Το μακρινό 1982 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, που μέχρι τις εκλογές του 1981 υποστήριζε την έξοδο της Ελλάδας από την τότε ΕΟΚ, ξεκινούσε μια διαπραγμάτευση με την ΕΟΚ για ένα ειδικό οικονομικό πρόγραμμα που θα αντιστάθμιζε τις αρνητικές επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία που είχε η είσοδος στην Κοινή Αγορά.  

Το αίτημα θα αντιμετωπιστεί θετικά την επόμενη χρονιά και έτσι θα διαμορφωθούν τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Μάλιστα, με έναν τρόπο η Ελλάδα θα συμβάλει έτσι στη διαμόρφωση της αντίληψης ότι πρέπει η ΕΟΚ (και μετά ΕΕ) να προσπαθεί να ενισχύσει τάσεις προς την πραγματική σύγκλιση των οικονομιών των κρατών – μελών.  

Με αυτόν τον τρόπο, όπως και με τη συμμετοχή της Ελλάδας εξαρχής στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) θα ξεκινήσει η ιστορία των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων προς την ελληνική οικονομία.  

Για την ιστορία τα ΜΟΠ θα έχουν τελικά ύψος περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ECU (τις λογιστικές μονάδες που προηγήθηκαν του ευρώ).  

Από το Πακέτο Ντελόρ στα ΕΣΠΑ  

Το πρώτο μεγάλο πακέτο θα μείνει στην ιστορία όχι τόσο με το τυπικό του όνομα (Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 1989-1993) αλλά ως «Πακέτο Ντελόρ» από το όνομα του Γάλλου σοσιαλιστική προέδρου της Κομισιόν που εκτός των άλλων διαμόρφωσε την πορεία της ΕΟΚ προς το Μάαστριχτ. Το πρόγραμμα αντιστοιχούσε σε 7,2 περίπου δισ. ECU, στα οποία όφειλαν να προστεθεί η εθνική συμμετοχή και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και να φτάσει συνολικά τα 14,3 δισ. ECU. Ωστόσο, θα παρατηρηθούν αρκετές αστοχίες, ενώ ορισμένα ποσά θα μεταφερθούν στο επόμενο Β΄ΚΠΣ (1994-1999) 

Στο Β΄ ΚΠΣ διατέθηκαν συνολικά 14,333 δισεκατομμύρια ευρώ, περίπου όσα και στην Πορτογαλία, όμως και πάλι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα ήταν μικρότερη από το αναμενόμενο. Το Β΄ ΚΠΣ ήταν κατεξοχήν αυτό που διαμόρφωσε ένα ορισμένο υπόδειγμα όπου η απορρόφηση μεγάλων ευρωπαϊκών επιδοτήσεων θεωρήθηκε βασικός αναπτυξιακός μηχανισμός.  

Το Γ΄ΚΠΣ, το πρώτο επταετές (2000-2006) που συμπίπτει και με την κορύφωση αυτών που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «Μεγάλα Έργα», ήταν ακόμη πιο φιλόδοξο αφού η ευρωπαϊκή συμμετοχή ορίστηκε στα 22,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, θα φανούν και τα περισσότερα προβλήματα στη διαχείρισή του, με αναθεωρήσεις, μεταφορές κεφαλαίων από πρόγραμμα σε πρόγραμμα και απώλειες πόρων. Εξ ου και ότι έμεινε ένα σημαντικό ποσό προς εκτέλεση και μετά την τυπική χρονική λήξη του προγράμματος.  

Το Δ’ ΚΠΣ (2007-2013) θα εισαγάγει και μια νέα ορολογία: ΕΣΠΑ (Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς). Θα προβλέπει ευρωπαϊκή συμμετοχή 24,3 δισεκατομμύρια ευρώ και παρότι θα είναι το πρώτο που θα περιλαμβάνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης και διαχείρισης, εντούτοις και πάλι θα παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα στη διαχείρισή του, παρότι ένα μέρος της προγραμματικής περιόδου θα συμπέσει με τα μνημόνια και την εναγώνια προσπάθεια οι σχετικές δαπάνες του να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις της σκληρής λιτότητας και της μαζικής ανεργίας. Τα προβλήματα θα αφορούν τόσο την απουσία ενός συνολικού μακροπρόθεσμου στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου όσο και την έλλειψη μια δομημένης και συνεκτικής μεθοδολογίας για την ένταξη ή απένταξη έργων.  

Το ΕΣΠΑ 2014-2020 περιλαμβάνει 7 τομεακά και 13 περιφερειακά προγράμματα, με τον προϋπολογισμό να περιλαμβάνει 20,38 δισεκατομμύρια ευρώ συμμετοχή της ΕΕ και 5,18 δισεκατομμύρια ευρώ εθνική συμμετοχή. Και εδώ η απορρόφηση δεν ήταν η καλύτερη. Μέχρι τις αρχές του 2020 είχε μπει στα ελληνικά ταμεία το 87% των ευρωπαϊκών πόρων, όμως η εκτέλεση ήταν ακόμη στο 35%, που είναι η 5η χειρότερη επένδυση στην ΕΕ. Στη διάρκεια της πανδημίας θα δρομολογηθούν 5,7 δισεκατομμύρια προς τη στήριξη των επιχειρήσεων. Όμως, οι εκπρόσωποι του ΣΕΒ υποστηρίζουν ότι 7,8 δισεκατομμύρια παραμένουν ακόμη αδιάθετα «καθυστερήσεων, σχεδιαστικών προβλημάτων, διαχείρισης, ακόμα και λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων ανταπόκρισης των επιχειρήσεων».  

Γιατί δεν αποτέλεσαν εργαλείο αναπτυξιακή στρατηγικής  

Καθώς η κυβέρνηση ετοιμάζεται να σχεδιάσει το ΕΣΠΑ της επόμενης προγραμματικής περιόδου (2021-2027), ύψους σχεδόν 20 δισεκατομμυρίων ευρώ, το ερώτημα που προκύπτει γιατί τα προηγούμενα, παρά το σημαντικό τους μέγεθος, δεν κατάφεραν να αποτελέσουν έναν αναπτυξιακό καταλύτη.  

Γιατί το παράδοξο που παρατηρεί κανείς είναι ότι ενώ το μέγεθος των προγραμμάτων ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, αποτελώντας ένα σημαντικό τμήμα του ΑΕΠ της χώρας και παρότι κανείς μπορεί να δει το αποτύπωμα σε πλήθος έργων αλλά και προγραμμάτων και μεταρρυθμίσεων (όπως και στην κάλυψη σημαντικού μέρους των αναγκών του δημοσίου και σε προσωπικό), την ίδια στιγμή αισθάνεται ότι δεν μπόρεσαν να απαντήσουν σε κρίσιμα διαρθρωτικά ερωτήματα.  

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί υποστηρίζουν ότι με έναν τρόπο τα ΚΠΣ και τα ΕΣΠΑ διαμόρφωσαν στρεβλές δεξιότητες στην ελληνική οικονομία. Για την ακρίβεια διαμόρφωσαν ένα είδος οικονομίας όπου η βασική δεξιότητα ήταν η σύνταξη «τεχνικών δελτίων» και μια ικανότητα απορρόφησης κονδυλίων, που μπορούσαν να συντηρούν επιχειρήσεις και δραστηριότητες αλλά δεν οδηγούσαν σε μια συνολικότερη διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης.  

Το ερώτημα για την επόμενη μέρα της βιομηχανίας  

Ένα μεγάλο ερώτημα αφορά το γιατί δεν μπόρεσαν τόσα χρόνια ευρωπαϊκών ενισχύσεων να αλλάξουν την εικόνα της ελληνικής βιομηχανίας και να σπρώξουν στην κατεύθυνση της αυξημένης προστιθέμενης αξίας και της επενδυτικής κινητοποίησης. Εάν προσθέσουμε και τις επιπτώσεις της πανδημίας, βλέπουμε ότι το 2020 βρίσκει τη χώρα με 2,5 φορές μικρότερες επενδύσεις από το 2008, σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒ, και τις επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειωμένες κατά 53%.  

Αυτό αφορά πολύ περισσότερο τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν και τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής βιομηχανίας. Μετά από 40 χρόνια πορείας εντός της ΕΕ, οι ελληνικές μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να έχουν το 50% της παραγωγικότητα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών, σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒ. Δημιουργούν σήμερα 30% λιγότερη προστιθέμενη αξία σε σχέση με το 2008, όταν στην Πορτογαλία δημιουργούν 18% περισσότερη και έχουν εξαγωγές προϊόντων αξία 20 δισεκατομμυρίων ευρών έναντι 33 δισεκατομμυρίων στην Πορτογαλία.  

Η αντιστροφή αυτής της πορείας απαιτεί μια συνολικότερη αναδιάρθρωση, τόσο ως προς την τεχνολογική υποδομή, όσο και ως προς την κλαδική διάρθρωση αλλά και τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Και αυτό είναι που αναδεικνύει και τη σημασία του ΕΣΠΑ ως εργαλείου άσκησης πολιτικής.  

