Επιβλητικές απόκρημνες ακτές, ήρεμες θαλασσινές αγκαλιές και χρυσές αμμουδερές παραλίες, εκτεταμένοι ελαιώνες και αμπελώνες, δασωμένοι λόφοι στολίζουν τη Ζάκυνθο, που είναι παγκοσμίως γνωστή ως το νησί της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta.

Το ανατολικό τμήμα της Ζακύνθου είναι κυρίως πεδινό, σε αντίθεση με το δυτικό, όπου κυριαρχούν οι ορεινοί όγκοι και οι βραχώδεις ακρογιαλιές. Αξιόλογα είναι τα ιστορικά μνημεία, τα μοναστήρια, οι εκκλησίες με τα εντυπωσιακά καμπαναριά και οι παραδοσιακοί οικισμοί του πανέμορφου νησιού του Ιονίου.

Πατρίδα, μεταξύ άλλων, του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, του Ανδρέα Kάλβου και του Γρηγορίου Ξενόπουλου, το πάλαι ποτέ Άνθος της Ανατολής, το ξακουστό Φιόρο του Λεβάντε, έχει μακρά παράδοση στις τέχνες και τα γράμματα.

Η πόλη της Ζακύνθου

Απλωμένη στις ανατολικές ακτές του νησιού, η πόλη της Ζακύνθου αποπνέει την αίγλη και τη γοητεία μιας άλλης εποχής. Τα επιβλητικά κτίρια, οι καμάρες και τα καμπαναριά, η Στράντα Μαρίνα (ο παραλιακός δρόμος με τα φαρδιά πεζοδρόμια), οι πλακόστρωτες πλατείες του Σολωμού και του Αγίου Μάρκου, η περιώνυμη Ρούγα (το εμπορικό κέντρο με τις καμάρες) τραβούν την προσοχή των πολυάριθμων επισκεπτών και συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη κίνηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το Μουσείο Μεταβυζαντινής Τέχνης και το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, το Ιστορικό Αρχείο, το αρχοντικό της οικογένειας Ρώμα, το ενετικό φρούριο, χτισμένο στη θέση της αρχαίας ακρόπολης, σε λόφο πάνω από την πόλη, ο λόφος Στράνη, όπου εμπνεύστηκε ο Διονύσιος Σολωμός τον «Ύμνο στην Ελευθερία» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», και η Μπόχαλη, γραφικό προάστιο σε ύψωμα με μαγευτική θέα.

Σημείο αναφοράς για όλους τους Ζακυνθινούς αποτελεί, ασφαλώς, η εκκλησία του Αγίου Διονυσίου, προστάτη του νησιού. Στον ναό με το πυργοειδές κωδωνοστάσιο φυλάσσεται η λάρνακα με το σκήνωμα του αγίου (μεταφέρθηκε το 1717 από τη μονή Στροφάδων).

Το άξιο τέκνο

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Πατέρας του ήταν ο κόντες Νικόλαος Σολωμός και μητέρα του η Αγγελική Νίκλη, μια γυναίκα του λαού, που εργαζόταν ως υπηρέτρια στο σπίτι του Σολωμού. Σε ηλικία δέκα μόλις ετών, το 1808, ο Σολωμός μετέβη στην Ιταλία, όπου σπούδασε αρχικά στο λύκειο της Κρεμόνας και ακολούθως στο πανεπιστήμιο της Παβίας (νομικά). Στην Ιταλία, μάλιστα, παρήγαγε στιχουργικό έργο στην ιταλική γλώσσα, γεγονός που τον κατέστησε γνωστό στους ιταλικούς λογοτεχνικούς κύκλους.

Το 1818 ο Σολωμός επέστρεψε στη Ζάκυνθο και άρχισε να επιδίδεται στην κύρια ποιητική δημιουργία του, κάνοντας πλέον χρήση της δημώδους ελληνικής γλώσσας.

Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και οι αγώνες του επαναστατημένου έθνους τον επηρέασαν βαθύτατα, όπως αποδεικνύουν ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» (1823), που καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος από το 1864, η ωδή «Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον» (1824) και «Η καταστροφή των Ψαρών» (1824).

Καρποί της συγγραφικής δραστηριότητας του Σολωμού στη Ζάκυνθο υπήρξαν επίσης τα πεζά «Διάλογος» και «Η γυναίκα της Ζάκυθος».

Το 1828 ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Εκεί, αφού πρώτα προσπάθησε επί ματαίω να δώσει ολοκληρωμένη μορφή στο δραματικό ποίημα «Ο Λάμπρος», συνέθεσε τα αρτιότερα έργα του. Η ωδή «Εις μοναχήν», «Ο Κρητικός», «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Ο Πόρφυρας» συγκαταλέγονται στις σπουδαιότερες ποιητικές δημιουργίες του Σολωμού.

Ο μεγάλος ποιητής, που απεβίωσε στην Κέρκυρα το 1857 και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές, υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος της λεγόμενης Επτανησιακής Σχολής, την οποία ακολούθησαν οι Ιάκωβος Πολυλάς, Γεράσιμος Μαρκοράς, Λορέντζος Μαβίλης κ.ά.

Ο Σολωμός θεωρείται ως ο θεμελιωτής της νέας ελληνικής λογοτεχνίας και διαμορφωτής της εθνικής γλώσσας για την καθολική παιδεία, αλλά και ως ο συνεχιστής της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης μετά την άνθηση της κρητικής λογοτεχνίας.

Στην πόλη της Ζακύνθου λειτουργεί το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στο οποίο η προσωπικότητα και το έργο του εθνικού ποιητή της νεότερης Ελλάδας κατέχουν ευλόγως κυρίαρχη θέση.

Το ρεμπελιό των ποπολάρων

Η Ζάκυνθος περιήλθε το 1484 στην κατοχή των Ενετών, που σφράγισαν με την παρουσία τους την ιστορική πορεία του νησιού. Επί Ενετοκρατίας (1484-1797) το Φιόρο του Λεβάντε παρουσίασε πληθυσμική και οικονομική ανάπτυξη.

Στη ζακυνθινή κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του 17ου αιώνα οι κάτοικοι χωρίζονταν σε τρεις τάξεις: τους ευγενείς ή σώμα των πολιτών (οι μόνοι που είχαν πολιτικά δικαιώματα, καθώς και εισοδήματα από ακίνητη περιουσία), τους αστούς (η μεσαία τάξη, μεγαλέμποροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) και τον λαό.

Ποπολάροι ονομάζονταν οι λαϊκοί άνθρωποι της πόλης, που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα (έμποροι, τεχνίτες κ.ά.) και διαφοροποιούνταν σαφώς από τους λεγόμενους εξωχωρίτες, τους ανθρώπους της υπαίθρου.

Οι πολίτες, που ήλεγχαν την καθημερινότητα του νησιού, από κοινού με τους ενετούς αξιωματούχους, υποτιμούσαν τους ποπολάρους, κι αυτοί με τη σειρά τους εχθρεύονταν ή ανταγωνίζονταν τους πρώτους. Και οι μεν και οι δε θεωρούσαν υποδεέστερους τους χωρικούς.

Το 1628, σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν φθάσει στη Ζάκυνθο, πειρατές από την Μπαρμπαριά ετοιμάζονταν να πλήξουν με την αρμάδα τους το νησί. Η προσπάθεια των ενετικών αρχών να καταγράψουν και στη συνέχεια να στρατολογήσουν τον πληθυσμό της Ζακύνθου, ώστε να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη επιδρομή των επικίνδυνων πειρατών, συνάντησε έντονες αντιδράσεις από πλευράς των ποπολάρων, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν ούτε να καταγραφούν ούτε να στρατολογηθούν.

Μάλιστα, ομάδες εξαγριωμένων ποπολάρων εξεγέρθηκαν και διατύπωσαν απειλές εναντίον των αρχόντων του νησιού και των περιουσιών τους. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν ένας έμπορος, τρεις τσαγκάρηδες και ένας γεωργός.

Εν μέσω απειλών, δωροδοκιών και αντιπαλοτήτων μεταξύ αρχόντων και ποπολάρων, η κεντρική ενετική διοίκηση αποφάσισε να παρέμβει και να δώσει τέλος στον ξεσηκωμό των ποπολάρων. Οι επικεφαλής της εξέγερσης εξορίστηκαν και φυλακίστηκαν, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν, οι οικίες τους καταστράφηκαν. Οι ευγενείς διατήρησαν τα προνόμιά τους, ενώ οι ποπολάροι κατάφεραν να αποκτήσουν κάποια πρόσβαση στις τοπικές αρχές και να αποσπάσουν ορισμένα προνόμια.

Το λεγόμενο Ρεμπελιό των ποπολάρων, που έλαβε χώρα στη Ζάκυνθο από το 1628 έως το 1632, ήταν η ομαδική εξέγερση των ποπολάρων των χαμηλών εισοδημάτων αλλά και των ποπολάρων-αστών με τα υψηλότερα εισοδήματα εναντίον της τάξης των ευγενών. Με άλλα λόγια, ήταν μια εξέγερση εναντίον της κοινωνικής διαστρωμάτωσης που είχε επιβληθεί από τους Ενετούς, εναντίον των αποκλειστικών προνομίων που απέλαυε η τάξη των αρχόντων.

Το Ναυάγιο

Πριν από αρκετά χρόνια ένα μικρό εμπορικό πλοίο που ταξίδευε βορειοδυτικά της Ζακύνθου προσάραξε σε μια αμμουδερή παραλία του νησιού. Με την πάροδο του χρόνου τα κύματα απομάκρυναν το ναυαγισμένο πλοίο από την ακροθαλασσιά και το μετακίνησαν στο μέσον της παραλίας, εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα. Κατά τη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν η παραλία της Ζακύνθου με το προσαραγμένο πλοίο έγινε ευρύτατα γνωστή ως Ναυάγιο.

Χιλιάδες είναι οι έλληνες και οι ξένοι τουρίστες που επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι το Ναυάγιο της Ζακύνθου. Κάποιοι από αυτούς προτιμούν να κοιτούν το Ναυάγιο από ψηλά, απολαμβάνοντας το εξαίρετο φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, άλλοι πάλι επισκέπτονται την παραλία με εκδρομικά σκάφη, για να απολαύσουν τα γαλαζοπράσινα νερά της παραλίας.

Όλοι, όμως, σπεύδουν να φωτογραφίσουν το ξαπλωμένο στην παχιά αμμουδιά κουφάρι, το καράβι που κάποτε ταξίδευε στις θάλασσες και τώρα ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο μέσα από τις αμέτρητες φωτογραφίες που τραβούν επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό.