, ενώ γίνεται προφανές ότι τα αποτελέσματα αυτών των «τεστ», θα χρησιμοποιηθούν και ως «κριτήρια» για την αξιολόγηση των ίδιων των εκπαιδευτικών.

Ψεύδεται και παραπλανά το ΥΠΑΙΘ όταν λέει ότι η αξιολόγηση είναι τάχα «περιγραφική και όχι ποσοτική» και όταν ορκίζεται ότι δεν θα είναι τιμωρητική. Η κυβέρνηση ( άρθρο 56 ) προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις όπως μισθολογική καθήλωση έως και περικοπή μισθού μέχρι ενός μήνα για όσους αρνούνται και δεν συμμετέχουν στην αξιολόγηση!!! Επιπρόσθετα ο εκπαιδευτικός που αξιολογείται αρνητικά δεν μπορεί να γίνει ούτε υποδιευθυντής σε ένα σχολείο ενώ αν ένας εκπαιδευτικός για οποιοδήποτε λόγο δεν πάρει μέρος στις διαδικασίες της αξιολόγησης (είτε σχολείου, είτε ατομική) αποκλείεται από την επιλογή στελεχών για τα επόμενα 8 χρόνια (άρθρο 29).

[…]

Ανάμεσα στα άλλα, η προωθούμενη αξιολόγηση φορτώνει με νέα γραφειοκρατικά βάρη τους εκπαιδευτικούς και την ήδη επιβαρυμένη καθημερινή εργασία τους, στερώντας τον πολύτιμο αέρα του κύριου έργου τους που είναι το παιδαγωγικό – εκπαιδευτικό. Την ίδια ώρα θα δημιουργήσει ένα νέο πρωτόγνωρο καθεστώς εξαρτήσεων και πελατειακών σχέσεων μέσα στο σχολείο, αφού ο Διευθυντής αποκτά το ρόλο του αξιολογητή των εκπαιδευτικών. Ουσιαστικά πρόκειται για μία διαδικασία που επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο και τη χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, με στόχο να μειωθούν οι αντιστάσεις ατομικά και συλλογικά.

[…]

Η πολυδιαφημισμένη αξιολόγηση ως στόχο έχει να «δείξει» τους εκπαιδευτικούς για μια ακόμα φορά ως μόνιμους υπεύθυνους για τα πραγματικά και διαχρονικά προβλήματα της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αξιολόγηση θα αποτελέσει το βασικό εργαλείο έτσι ώστε στον κατάλληλο – για αυτούς – χρόνο να εξαπολύσουν νέα επίθεση για να αλώσουν τα εργασιακά κεκτημένα των εκπαιδευτικών, να καθηλώσουν τους μισθούς, να προωθήσουν ακόμα περισσότερο τις ελαστικές μορφές εργασίας στην εκπαίδευση, να ανοίξουν το δρόμο ακόμα και σε απολύσεις.

[…]

Τα νέα μέτρα διαμορφώνουν ένα ριζικά διαφορετικό και αντιδραστικό τοπίο στην εκπαίδευση. Ολοκληρώνουν με τον πιο επιθετικό τρόπο έναν σχεδιασμό των τελευταίων 30 χρόνων, πλευρές του οποίου υλοποίησαν διάφορες κυβερνήσεις. Εντείνονται οι ταξικοί φραγμοί, προωθείται το σχολείο των «δεξιοτήτων» αντί για την ολόπλευρη και ουσιαστική μόρφωση. Ανοίγει ο δρόμος για το χτύπημα των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, για να αρθεί η μονιμότητα στην εργασία και να ανοίξει ο δρόμος για απολύσεις. Επιβάλλονται νέα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στη λειτουργία των σχολείων και στρώνεται το έδαφος για την ταξική κατηγοριοποίησή τους. Στραγγαλίζει οποιαδήποτε ελευθερία και όσα δημοκρατικά δικαιώματα έχουν απομείνει στο Δημόσιο Σχολείο. Το μοντέλο της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συνδέεται με το περιεχόμενο και τον ρόλο του «νέου» σχολείου που είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες της λεγόμενης «αγοράς».

 
 

Αποσπάσματα από ανακοίνωση που εξέδωσε η ΟΛΜΕ στις 29/9/2021 με τίτλο «Καμία τηλεκπαίδευση σε σχολεία υπό κατάληψη!»:

Η ηγεσία του ΥΠΑΙΘ συνεχίζει στο δρόμο του αυταρχισμού και της αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς. Απέναντι στους μαθητές και τις μαθήτριες που διεκδικούν δίκαια αιτήματα για την ομαλή και ασφαλή λειτουργία των σχολείων εξαπολύει ένα νέο κύμα τρομοκράτησης, εκβιασμού και καταστολής.

Το υπουργείο συνεχίζει τις απαξιωτικές και ντροπιαστικές για εκπαιδευτικούς και μαθητές/τριες πρακτικές αποκαλύπτοντας ποιο είναι το όραμα της πολιτικής ηγεσίας για την εκπαίδευση και το σχολείο:

Να μετατρέψει τους/τις εκπαιδευτικούς και τους Συλλόγους Διδασκόντων σε όργανα καταστολής και να στήσει καταδοτικό μηχανισμό στα σχολεία.

Οι απειλές για αποκλεισμούς και απουσίες σε μαθητές και μαθήτριες, μόνο ντροπή και θυμό προκαλούν.

Στην Υ.Α 111525/ΓΔ4 «Παροχή σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης για το σχολικό έτος 2021-22» της 10-09-2021 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.Β, 4188/10-09/2021, επαναλαμβάνεται η περσινή ρύθμιση σύμφωνα με την οποία: «Μαθητές/τριες, οι οποίοι/ες με τις πράξεις τους καθιστούν αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή τη διεξαγωγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε τμήμα/τμήματα σχολικής μονάδας ή σε ολόκληρη τη σχολική μονάδα, δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στη σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση και λαμβάνουν απουσία για όσες διδακτικές ώρες προβλέπει το ωρολόγιο πρόγραμμα της ημέρας».

[…]

Είναι αυτονόητο ότι κανείς/καμία εκπαιδευτικός δεν πρόκειται να παίξει ρόλο καταδότη.

[…]

Είναι απαράδεκτος ο εκβιασμός σε συναδέλφους να κάνουν μαθήματα σε κλειστά σχολεία. Να αποκλείονται και να τιμωρούνται μαθητές/τριες επειδή αγωνίζονται.

Το ΔΣ της ΟΛΜΕ καλεί τους συναδέλφους να μην επιτρέψουν να υλοποιηθούν οι απαράδεκτες, αντιδημοκρατικές και ανάλγητες αυτές ενέργειες του ΥΠΑΙΘ.

Κανείς συνάδελφος να μην συμμετέχει σε τηλεκπαίδευση σε περίπτωση κατάληψης του σχολείου.

 
 

Αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Η Αυγή» η κ. Στέλλα Μανουσογιωργάκη, αντιπρόεδρος της ΟΛΜΕ (η συνέντευξη είχε δημοσιευτεί στο φύλλο της 30ής Ιουνίου 2021, όταν η κ. Μανουσογιωργάκη ήταν ακόμα μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ):

Αναφορικά με την αξιολόγηση, «η πρώτη εικόνα που έχουμε από το νομοσχέδιο είναι ότι η αξιολόγηση και η αυτονομία κάνει τον διευθυντή “μάνατζερ” με υπερεξουσίες, αποδυναμώνοντας το μέχρι τώρα ανώτατο όργανο, δηλαδή τον Σύλλογο Διδασκόντων, όπου οι εκπαιδευτικοί αποφάσιζαν από κοινού για τα ζητήματα του σχολείου»

«Με αυτή τη διαδικασία δεν θα υπάρχει καμία αξιοκρατία, γιατί ο διευθυντής μπορεί να παραμερίζει όποιον αργότερα ενδέχεται να διεκδικήσει τη θέση του».

«Είμαστε αντίθετοι με την αξιολόγηση και όχι λόγω ιδεοληψιών, όπως ισχυρίζεται η κ. Κεραμέως, αλλά γιατί γνωρίζουμε πως, όπου εφαρμόστηκε στον κόσμο, έφερε πολύ αρνητικά αποτελέσματα για τους εκπαιδευτικούς και το εκπαιδευτικό σύστημα».