Ιδίως όταν μιλάμε για μια περίοδο σημαντικής οικονομικής ύφεσης, που μάλιστα πλήττει κλάδους που λειτουργούν ως «ατμομηχανές» για την ελληνική οικονομία όπως ο τουρισμός.  

Η συζήτηση για τον σχεδιασμό του νέου ΕΣΠΑ  

Η ολοκλήρωση των δύσκολων διαπραγματεύσεων στην ΕΕ για το γενικό πλαίσιο του κοινοτικού προϋπολογισμού, σηματοδοτεί και την επιτάχυνση του σχεδιασμού για το νέο ΕΣΠΑ. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό απαιτεί έναν αρχικό σχεδιασμό, την κατανομή ανά περιφέρεια και ανά τομεακό πρόγραμμα και βέβαια όλη τη διαδικασία για την εξειδίκευση, την κατανομής σε δράσεις και έργα, την ανάλογη κατανομή και της εθνικής συμμετοχής και προφανώς την εύρεση και των ιδιωτών που θα συμπράξουν.  

Το ερώτημα, όμως, είναι εάν πέραν από τον αγώνα δρόμου στα υπουργεία και τις αρμόδιες υπηρεσίες θα γίνει και μια συζήτηση πιο στρατηγική.  

Τα πρώτα στοιχεία από τα προσχέδια του νέου ΕΣΠΑ που επεξεργάζεται η κυβέρνηση παραπέμπουν σε μεγάλη έμφαση στην ψηφιακή υποδομή, τις μεταφορικές υποδομές, την κλιματική αλλαγή και την πράσινη μετάβαση, την κυκλική οικονομία και την διαχείριση αποβλήτων, την ενεργειακή πολιτική και το ανθρώπινο δυναμικό και βέβαια μεγάλη έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την έρευνα και καινοτομία και τη διαμόρφωση οικοσυστημάτων καινοτομίας που θα επιτρέπουν τη γρήγορη μετατροπή ερευνητικών αποτελεσμάτων σε προϊόντα και παραγωγικές διαδικασίες.  

Ωστόσο, συχνά από την εφαρμογή αυτών των γενικών αρχών μέχρι τη διαμόρφωση μιας άλλης αναπτυξιακής δυναμικής υπάρχει μεγάλη απόσταση, ιδίως όταν προσκρούουν σε πραγματικές συνθήκες των επιχειρήσεων, ή πραγματικά προβλήματα στο συντονισμό και τα σχεδιασμό.  

Από τη μεριά του ΣΕΒ έχει διατυπώσει το αίτημα για μια νέα στρατηγική με «εστίαση στη μεταποίηση και σε δραστηριότητες προστιθέμενης αξίας» και έμφαση στον ψηφιακό και τεχνολογικό μετασχηματισμό, την κυκλική οικονομία και την ενεργειακή εξοικονόμηση, την προώθηση συμπράξεων και συγχωνεύσεων, την «ενίσχυση διαπεριφερειακών συνεργασιών (σε όρους οικοσυστημάτων) και απομάκρυνση από υπόδειγμα της ενδο-περιφερειακής εξειδίκευσης που δεν αποδώσει», την αντιμετώπιση της επικράτειας μιας «ενιαίας βιομηχανικής ενότητας» και την ανάπτυξη σύγχρονων δεξιοτήτων. Παράλληλα, ζητά μια νέα λογική για τη χρηματοδότηση που θεωρεί την «απόδοση των πόρων σημαντικότερη από την απορρόφηση». Ωστόσο και εδώ συναντάμε το ίδιο ανοιχτό ερώτημα ως προς το πώς οι όποιες γενικές αρχές μπορούν να μετασχηματιστούν σε συγκεκριμένες δράσεις και στοχεύσεις.  

Σε κάθε περίπτωση απέχουμε από το να κάνουμε αυτή τη συζήτηση σε όλες τις διαστάσεις της. Αυτό θα απαιτούσε και τη συμμετοχή των επιστημονικών φορέων και της γνώσης που φέρουν αλλά και των οργανώσεων των εργαζομένων, ώστε να τεθεί και η αναγκαία διάσταση της κοινωνικής συνοχής. Θα απαιτούσε ακόμη και μια μεγαλύτερη ετοιμότητα των αρμόδιων κυβερνητικών φορέων να συζητήσουν για τον πυρήνα της αναπτυξιακής στρατηγικής, αντί να π.χ. να παρουσιάζουν καταλόγους επενδύσεων κυρίως στον τουρισμό ως ένδειξη ότι κάτι αλλάζει στη χώρα.  

Γράψτε το σχόλιό σας