Ο Παπαφλέσσας βρίσκεται εν μέσω της ιερότερης αποστολής της ζωής του.

Tαξιδεύοντας από την Κωνσταντινούπολη, ετοιμάζεται να φτάσει στην Πελοπόννησο για να προετοιμάσει εκεί την Επανάσταση κατά του τουρκικού ζυγού.

Στην  Ύδρα, τα Χριστούγεννα του 1820, τα θερμά του λόγια για την έναρξη του Αγώνα συναντούν την παγερή αντιμετώπιση των ελλήνων πλοιοκτητών, ο Παπαφλέσσας όμως δεν το βάζει κάτω. Φεύγει για τις Σπέτσες και από εκεί για τον τελικό και πολυπόθητο προορισμό του την Πελοπόννησο

Η κατάσταση στον Μοριά

Βρισκόμαστε στον Δεκέμβριο του 1820 και πλέον η Φιλική Εταιρεία και οι σκοποί της δεν είναι και τόσο μυστικοί.

Οι Τούρκοι του Μοριά, από διάχυτες πληροφορίες αλλά και μικρότερες και μεγαλύτερες προδοτικές καταγγελίες γνωρίζουν ότι οι Έλληνες ετοιμάζονται να εξεγερθούν.

Η Υψηλή Πύλη είχε από το φθινόπωρο αρχίσει να «παίρνει» τα μέτρα της.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 5 Σεπτεμβρίου 1930, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Γράφει ο Σπύρος Μελάς στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 5ης Σεπτεμβρίου 1930

«Είχαν -κι ας μην τώδειχναν – άγρυπνα τα μάτια τους στον Μωρηά. Μαζί με τον Σταυράκην Ιωβίκη, το νέο δραγομάνο πούστειλαν στην Τρίπολι, έφθασε από την Πόλι και διαταγή στον τότε Μώρα βαλεσή Ιμπραήμ πασά να γυρίση, ένα προς ένα, όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου και να φροντίση για την επισκευή τους».

Μέσα στα πλαίσια της γενικότερης αυτής εγρήγορσης, νέος πασάς Πελοποννήσου με έδρα του την  Τριπολιτσά διορίζεται ο Χουρσίτ πασάς «μ’ απόλυτη δικαιοδοσία, να κάμη ευρύτατη έρευνα και αφού δαμάση σ’ αυτή τη γέννησί της κάθε τάσι και απόπειρα ταραχής να εκστρατεύση κατά του Αλή πασά».

Τα νέα τάραξαν τους Έλληνες της Πελοποννήσου.

«Ο Χουρσίτ ήτανε κακό σκυλλί. Ειδικός να κατατροπώνη επαναστάσεις. Είχε σαρώση απ’ άκρου σ’ άκρον τη Σερβία, είχε πνίξη την επανάστασί της στο αίμα και τ’ όνομά του είχε μείνη στους ραγιάδες, δεμένο με της πιο μαύρες αναμνήσεις».

Ο Χουρσίτ πασάς

Η αντίδραση των Προκρίτων

Μέσα λοιπόν σ’ ένα ηλεκτρισμένο κλίμα γεμάτο καχυποψία και αυστηρούς ελέγχους, οι Πελοποννήσιοι πρόκριτοι πληροφορούνται ότι ο Αρχιμανδρίτης Δίκαιος έχει φτάσει στην Ύδρα.

«Ο Κοπανίτσας, ο πρόκριτος του Μιστρά, όταν τ’ άκουσε, τινάχτηκε απάνω:

–       Αν είνε αυτός, που τον ξέρουμ’ εδώ πέρα με τ’ όνομα Παπαλέσσας, χαθήκαμε!…

Και δεν είχε άδικο . Ερχότανε να φέρη τέλος στη βασιλεία των δισταγμών.

»Επί πενήντα μέρες τώρα είχαν κάμη τ’ αδύνατα δυνατά να σβύσουν τις υποψίες των Τούρκων. Και να που στη λεπτότερη στιγμή έφθανεν ο μοιραίος άνθρωπος.

»Και ποιος δεν ήξερε τον ορμητικό του χαρακτήρα και το διαβολικό πνεύμα: Και ποιος μπορούσε να αμφιβάλλη για τους σκοπούς του; Και πώς ήτανε δυνατό να μη τρέμουν, μήπως η μόλις αποκοιμισμένες υποψίες των Τούρκων ξυπνούσαν και πάλι φοβερώτερες; Αν είχαν καταφέρη να ελαττώσουν την εντύπωσι από την πρόσφατη προδοσία του Κουγιά δεν την είχαν σβύση όμως εντελώς»

Οι πρόκριτοι είναι αποφασισμένοι να κρατήσουν τον Παπαφλέσσα μακριά από την Πελοπόννησο και το επιχειρούσαν με κάθε τρόπο.

Η αποστολή του Αρβάλη

Η πρώτη φάση του σχεδίου τους περιελάμβανε την αποστολή δικού τους ανθρώπου στην Ύδρα με εντολή να κάνει το ακατόρθωτο: να κρατήσει τον Παπαφλέσσα μακριά από τον Μοριά.