«Η ιδέα της αξιολόγησης είναι προβληματική εκ των πραγμάτων. Γιατί υπάρχουν τόσες διαφορετικές μέθοδοι διδασκαλίας ανάλογα με το υπόβαθρο των μαθητών. Εμείς είμαστε υπέρ μιας καθολικής επιμόρφωσης, όχι όμως μιας μερικής επιμόρφωσης για όσους κριθούν ως μη ικανοποιητικοί στην αξιολόγηση».

«Ο εκάστοτε διευθυντής θα μπορεί να μπαίνει στην τάξη ενώ κάνουμε μάθημα, ανά πάσα στιγμή. Εάν ο διευθυντής είναι φιλόλογος και εγώ μαθηματικός, πώς θα μπορεί να αξιολογεί το μάθημα που κάνω, αφού δεν γνωρίζει το αντικείμενο;»

«Αυτό είναι το κομματικό κράτος που θέλουν να δημιουργήσουν. Δεν θα το δεχτούμε σε καμία περίπτωση. Θα μας βρουν απέναντί τους».

 
 

Όσα διαβάσατε ανωτέρω αποτελούν τις προσφάτως διατυπωθείσες απόψεις της ΟΛΜΕ, της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, σε μείζονος σημασίας εκπαιδευτικά ζητήματα όπως η αξιολόγηση και οι καταλήψεις, που ως γνωστόν προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις και διαξιφισμούς.

Ας κάνουμε τώρα μια υπόθεση εργασίας: ας δεχτούμε ότι οι πρωτοβουλίες που έχει πάρει το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων επί των ζητημάτων αυτών οξύνουν όντως τις μορφωτικές ανισότητες, εξοβελίζουν τη δημοκρατία και την αξιοκρατία από το σχολείο, χειραγωγούν τους εκπαιδευτικούς, στήνουν καταδοτικούς μηχανισμούς, δημιουργούν ένα κομματικό κράτος κ.λπ.

Τα ερωτήματα που τίθενται εύλογα στη συνέχεια είναι τα εξής: ποια είναι η θέση των ίδιων των εκπαιδευτικών λειτουργών απέναντι στη νοσηρή εκπαιδευτική πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών; Τι προτίθενται να κάνουν εκείνοι, πρώτιστα ως παιδαγωγοί, για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος; Ποιες είναι οι δικές τους ρεαλιστικές και ουσιαστικές προτάσεις για ριζικές και κατά κοινή παραδοχή απολύτως αναγκαίες αλλαγές στο χώρο της παιδείας εν τη ευρεία εννοία;

Δυστυχώς, πέραν των έωλων αιτημάτων για αύξηση της χρηματοδότησης για την παιδεία, αθρόους διορισμούς και καθολική επιμόρφωση των διδασκόντων, ουδέν νεότερο.

Ούτε λόγος για ανάληψη ευθυνών από πλευράς τους σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία, για αυτοέλεγχο και αυτοκριτική.

Ούτε κουβέντα για αξιολόγηση, έστω και με άλλα, εντελώς διαφορετικά κριτήρια από εκείνα που τώρα επιχειρείται να εφαρμοστούν.

Ούτε λέξη κατά του απαράδεκτου φαινομένου των καταλήψεων, που αποβαίνει σε βάρος κυρίως των αδυνάτων, για τους οποίους κόπτεται δήθεν η ΟΛΜΕ.

Μόνο γενικότητες και αοριστολογίες, αφόρητες κοινοτοπίες και απαρχαιωμένες αντιλήψεις, και μάλιστα διατυπωμένες με ανεπίτρεπτα γραμματικά και συντακτικά σφάλματα.

Μαζί, αβάσιμα επιχειρήματα για γραφειοκρατικά βάρη στους ώμους των εκπαιδευτικών, εξαρτήσεις και πελατειακές σχέσεις μέσα στο σχολείο, σχέδια άλωσης των εργασιακών κεκτημένων, με την απαραίτητη ασφαλώς αναφορά στη διαβόητη «αγορά», που ποδηγετεί το δημόσιο σχολείο.

Κοντολογίς, γλώσσα πάσχουσα, σκέψη άγονη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr