Στέφανος, 22,
ελαιοχρωματιστής

Ψάρεμα γαρίδας στη Λουιζιάνα. Οπως ο Φόρεστ Γκαμπ. Χυμένος σαν λεκές που πότισε όλη την επιφάνεια του καναπέ, ο Στέφανος παρακολουθεί στο TikTok το πλήρωμα ενός αλιευτικού να μαζεύει δίχτυα φορτωμένα με γαρίδες, ψάρια και μερικά σκουπίδια.

Χωρίς Facebook και Instagram έπεσε στα εναλλακτικά. Πότε πότε, ένας τύπος, που λες και βγήκε από ταινία, με φουσκωμένα μπράτσα και τζιν σαλοπέτα, πλησιάζει την κάμερα και εξηγεί στους θεατές πώς ψαρεύεται η γαρίδα.

Ο Στέφανος του χάρισε μία καρδούλα. Κοιτάζει τα αλιεύματα που σπαρταρούν πάνω στο κατάστρωμα. Και κατάλαβε ότι αυτό που βλέπει είναι ο βίαιος, ασφυκτικός θάνατος χιλιάδων πλασμάτων του νερού.

Τοποθέτησε τον δείκτη στην οθόνη του κινητού και τον τράβηξε προς τα δεξιά, όπως ξεφυλλίζεις βιβλίο. Βρέθηκε κάπου στη Θήβα. Διπλοκατοικία. Στις πλαστικές καρέκλες κάθονται εύσωμες γυναίκες, Ρομά. Ο εικονολήπτης μετακινήθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού.

Ο Στέφανος είδε το πάτωμα καλυμμένο από σερβίτσια, κουβέρτες και λευκά κεντήματα. Μία δεκαπεντάχρονη, ντυμένη στα κόκκινα, εμφανίστηκε στο πλάνο. Και στον Στέφανο φάνηκε σαν μία μεγάλη, μοναχική γαρίδα.

Νίκος, 64,
Ελλην Αυτόχθων Ιθαγενής

Αυτό το ποστ είναι καταιγιστικό. Μιλάμε ότι θα φέρει πάνω από 1.200 likes και καμιά διακοσαριά κοινοποιήσεις που θα είναι και το προσωπικό ρεκόρ του Νίκου στο Facebook. Γιατί ο Νίκος έχει ξεψαχνίσει τα βιογραφικά και τις εργασίες των δύο που πήραν το Νομπέλ Ιατρικής και διαπίστωσε ότι δεν έχουν πει λέξη για τα εμβόλια.

Γιατί άραγε; Ξέρουν κάτι και σιωπούν; Φοβούνται; Τι μπορεί να κρύβουν; Και αφού έγραψε 666 λέξεις (δεν το ξέρει, αλλιώς θα έσβηνε ή θα προσέθετε μία) πάτησε το κουμπί της δημοσίευσης.

Το φως της οθόνης έγινε ελαφρώς πιο αχνό και εμφανίστηκε η κλεψύδρα. Και δεν λέει να φύγει. Εχουν περάσει πέντε λεπτά. Η κλεψύδρα είναι εκεί.

Ο Νίκος αφήνει τον υπολογιστή στο τραπεζάκι και ανάβει ένα τσιγάρο που καίγεται μαζί με την υπομονή του. Πέρασε μία ώρα. Κλεψύδρα. Ο Νίκος κοιτάζει τα λαμπάκια του ρούτερ. Αναμμένα. Οπως πλέον και τα δικά του. Μόνο τυχαίο δεν είναι αυτό.

Επιασε το κινητό για να στείλει μήνυμα στο γκρουπ, στο WhatsApp. Νεκρό. Κατάλαβε. Εστειλε μήνυμα στον δικηγόρο. «Code red, φίλε. Μας την έπεσαν…».

Μάνια, 19,
φοιτήτρια μάρκετινγκ

«Ελα αγόρι μου και κοίτα το story μου» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Το ανέβασε πριν από μισή ώρα. Selfie με τη βοήθεια του καθρέφτη της. Φοράει σορτς και κοντό στενό μπλουζάκι.

Με ένα κάποιο photoshop στο στήθος (έχει μια φίλη που σου κάνει πλαστική σε πέντε λεπτά), duck face συγκρατημένο αλλά λάγνο και το ελεύθερο χέρι στο κεφάλι, να κρατάει τα μαλλιά προς τα πίσω.

Τη φώναξε η μάνα της να διπλώσουν κάτι σεντόνια και έτσι δεν κατάφερε να παρακολουθήσει πώς τα πάει το story. Επτά χιλιάδες followers έχει η Μάνια. Και κάθε story κάνει σουξέ με τουλάχιστον 3.000 views.

Κάποια στιγμή ελπίζει ότι θα καταφέρει να τα χρεώνει, σαν την Καινούργιου, την Τούνη και τη Μαλέσκου. Να γίνει ambassador για καμιά φίρμα καλλυντικών ή, έστω, μαγιό. Εσώρουχα δεν κάνει, θα τη σκοτώσει ο πατέρας της. Ομως τώρα την καίει αν είδε «Εκείνος» το story της.

Γιατί «Εκείνος» εκτός από όμορφος είναι και Κάποιος. Oδηγεί σπορ αυτοκίνητο, τον ξέρει ο πορτιέρης και γνωρίζεται με τον Ουγγαρέζο. Το Insta είναι νεκρό. Η ροή, λέει, δεν ανανεώνεται. Τηλεφώνησε σε τέσσερις φίλες. Οχι, ούτε αυτές έχουν Instagram. Εκαναν ομαδικό call στο Zoom. Αναρωτήθηκαν τι θα συμβεί αν δεν επιστρέψει το Instagram. Και συμφώνησαν ότι η ζωή δεν θα έχει κανένα νόημα.

Νέλη, 35,
δημοσιογράφος

Εχουν περάσει δύο ώρες από τότε που τα social σταμάτησαν να λειτουργούν. Και η Νέλη δεν ξέρει τι να τις κάνει. Αλλωστε μπορεί να ακολουθήσουν και άλλες. Τι κάνεις, αλήθεια, όταν βρίσκεσαι ξαφνικά με τόσο ελεύθερο χρόνο στα χέρια;

Αν σου πέσουν λεφτά, ξέρεις μια χαρά πού και πώς θα τα ξοδέψεις. Αν όμως σου πέσει χρόνος; Η Νέλη είναι όλη μέρα στα social.

Ακόμα και όταν εργάζεται για το site. Εχει μετρήσει ότι κάθε 12 λεπτά τσεκάρει Face και Insta. Και τώρα τα λεπτά πέφτουν σαν σεντς σε ταξίμετρο με το ταξί να μένει στη θέση του.

Να διαβάσει; Εχει ξεχάσει πώς είναι να διαβάζεις βιβλίο. Δηλαδή βαριέται. Ακόμα και το καλοκαίρι που είπε να διαβάσει Χέμινγκγουεϊ, κάθε 10 λεπτά έπιανε το κινητό. Στο τέλος τον παράτησε τον γέρο μέσα στη θάλασσα και δεν ξέρει τι έκανε με τον ξιφία.

Να δει τηλεόραση; Μα της φαίνεται πολύ αργή. Και έμεινε να κοιτάζει με ανοιχτό στόμα το ρολόι του υπολογιστή, μήπως και καταλάβει γιατί της φαίνεται βαρύς ο χρόνος που έπεσε στα χέρια της.