Σε μια έρημη παιδική χαρά θα μεταμορφωθεί η σκηνή του Ηρωδείου την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου. Εκεί ο Χρήστος Σουγάρης θα παρουσιάσει την δική του εκδοχή πάνω στις Βάκχες του Ευρυπίδη. Μια παράσταση που εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς όπου ανέβηκε.

Ο συνθέτης της παράστασης Στέφανος Κορκολής θα βρίσκεται επί σκηνής μαζί με τον θίασο όχι απλώς για να συνοδέψει με το πιάνο του την πλοκή του έργου, αλλά να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του.

Σε μια ξεχωριστή στιγμή για εκείνον, καθώς πρώτη φορά καταπιάνεται με αρχαίο κείμενο, θα αποδώσει ζωντανά την εξαιρετική μουσική που έγραψε όχι μόνο στα χωρικά αλλά και σε πολλά σημεία του κειμένου.

Βραβευμένος με Κάρολος Κουν, ο Χρήστος Σουγάρης ανανεώνει και επικαιροποιεί τις Βάκχες τοποθετώντας την πλοκή μέσα σε μία παραμελημένη παιδική χαρά, όπου βασιλεύει ο νεαρός Πενθέας. Όταν εμφανίζεται ο Διόνυσος, ένας νέος θεός με τους πιστούς του που αρχίζουν να εδραιώνουν τη λατρεία του στον παρηκμασμένο χώρο, τα πάντα γύρω από τους δύο άντρες αποκτούν μία νέα, αχαλιναγώγητη πνοή.

«Η παρηκμασμένη παιδική χαρά, κατεξοχήν χώρος της ανεμελιάς, της αφέλειας, της φαντασίας, του παιχνιδιού και πάνω απ’ όλα της χαράς, έχει καταντήσει μία μαύρη τρύπα που καταπίνει τη φαντασία τα χρώματα και την ευφορία. Έχουμε να κάνουμε με ένα καθρέφτισμα μιας σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, μία ακραία εκδοχή της πόλης στην οποία ζούμε. Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση αγγίζει μέσα από τις Βάκχες του Ευριπίδη τη συνάντηση «παλιού» – «νέου» και πραγματεύεται ζητήματα που μας αφορούν ως ενεργούς πολίτες: αυτοπροσδιορισμός, αυτοδιάθεση, αποδοχή, φόβος, ξενοφοβία ιδεοληψία, επιβολή, Εθνική ψυχολογία, ενηλικίωση, συνειδητότητα», σημειώνει ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης.

Ο Στέφανος Κορκολής λίγες μέρες πριν ανέβει στο Ηρώδειο μας εξηγεί τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος.

Πως ξεκίνησε η συνεργασία σου με τον Χρήστο Σουγάρη;

Με το υπέροχο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Ο δρόμος περνά από μέσα». Γοητεύτηκα από την αισθητική και από την τελειομανία του Χρήστου Σουγάρη. Ο τρόπος δε που εξηγούσε στον κάθε ηθοποιό τον εκάστοτε ρόλο, μου θύμισε μαέστρο σε συμφωνική ορχήστρα. Θέλω να πιστεύω πως θα κάνουμε πολλά έργα στο μέλλον μαζί.

Πότε έγινε η πρόταση για τις «Βάκχες»;

Στον εγκλεισμό (λόγω κοροναϊού). Μετά από τις πρώτες δυο εβδομάδες όπου κατέγραφα στο πιάνο διάφορες ιδέες, είχε αρχίσει να με καταλαμβάνει το άγχος για το αύριο με αποτέλεσμα να μην έχω διάθεση για τίποτα. Η πρόταση του Χρήστου να συνθέσω μουσική για τις Βακχες ήταν πραγματική ανάσα.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες της μουσικής επένδυσης;

Καταρχάς όταν διάβασα το κείμενο (σε μετάφραση Θεόδωρου Στεφανόπουλου) δεν κρύβω πως με τρόμαξε, διότι δεν υπήρχε στα χωρικά (στάσιμα) καμία ομοιοκαταληξία ή ρυθμική αγωγή όπου θα μπορούσα να προβώ σε κάποια μελοποίηση. Είπα, λοιπόν, στον εαυτό μου πως θα μείνω στον τομέα της μουσικής υπόκρουσης και μόνο. Ξαναδιαβάζοντας το όμως, εντόπισα στην φράση «Όποιος κυνηγά τα μεγάλα χάνει τα καθημερινά», την ρυθμική αγωγή των 3/4 δηλαδή του βαλς, (καμία σχέση με το βιεννέζικο βαλς) κάτι που μου έλυσε τον «γρίφο» και μου απέδειξε για μία ακόμη φορά πως ο λόγος, σε οποιαδήποτε μορφή του, κρύβει ρυθμό. Άρχισα να μελοποιώ όλα τα στάσιμα και προχώρησα σε μελοποιήσεις διαλόγων (Διόνυσος – Βάκχες) και μονολόγων (Διόνυσος).

Υπάρχει παραπάνω βάρος εξαιτίας της ιστορικότητας του κειμένου;

Είναι η πρώτη φορά που «ακουμπάω» αρχαίο δράμα. Στην αρχή υπήρχε μία σχετική αγωνία η οποία όμως μετατράπηκε σε δημιουργικότητα. Ένα κείμενο για να μείνει στην ιστορία άλλωστε, σημαίνει πως αψηφά τον παράγοντα χρόνο. Πόσο μάλλον σε αυτό το αριστουργηματικό έργο του Ευριπίδη, το τόσο σύγχρονο και αλληγορικό.

Τι ξεχωριστό θα έχει η παράσταση στο Ηρώδειο;

Όλη η παράσταση είναι «ξεχωριστή». Το σκηνικό, ο φωτισμός, η προσέγγιση του Χρήστου, η υπέροχη ερμηνεία των ηθοποιών, και στο τέλος η παρουσία μου εκεί, ερμηνεύοντας «ζωντανά» τη μουσική που έχω γράψει σε δύο πιάνα (το ένα πιάνο θα είναι καταλλήλως προετοιμασμένο).

Πόσο δύσκολο είναι να παρουσιάσει κανείς μία αυτοχρηματοδοτούμενη παράσταση όπως αυτή;

Πάρα πολύ. Όμως η αγάπη, η θέληση και το πείσμα όλων μας, μαζί με την καλή θέληση των ανθρώπων του Φεστιβάλ Αθηνών, του Ηρωδείου αλλά και άλλων, μας έφτασε στο σημείο να την πραγματοποιήσουμε τελικά. Με την ευχή να πάνε όλα καλά θα έχουμε μετά χρόνο να αναλύσουμε σε βάθος, τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος.

Γράψτε το σχόλιό σας