Σε όλη την περίοδο από το 2010 και μετά ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι στην Ελλάδα μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει την ιστορία να γράφεται μπροστά του, σε «πραγματικό χρόνο». Από τη δραματική διαπίστωση ότι η κατάσταση με το δημόσιο χρέος είχε φτάσει σε όρια «Τιτανικού», λίγους μήνες μετά τη διαπίστωση ότι «λεφτά υπάρχουν», στο διάγγελμα του Καστελόριζου, τις πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις του Μαΐου του 2010, το δίμηνο των «Πλατειών», τη σύνοδο της Νίκαιας το ακυρωμένο δημοψήφισμα Παπανδρέου και τη συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου, τις συγκρούσεις στις 12 Φεβρουαρίου 2012, την εκλογική εξέγερση του Μαΐου του 2012 όταν καταβαραθρώθηκε ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα, την κυβέρνηση Σαμαρά με τον Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργό εν αναμονή και τελικά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Όμως τίποτα δεν συγκρίνεται με την εβδομάδα του δημοψηφίσματος, την πιο πολωμένη εκλογική μάχη της Μεταπολίτευσης αλλά και μια ιστορική στιγμή όπου όντως κρίθηκε το ποια κατεύθυνση θα έπαιρναν τα πράγματα.

Πώς φτάσαμε στο Δημοψήφισμα

Το Δημοψήφισμα ήρθε ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είδε τη διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Θυμίζουμε ότι η χώρα ήταν στο δεύτερο Μνημόνιο, στη βάση της δεύτερης δανειακής σύμβασης που είχε υπογράψει το 2012 και το οποίο έληγε στις 30 Ιουνίου του 2015. Όμως, στις εκλογές του 2015 είχε ανέβει στην εξουσία ένα κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, που στο πρόγραμμά του είχε ως κεντρικό στόχο την κατάργηση του Μνημονίου.

Βέβαια, ανεβαίνοντας στην εξουσία, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με τον Γιάνη Βαρουφάκη ως υπουργό Οικονομικών, κυρίως προωθεί τη λογική ότι πρέπει να γίνει πραγματική διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με βασική αιχμή τη γενναία αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους στο πλαίσιο μιας «βιώσιμης συμφωνίας».

Μιλώντας στη Βουλή στις 8 Φεβρουαρίου του 2015, κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης ο Αλέξης Τσίπρας υπογραμμίζει: «Θέλω να διαβεβαιώσω την Εθνική Αντιπροσωπεία, αλλά και τον ελληνικό λαό ότι επιδιώκουμε σταθερά και αταλάντευτα τη βιώσιμη συμφωνία με τους εταίρους. Και μάλιστα να διαβεβαιώσω ότι αισιοδοξώ κιόλας ότι θα το πετύχουμε. Γιατί η συμφωνία αυτή θα είναι ταυτόχρονα το σήμα ότι η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη στις δημοκρατικές της αρχές και παραδόσεις, στο σεβασμό της δημοκρατίας και της λαϊκής βούλησης».

Βέβαια, η διαπραγμάτευση δεν ήταν εύκολη, μια που οι Ευρωπαίοι κυρίως ήθελαν να εξασφαλίσουν την ολοκλήρωση του προγράμματος και την μελλοντική αποπληρωμή του χρέους.

Στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου μέσα από μια ακροβασία ως προς τις διατυπώσεις («ολοκλήρωση της αξιολόγησης» αντί για «ολοκλήρωση του προγράμματος»), η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα κερδίζει  μια παράταση αλλά δεσμεύεται να καταθέσει πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Λίγες μέρες μετά η ελληνική κυβέρνηση, μέσω επιστολής του Γιάνη Βαρουφάκη, καταθέτει το δικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνει αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων, της ανάγκης νέου ασφαλιστικού νόμου και τη συνεργασία με τον ΟΟΣΑ για την προώθηση του ανταγωνισμού. Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν αντιδράσεις, αλλά κατευνάζονται.

Ανοίγει έτσι μια περίοδος διαπραγμάτευσης. Κεντρικό πρόσωπο ο Γιάνης Βαρουφάκης, αν και ποτέ δεν ενεργοποιείται η βασική διαπραγματευτική τακτική του. Αυτή ήταν να μην αποπληρώσει η Ελλάδα το χρέος που είχε ειδικά προς την ΕΚΤ, κάτι σύμφωνα με τον Βαρουφάκη είχε τον κίνδυνο να ακυρώσει το μεγάλο πρόγραμμα επαναγοράς τίτλων που προωθούσε ο Μάριο Ντράγκι, γιατί η μη αποπληρωμή του ελληνικού χρέους θα υπονόμευε την αξιοπιστία της ΕΚΤ και θα οδηγούσε σε ένταση ανάμεσα στην ΕΚΤ και τη Γερμανία, δεδομένων και των θέσεων που είχε πάρει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Κατά τον Βαρουφάκη μια τέτοια απειλή θα ακύρωνε την απειλή της ΕΚΤ να κόψει τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών (κατά το πρότυπο της Κύπρου).

Ωστόσο, το σχέδιο αυτό δεν εφαρμόζεται ποτέ και αντί γι’ αυτό έχουμε τη διαρκή διαπραγμάτευση των επόμενων μηνών. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται υπό διαρκή πίεση να αποδεχτεί τις προτάσεις της Τρόικας που όσο προχωράει η συζήτηση γίνονται όλο και πιο απαιτητικές.

Σχέδιο Σόιμπλε

Μόνη εναλλακτική που διατυπώνεται, από όσο φαίνεται άτυπα και χωρίς πλήρη εξουσιοδότηση, είναι αυτό που έμεινε να ονομαστεί «Σχέδιο Σόιμπλε». Ο γερμανός ΥΠΟΙΚ  διαμηνύει ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο επιλογές, είτε η πλήρης αποδοχή του Μνημονίου είτε μια συμπεφωνημένη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ μέχρις ότου ανασυγκροτηθεί η ελληνική οικονομία, με κάποια μέτρα στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

Η πρόταση αυτή αναλογούσε σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης που ήθελε το ευρώ να είναι νόμισμα χωρών που είτε έχουν κοινά οικονομικά χαρακτηριστικά είτε επιδιώκουν να τα αποκτήσουν και που από εκεί και πέρα ήταν προτιμότερο να στηριχτεί η έξοδος παρά να μείνει μέσα στο κοινό νόμισμα μια οικονομία που αποτελούσε αντικειμενικά «ηθικό κίνδυνο». Φαίνεται, όμως, ότι η πρόταση αυτή δεν είχε ούτε πλήρη γερμανική εξουσιοδότηση μια που η καγκελάριος Μέρκελ την θεωρούσε σημάδι βαθιάς κρίσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, ούτε και πρόθυμο ακροατήριο στον ΣΥΡΙΖΑ που επέμενε στην παραμονή στο ευρώ.

Στα τέλη του Ιουνίου 2015 τα πράγματα έχουν φτάσει σε ένα προφανές αδιέξοδο. Η Τρόικα επιμένει στις απαιτήσεις της και φαίνεται ότι και μέλη της ελληνικής κυβέρνησης έχουν αρχίσει να αποδέχονται τη λογική της αποδοχής ενός μνημονίου εφόσον δεν υπήρχε άλλη λύση. Την ίδια ώρα, γίνονται προσπάθειες να παραμεριστεί ο Γιάνης Βαρουφάκης από το ρόλο του βασικού διαπραγματευτή.

Την ίδια στιγμή έχει γίνει σαφές ότι η χωρίς μια συμφωνία από ένα σημείο και μετά η Ελλάδα κινδύνευε να βρεθεί αντιμέτωπη με τον ίδιο μοχλό πίεσης που είχε ήδη γευτεί η Κύπρος: το στέρεμα της ρευστότητας των Τραπεζών, που ούτως ή άλλως αντιμετώπιζαν μαζική φυγή καταθέσεων και χρειάζονταν τις ενέσεις ρευστότητας που έδινε η ΕΚΤ.

Η επιλογή του δημοψηφίσματος

Τότε προκύπτει η λύση του δημοψηφίσματος. Για την ακρίβεια τότε λαμβάνεται η απόφαση, μια που η ιδέα κυκλοφορούσε από καιρό πριν. Για τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Παππά η απόφαση για το δημοψήφισμα στηριζόταν στο ότι θα έδινε ένα διαπραγματευτικό χαρτί ακόμη που θα υποχρέωνε τους Ευρωπαίους να αποφύγουν μια ρήξη.

Ποτέ στην ηγετική ομάδα το δημοψήφισμα δεν συζητήθηκε ως τμήμα μια συνολικότερης στρατηγικής, πέραν του να πιέσει σε μια καλύτερη συμφωνία και να απαντήσει στο αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων.

Εξ ου τόσο ο τρόπος που ανακοινώθηκε, όσο και ο τρόπος με τον οποίο διατυπώθηκε το ερώτημα, το οποίο τυπικά καλούσε τους έλληνες πολίτες να δηλώσουν τη συμφωνία ή διαφωνία τους με την πιο πρόσφατη εκδοχή προτάσεων από τη μεριά της Τρόικας.

Το σημειώνουμε αυτό γιατί έχει μια σημασία ότι επιλέχτηκε μια διατύπωση στο δημοψήφισμα που ούτως ή άλλως διαμόρφωνε μια μη δεσμευτική επιλογή από τη μεριά των ψηφοφόρων. Το δημοψήφισμα δηλ. θα είχε μεγάλη συμβολική πολιτική βαρύτητα, αλλά το αποτέλεσμά του δεν θα εγκλώβιζε την ελληνική κυβέρνηση σε μια υποχρεωτική επιλογή. Αποτελούσε και αυτό ένδειξη μιας κυβέρνησης που πια σκεφτόταν μόνο με όρους τακτικής και όχι στρατηγικής.

Η πραγματική δυναμική του δημοψηφίσματος

Ανεξαρτήτως όμως της όποιας πρόθεσης το ίδιο το δημοψήφισμα είχε τη δική του δυναμική και όλοι την αντιλήφθηκαν εντός και εκτός συνόρων.

Για να το πούμε πολύ το δημοψήφισμα έγινε ένα ναι ή όχι στα Μνημόνια, όπου το «όχι» περιλάμβανε σαφώς και το ενδεχόμενο της ρήξης με την ΕΕ και της εξόδου από το ευρώ.

Αυτό εξηγεί το μεγάλο φόβο και την ανησυχία που υπήρξε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αυτό εξηγεί, όμως, και την πόλωση που υπήρξε στην Ελλάδα. Τότε πολλές φορές η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι κινδυνολογεί για ένα νομοσχέδιο που δεν έθετε θέμα εξόδου από το ευρώ. Όμως, η πραγματική δυναμική περιλάμβανε και αυτό το ενδεχόμενο και αυτό ήταν σε επίγνωση των ψηφοφόρων.

Το δημοψήφισμα γεννά συνθήκες μαζικής κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης. Αυτό αποτυπώνεται στην οξύτητα των δηλώσεων και τη φόρτιση που επικρατεί. Σε αυτό συμβάλλει και η επιλογή να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν capital controls για να αποφευχθεί ένα μεγάλο bank run και μαζική φυγή κεφαλαίων.

Το ηχηρό και τελικά πολιτικά ορφανό «όχι»

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν μια ηχηρή επικράτηση του «ΟΧΙ».

Το αποτέλεσμα γίνεται πιο εντυπωσιακό εάν συνυπολογίσουμε το κλίμα φόβου που είχε διαμορφωθεί, τις διάφορες παρεμβάσεις από το εξωτερικό, τις «κλειστές τράπεζες», το πραγματικό ενδεχόμενο μιας πορείας ρήξης με την ΕΕ.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι ένα μεγάλο, πλειοψηφικό ρεύμα της κοινωνίας δεν άντεχε άλλο τη λιτότητα και επιθυμούσε απαλλαγή από τα μνημόνια.

Το ίδιο το αποτέλεσμα αποτύπωνε μια κοινωνική και ταξική πόλωση της ψήφου που δεν είχε καταγραφεί σε προηγούμενες περιόδους: η ψήφος του ΟΧΙ εκπροσωπεί σαφώς τα περισσότερο φτωχά στρώματα σε σχέση με τα πιο εύπορα, τις λαϊκές συνοικίες έναντι των μεσοαστικών, τους νεώτερους ψηφοφόρους έναντι των περισσότερο ηλικιωμένων.

Εάν συνυπολογίσουμε την εντυπωσιακή συστράτευση των εκπροσώπων της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ελίτ υπέρ του «ΝΑΙ», αντιλαμβανόμαστε ότι η επιλογή του «ΟΧΙ» αντιπροσώπευε και μια μεγάλη ρήξη ανάμεσα στις ελίτ και την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά και μια αδυναμία των ελίτ να κατανοήσουν το πώς σκέφτονται, ζουν, αγωνιούν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Το παρατηρεί κανείς ακόμη και σήμερα στον τρόπο που συχνά τοποθετούνται ως εάν να μην είχε υπάρξει ποτέ το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Ωστόσο, αυτή η κοινωνική δυναμική ήταν στην πραγματικότητα πολιτική ορφανή, γιατί δεν υπήρχε το πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να την εκπροσωπήσει, αλλά και να τη δικαιώσει.

Η άρνηση της ρήξης και η συνθηκολόγηση

Εάν ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε όντως να προχωρήσει σε μια ρήξη, η στιγμή του δημοψηφίσματος ήταν η καλύτερη, κυρίως γιατί είχε εξασφαλίσει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήταν έτοιμο να ακολουθήσει ακόμη και το δύσβατο δρόμο της εξόδου από το ευρώ. Είχε τη μέγιστη νομιμοποίηση, το κλίμα ήταν αγωνιστικό, και θα μπορούσε να ελπίζει και σε ένα παγκόσμιο κλίμα αλληλεγγύης σε επίπεδο «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών». Άρα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και τις δυσκολίες της μετάβασης.

Όμως, η επιλογή της ηγετικής ομάδας ήταν εξαρχής να μην προχωρήσει σε ρήξη. Προετοιμασία πραγματική δεν είχε γίνει για το τι θα σήμαινε έξοδος από το ευρώ, κυρίως επειδή δεν το ήθελαν. Τo Plan X του φίλου του Βαρουφάκη Τζ. Γκάλμπρεϊθ κατέγραφε τα ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν, όχι όμως τα βήματα. Η αριστερή πτέρυγα είχε αρθρογραφήσει πολιτικά υπέρ της εξόδου από το ευρώ αλλά δεν είχε διατυπώσει συγκεκριμένο θεσμικό βηματισμό. Ο Βαρουφάκης θυσιάζεται εξαρχής προς κατευνασμό των ευρωπαίων και ο Αλέξης Τσίπρας αποφεύγει να κάνει το νικηφόρο και αποφασιστικό διάγγελμα που θα ταίριαζε σε εκείνη την περίσταση.

Η ελπίδα ότι το δημοψήφισμα θα διευκόλυνε τη διαπραγμάτευση, διαψεύδεται. Η λογική των ευρωπαίων είναι σαφής: εάν δεν επιλέξετε τη ρήξη, θα επιλέξετε τους όρους μας. Ζητήματα λαϊκής κυριαρχίας, σεβασμού της βούλησης του ελληνικού λαού απλώς δεν τίθενται. Με μια έννοια, όντως έχει το χνάρι ενός πραξικοπήματος και αυτό εξηγεί γιατί σε όλο τον κόσμο διαδίδεται το #ThisIsACoup.

Η ηγετική ομάδα εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλίσει έναν έντιμο συμβιβασμό μετατοπίζεται γρήγορα προς την πλήρη συνθηκολόγηση και η χώρα οδεύει καθοδόν προς το τρίτο μνημόνιο. Αυτό που ο λαός είχε απορρίψει στο δημοψήφισμα και αυτό που από μια παράξενη ιστορική ειρωνεία επρόκειτο να ολοκληρώσει μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι ήταν κατά των μνημονίων και της λιτότητας.

Γράψτε το σχόλιό σας