«Είχε πάει στης Σπέτσες, με την ελπίδα να βρη κάπως διαφορετικά τα πνεύματα»

Ο Αρβάλης τον συναντά εκεί.

«Ο Δικαίος δέχεται μ’ ανοιχτές αγκάλες το πρώτο περιστέρι που φθάνει από την αγαπημένη κιβωτό του Μωρηά. Από τα πρώτα του λόγια νοιώθει τι έρχεται ακριβώς να κάμη κοντά του. Να τον εξιχνιάση! Είνε, λοιπόν τόσο απλό; Γελάει κάτω από τα μουστάκια του»

Η αποστολή του Αρβαλή αποτυγχάνει παταγωδώς.

»Νοιώθοντας αμέσως με ποιον έχει να κάμη, από ανακριτή, τον μεταβάλλει εύκολα σε φανατικό απόστολο κι ευααγγελιστή. Ο Αρβάλης έχει πυρποληθή. Γράφει αμέσως στους προκρίτους ότι το πράγμα δεν παίρνει καμμίαν αναβολή. Και , σε λίγες μέρες, φθάνει, άλλος άνθρωπος στην Τριπολιτσά»

Αντί οι πρόκριτοι να κρατήσουν τον Παπαφλέσσα και τα πύρινα λόγια του για επανάσταση μακριά από τον Μοριά, είχαν πλέον έναν δικό τους να κηρύττει όλα όσα ήθελαν να μην ακουστούν.

«Όπου σταθή κι όπου βρεθή, [ο Αρβάλης] κηρύσσει, ότι ζύγωσε η μεγάλη κι ευλογημένη ώρα, ότι όλα είν’ έτοιμα και καμμιά δύναμι δεν μπορεί ν’ αποτρέψη την επαναστάσι. Ο αγνός κι ενθουσιώδης αυτός άνθρωπος δεν έλεγε μονάχα κούφια λόγια.

»Έτρεξε ύστερα στον αγώνα και πολέμησε. Κι αν δεν πέθαινε πολύ νωρίς από της κακουχίες θα ήταν από τους ονομαστούς αγωνιστές»

Ο Αρβάλης ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι ο Παπαφλέσσας ήταν ικανός μέσα σε λίγες ημέρες να ξεσηκώσει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Έτσι κάποιοι από τους πρόκριτους δεν δίστασαν να σκεφθούν  και δραστικότερα μέτρα.

Οι ενέδρες

«Φυλάχτηκαν, να εκφρασθούν δημόσια. Στα μυστικά του όμως διαβούλια φθάσανε ν΄αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο ακόμα και δολοφονίας του Παπαφλέσσα, τ’ ολιγώτερο περιορισμού για να ‘γλυτώσουν τον τόπο’ – και τον εαυτό τους φυσικά! – από τους κινδύνους της ορμητικής του ενεργείας. Για της παστρικές αυτές δουλειές έστειλαν στο Άργος τον Περρούκα και στα Καλάβρυτα τον Ανδρέα Ζαϊμη και το Θεοχαρόπουλο.

»Έπιασαν δηλαδή, τα επίκαιρα σημεία, τα περάσματα, για να τσακίσουν ή να φυλακίσουν τον Παπαφλέσσα, ως που να μαζωχτούν αυτοί στην Αχαΐα και να βγάλουν καμμιάν απόφασι σοφή σαν κατάπλασμα».

Ο Παπαφλέσσας όμως έπειρος και υποψιασμένος είχε λάβει τα μέτρα του. «Νύχτα ξεμπάρκαρε στο Ναύπλιο αρματωμένος σαν αστακός, με κουστωδία εμπίστων του οπλοφόρων: Το Μάλη, το Δραγώνα, το Σκλαβούνο και τον καπετάνιο τον Πατρίκιο»

Ταυτόχρονα είχα ζητήσει από τον αδερφό του, Νικήτα επίσης με έμπιστους οπλισμένους άνδρες να τον περιμένει στο Άργος.

Του Φρίντελ Άνταμ

Η παγίδα του Παπαφλέσσα

Κατά την παραμονή του στην Ύδρα, ο Παπαφλέσσας είχε ήδη ξεκινήσει την επικοινωνία του μέσω επιστολών προσκαλώντας τους σε συνάντηση οπουδήποτε προτιμούν, προκειμένου να συζητήσουν για το πώς θαμπαιναν σε πράξι όσα πρόσταζε ο Υψηλάντης.

«Τους έγραφε ότι έπρεπε να μείνουν μόνον δύο στην Τριπολιτσά. Και οι άλλοι να οργανώσουν ο καθένας την επαρχία του δίνοντας γραπτή εγγύησι. Ν’ ανακληθούν οι βεκίληδες, οι τακτικοί πληρεξούσιοι, που ήσαν στην Πόλι για να μη πάθουν τίποτα, όταν η επανάστασι κηρυχθή και να για να συμπράξουν σ’ αυτή».

Ο Παπαφλέσσας ζητούσε ακόμα από τους προκρίτους της Πελοποννήσου, να εκλέξουν από έναν χιλίαρχο σε κάθε επαρχία και να οπλίσουν στρατό 25000 άνδρες που θα συντάσσονταν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, όταν θα κατέβαινε από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο, καθώς και εισφορά τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου γροσίων, που θα επιστρεφόταν με τόκο 6% «όταν θα ιδρυθή η πατρίς».

«Σ’ αυτές της οδηγίες ο Δικαίος λέει στο τέλος ότι η πατρίς περιμένει απ’ αυτούς να φανούν αληθινοί  Λακεδαιμόνιοι, Αρκάδες, Κορίνθιοι, Μεσσήνιοι και Αργείοι και ότι στο εξής η τύχη του αγώνα βρισκότανε στα χέρια τους»

Ο Παπαφλέσσας έστεινε με την συνάντηση αυτή που ζητούσε, την εξής παγίδα:

«Έδινε στους προκρίτους την ελπίδα να τον τιθασσεύσουν σε μια συνέλευσι, που θα τους εξέθετε και μόνο με το να γίνη, οποιαδήποτε κι αν ήταν η απόφασί της και ότι τους έφερνε κατ’ ευθείαν στην άμεση οργάνωση του αγώνα, ώστε κάθε γνώμη να είνε πια και από μια ενοχή, ανεπανόρθωτη για τον καθένα!»

Η διαφυγή

Βλέποντας τον Παπαφλέσσα να φτάνει στο Άργος οπλισμένο και με συντρόφους, ο Περρούκας, που είχε σταλεί για να τον σταματήσει μάζεψε άνδρες και άρχισαν να περικυκλώνουν τη Μητρόπολη Άργους, στην οποία είχε καταλύσει.

Ο αδερφός του Δικαίου, Νικήτας αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και οργανώνει τη διαφυγή του Παπαφλέσσα και των συντρόφων του.

«Ντύνει τον Παπαφλέσσα και την ακολουθία του με τουρκικά ρούχα (…) κι άξαφνα χάνονται, φεύγουν από μονοπάτια στον Άι- Γιώργη της Κορίνθου. Ως αυτή τη στιγμή τον Παπαφλέσσα τον κατέτρεχαν οι Τούρκοι. Τώρα τον κυνηγούν κι οι Έλληνες».

Κρύφτηκαν στο σπίτι του Αναγνωστόπουλου και από εκεί πέρασαν και φυγαδεύθηκαν στο μοναστήρι του Βράχου.

«Ο ηγούμενος Δανιήλ Παμπούκης τους φιλοξένησε κι ύστερα τούς πήγε στην Κόρινθο, απάντησαν τον εταίρο Σταύρο Νικολάου και με τον ηγούμενο μαζί φτάσανε τέλος στο Αίγιο και κατέλυσαν στους φιλικού Αλεξανδρόπουλο ή Φτεριώτη. Εκεί περίμενε τους προκρίτους.

Στη Βοστίτσα

Ο Χουρσίτ είχε φύγει για τα Γιάννενα κι έτσι οι πρόκριτοι έχοντας μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, επέλεξαν το Αίγιο καθώς ήταν περισσότερο ελεύθερο από Τούρκους αλλά και γιατί ένα ζήτημα ανάμεσα σε δύο μοναστήρια εκεί αποτελούσε εξαιρετική πρόφαση της παρουσίας των Πελοποννησίων προεστών και υψηλά ιστάμενων ιερέων.

Φτάνουμε έτσι στις μέρες της Συνέλευσης της Βοστίτσας, όπως ονομαζόταν τότε το Αίγιο, στην οποία, οι Πρόκριτοι, βλέποντας τις ενέδρες τους στον δρόμο του Παπαφλέσσα να αποτυγχάνουν, είχαν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες σε αυτήν.

Όλοι τους όμως είχαν πέσει στην παγίδα του Παπαφλέσσα, όλοι εκτός από έναν. Τον Παλαιών Πατρών Γερμανό που βομβάρδισε αμέσως τον Γρηγόριο Δικαίο με απογυμνωτικά ερωτήματα:

«Είνε σύμφωνον άπαν το έθνος και συνυπακούεται;

Ποιαι αι άφευκτοι ανάγκαι του πολέμου, πόσα έχομεν, πόσα λείπουν, και πόθεν θα τα πορισθώμεν;

Τις η δύναμις του έθνους εις οπλοφόρους και αρκεί διά τον σκοπόν;

Αν αντσταθή καθ’ ημών δύναμις τις ευρωπαϊκή (Αγγλία ή Αυστρία) τι ποιητέον;

Εάν προ της ενάρξεως του αγώνος ανακαλύωη τας ενεργείας μας η τουρκική εξουσία ποια οικονομία πρέπει να γίνει;»

Πριν σηκώσει το σπαθί και το καριοφίλι ενάντια στους Τούρκους, ο Παπαφλέσσας να δώσει  μια φοβερή μάχη, στήθος με στήθος, με τους συμπατριώτες του, τους ηγέτες της Πελοποννήσου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο