Πρόκειται για μια υπόθεση τόσο παλιά όσο και η ιστορία. Οι πρώτες αναφορές στη μαλθακότητα και την τεμπελιά των νέων χρονολογούνται ήδη από την εποχή της… ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Η τελευταία τέτοια διαμάχη των γενεών αφορά, φυσικά, τους Millennials και τους Boomers, με τους πρώτους να κατηγορούν τους δεύτερους για την οικονομική και οικολογική καταστροφή του πλανήτη, και τους δεύτερους να πιστεύουν ότι οι (πλέον όχι και τόσο) νεαροί ενήλικες είναι απλώς υπερευαίσθητοι νάρκισσοι.

Στις 10 Δεκεμβρίου, ωστόσο, μια έρευνα ήρθε να δικαιώσει τους millennials. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Psychology and Aging, κατέληξε στο ότι οι boomers είναι τελικά πιο ευαίσθητοι και έχουν περισσότερα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά από τους νεαρούς… αντιπάλους τους.

Ποια είναι, όμως, η ταυτότητα των δύο γενιών; Και σε τι βαθμό διαφέρουν ως προς τις εμπειρίες, τις κοινωνικές και πολιτικές θέσεις και τον «χαρακτήρα» τους;

(Baby) Boomers

Είναι η γενιά που ήρθε στον κόσμο μετά το τέλος των παγκοσμίων πολέμων – οι περισσότεροι την τοποθετούν μεταξύ 1946 και 1964 – όταν οι ρυθμοί των γεννήσεων γνώρισαν πολύ σημαντική αύξηση.

Η συγκεκριμένη γενιά έγινε μάρτυρας αμέτρητων σημαντικών γεγονότων.

Από τον  Ψυχρό Πόλεμο, τον Μάη του ’68, τη σεξουαλική επανάσταση, τα πρώτα οικολογικά και τα αντιπολεμικά κινήματα μέχρι, στην περίπτωση της Ελλάδας, τη στρατιωτική δικτατορία του ’67 και την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Μεγαλώνοντας στην περίοδο της ανοικοδόμησης της Δύσης μετά την καταστροφή που συνετλέστηκε στην εποχή των μεγάλων πολέμων, είχαν την ευκαιρία να εισέλθουν στην αγορά εργασίας όταν η οικονομία βρισκόταν σε άνθιση.

Φυσικά, στις δεκαετίες που μεσολάβησαν σημειώθηκαν οικονομικές κρίσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης ισχύος (για παράδειγμα, η πετρελαϊκή κρίση του 1973), ωστόσο σε γενικές γραμμές διατηρούνταν η βεβαιότητα ότι κάθε γενιά θα ζούσε σε καλύτερες συνθήκες από την προηγούμενη.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια οι boomers παρακολούθησαν και πρωταγωνίστησαν σε μια σειρά από κοινωνικές μεταβολές. Μερικές από τις σημαντικότερες για την Ελλάδα ήταν η ολοένα και αυξανόμενη είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, η ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας, η επέκταση του κοινωνικού κράτους, αλλά και η νομιμοποίηση του διαζυγίου το… 1982.

Millennials

Γεννημένοι μεταξύ του 1980 και των μέσων της δεκαετίας του 1990, οι millennials θεωρείται ότι υπήρξαν ευνοημένοι κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους.

Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές, μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον σχετικής οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας.

Κατά την παιδική τους ηλικία, οι παλιότερες μέθοδοι ανατροφής των παιδιών και κυρίως η υπερβολική αυστηρότητα και η σωματική τιμωρία, θεωρήθηκαν απαρχαιωμένες και αντικαταστάθηκαν από ηπιότερες στρατηγικές που στηρίζονταν στην ενθάρρυνση.

Παράλληλα, ιδιαίτερα οι νεότεροι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς, μεγάλωσαν σε μια περίοδο ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και ήταν σε θέση ήδη από την παιδική τους ηλικία να προσπελάσουν το διαδίκτυο και τις ηλεκτρονικές συσκευές πιο επιδέξια από τους γονείς τους.

Αυτή η απόκλιση ήταν που προκάλεσε αρχικά και τη συζήτηση περί «χάσματος γενεών».

Στην Ελλάδα, οι δεκαετίες του ’90 και του 2000 χαρακτηρίστηκαν από πρωτόγνωρη οικονομική άνθιση.

Η ελληνική κοινωνία πρόσφερε ευκαιρίες για ανοδική κινητικότητα, ιδιαιτέρως στα άτομα πανεπιστημιακής μόρφωσης.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα παιδιά αυτής της γενιάς να ενθαρρύνονται – ή και να πιέζονται – στην κατάκτηση ενός πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών, με τη σχολική εκπαίδευση και κυρίως την «παραπαιδεία» να εντατικοποιούνται όλο και περισσότερο.

Σταδιακά, εκτός από τους κατόχους πτυχίων ανώτερης εκπαίδευσης αυξήθηκαν σημαντικά και οι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων σπουδών.

Η τύχη των millennials, ωστόσο, εξαντλήθηκε πολύ σύντομα, με τους περισσότερους εξ αυτών να εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης επί σχεδόν ένα αιώνα.

Η διαμάχη της «χιονονιφάδας»

Κεντρική αιχμή της κόντρας των boomers και των millennials είναι η απόδοση στους δεύτερους του χαρακτηρισμού «χιονονιφάδα». Ο όρος φαίνεται ότι προκύπτει από τη δημοφιλή ταινία Fight Club και το αντίστοιχο βιβλίο του Chuck Palahniuk στο οποίο βασίστηκε.

Εκεί, ο Tyler Durden χρησιμοποίησε τη φράση: «Δεν είσαι ξεχωριστός. Δεν είσαι μια πανέμορφη, μοναδική χιονονιφάδα».

Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη προσβολή απέκτησε δημοτικότητα το 2016, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Claire Fox “I find that offensive”. Το βιβλίο σχολίαζε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο πανεπιστήμιο Yale την προηγούμενη χρονιά και αφορούσε τις διαμαρτυρίες φοιτητών για αποκριάτικες στολές που έβρισκαν προσβλητικές προς τις μειονότητες των ΗΠΑ.

Η συγγραφέας με αυτή την αφορμή ονόμασε τους millennials «γενιά των χιονονιφάδων».

Έκτοτε, ο όρος «χιονονιφάδα» χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει αυτή τη γενιά, η οποία υποτίθεται ότι χαρακτηρίζεται από υπερβολική ευαισθησία, είναι εύθικτη, τεμπελιάζει και παραπονιέται.

Το τελευταίο διάστημα, η δημοτικότητά του έχει επεκταθεί και στην Ελλάδα, όπου χρησιμοποιείται για να περιγράψει όχι μόνο τους millennials, αλλά και την Generation Z που τους ακολουθεί.

Οι «χιονονιφάδες» σύμφωνα με τέτοιου είδους κείμενα, εκτός των άλλων έχουν αντιλήψεις που τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού άξονα, είναι ανεδαφικές και προκύπτουν από την άρνηση αυτών των γενιών να εργαστούν τόσο σκληρά όσο οι γονείς τους.

«Ok, boomer»

Η απάντηση των millennials έχει εκφραστεί μέσα από το meme «Ok, boomer!».

Αυτή η φράση, υπονοεί τη συγκατάβαση της νεότερης γενιάς απέναντι στις αντιλήψεις των γονιών της, που αντιμετωπίζονται ως απαρχαιωμένες, εν πολλοίς υπεύθυνες για τα κρίσιμα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου και εντέλει ανάξιες να ακουστούν.

Γιατί γκρινιάζουν οι νέοι;

Ο μύθος του «τεμπέλη» millennial, έχει διαψευσθεί πολλές φορές εμπειρικά και ερευνητικά. Η γενιά που υποτίθεται ότι επιδιώκει την άνεσή της, εντέλει φαίνεται πως είναι μάλλον εργασιομανής, τουλάχιστον όσον αφορά τις ΗΠΑ.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα πράγματα είναι αρκετά περίπλοκα. Με τη νεανική ανεργία να διαμορφώνεται στο 33% για το δεύτερο τρίμηνο του 2019 – σε σχέση με το 17% της συνολικής ανεργίας – οι νέοι μάλλον δεν βρίσκουν δουλειά, παρά βαριούνται να δουλέψουν.

Ακόμη, όμως και εκείνοι που απασχολούνται, έχουν να αντιμετωπίσουν την εργασιακή επισφάλεια στα πλαίσια μιας απορρυθμισμένης αγοράς εργασίας, ενώ συχνά εργάζονται ανασφάλιστοι.

Άλλη μια μεγάλη πληγή είναι και η ακουσίως μερική απασχόληση.

Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, το 70% των Ελλήνων που εργάζονται part time, επιθυμούν πλήρες ωράριο ή επιπλέον ώρες εργασίας.

Επιπλέον, το 2018 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας σε πτυχιούχους ΑΕΙ 25 – 39 ετών ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για να λύσουν το πρόβλημα της ανεργίας τους, είναι εξαιρετικά συνηθισμένο οι νέοι να απασχολούνται σε τομείς άσχετους με το αντικείμενό τους, οι οποίοι συχνά δεν απαιτούν ιδιαίτερη εξειδίκευση.

Οι εργοδοτικές αυθαιρεσίες, με «λαμπρό» παράδειγμα την αναγκαστική επιστροφή του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα στον εργοδότη μετά την νομότυπη καταβολή του στην τράπεζα, εντείνουν τη δυσαρέσκεια των νέων για την εργασιακή τους κατάσταση.

Υπάρχει όντως αριστερή στροφή;

Στην Ελλάδα, η συγκεκριμένη γενιά έχει βιώσει ένα πλήθος πολιτικών εξελίξεων στα πλαίσια της τελευταίας 15ετίας, από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2006 – 2007, στον Δεκέμβρη του 2008 και τις πλατείες των Αγανακτισμένων.

Επομένως, ακόμη και αν δεν διακρίνεται εν γένει από αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις, έχει έρθει σε επαφή με διαμαρτυρίες ασυνήθιστων μεγεθών για τα ελληνικά δεδομένα της Μεταπολίτευσης.

Σύμφωνα με έρευνα του 2018 που εκπονήθηκε από το Ίδρυμα του ομίλου TUI, το 66% των νέων στην Ελλάδα πιστεύει ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί τόσο άσχημα ώστε να απαιτούνται ριζικές αλλαγές.

Ωστόσο, η προοδευτικότητα των νέων ίσως να αποτελεί περισσότερο μύθο παρά πραγματικότητα.

Έρευνα της GPO για την διαΝΕΟσις το 2016 ανακάλυψε πως αν και οι απαντήσεις των νέων 18 έως 24 ετών εμφανίζουν ξεχωριστή συμπεριφορά, συνολικά δεν απέχουν κρίσιμα από τις απαντήσεις των μεγαλύτερων ηλικιών.

Επιπλέον, ως προς το ζήτημα της οικονομίας, οι θέσεις τους εμφανίζονται μάλλον φιλελεύθερες παρά αριστερές.

Το 90% των νέων δήλωσε ότι πιστεύει στον Θεό.

Οι κυριότερες διαφορές με τους μεγαλύτερους σημειώνονται σε ζητήματα που άπτονται της πολιτικής των ταυτοτήτων.

Η συγκεκριμένη απόκλιση, η οποία δημιουργεί συχνά και την αίσθηση ότι οι νέοι έχουν στραφεί προς τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει.

Τα παιδιά που μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, κάθισαν στα ίδια θρανία με παιδιά μεταναστών από τα Βαλκάνια, παρακολούθησαν μέσω του internet πολιτισμικά προϊόντα που δεν απεικόνιζαν τη διαφορετικότητα ως καρικατούρα και είδαν κινήματα των ταυτοτήτων να παίρνουν παγκόσμιο χαρακτήρα.

Ωστόσο, αυτές οι αντιλήψεις σε συνδυασμό με τις θέσεις στους στο ζήτημα της οικονομίας, παραπέμπουν μάλλον σε φιλελεύθερες παρά σε αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις.

Αν κοιτάξουμε τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών του Ιουλίου, παρατηρούμε ότι η ηλικιακή ομάδα 17 – 34 ετών έδωσε μεν στον ΣΥΡΙΖΑ 7 μονάδες παραπάνω από ό,τι οι 35 – 54, αλλά και πολύ αυξημένα ποσοστά στη Χρυσή Αυγή (4,7% αντί 1,8%). Παράλληλα, τα κόμματα στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να ελκύουν ιδιαιτέρως αυτή τη γενιά.

Στην περίπτωση της Αμερικής, όπου και ξεκίνησε η όλη συζήτηση γύρω από τις «χιονονιφάδες», δίπλα στους προοδευτικούς millennials που απαιτούν «ασφαλείς χώρους» (ή δημόσια υγεία), στέκεται η συνομήλική τους «εναλλακτική δεξιά», η οποία επίσης έχει αρχίσει να εμφανίζεται και στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Ταυτόχρονα, ούτε οι θεωρητικά ευνοημένοι «boomers» έχουν μείνει αλώβητοι από την κρίση και πολλοί εξ αυτών συμμετέχουν επίσης σε πορείες διαμαρτυρίας για ζητήματα που πλήττουν τα συμφέροντά τους, όπως για παράδειγμα το συνταξιοδοτικό.

Άλλωστε, η γενιά των boomers ξεκίνησε εν πολλοίς από πιο αριστερή αφετηρία σε σχέση με τους σημερινούς νέους.

Και φυσικά δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις τεράστιες οικονομικές, μορφωτικές και ιδεολογικές αποκλίσεις στο εσωτερικό της κάθε γενιάς.

Τέλος, η μεταφορά στη χώρα μας όρων που περιγράφουν την αμερικανική πολιτική σκηνή, είναι στην καλύτερη περίπτωση επίφοβη, καθώς παραβλέπει τις ιδιαιτερότητες της ιστορίας και του πολιτικού συστήματος της κάθε χώρας.

Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ελλάδα, οι νέοι έχουν κάθε λόγο να γκρινιάζουν.

Γράψτε το σχόλιο σας